Legislator Case Law & Legislation
1159/2014 AI generated

1159/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1159/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1159/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά ταύτα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου Π. Μ. (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. β' και γ', 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1159 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1159/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγούρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 422/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 13-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν δε την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, τότε ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση της υποθέσεως προχωρεί σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εν προκειμένω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (5-11-2013), δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Π.

Μ., ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 8437Β'/4-11-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο των υπ' αριθμ. 145/4-10-2011 πρακτικών συνεδριάσεως του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ, από την αρχική δικάσιμο της 4-10-2011 για τη δικάσιμο της 21-2-2012, με κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομοτύπως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Π.

Μ.. Επίσης δε, από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 8436Β'/4-11-2011 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον ίδιο αναιρεσίβλητο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 36/21-2-2012, 417/6-11-2012 και 41/5-2-2013 πρακτικά συνεδριάσεως του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ορισθείσα παραπάνω μετ' αναβολή δικάσιμο (21-2-2012), η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τις 6-11-2012, οπότε κατά τον ίδιο τρόπο αναβλήθηκε η συζήτησή της για τις 5-2-2013, οπότε, παρισταμένου νομίμως και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (5-11-2013).

Μετά ταύτα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου Π. Μ. (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. β' και γ', 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας, που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές, διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπόμενη από το άρθρο 680 ΑΚ και το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ.ΑΠ 26/2007).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής συμβάσεως εργασίας, και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρυθμίσεως) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά, ως προς την συσχέτιση περισσότερων ΣΣΕ, αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).

Κατά την συσχέτιση περισσότερων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει τη σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεώτεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και εφαρμόζονται αυτοί, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και 2 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 3789/1957 (το οποίο δεν κατήργησαν οι Ν. 1876/1990 και 1767/1988, περιόρισαν όμως σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του) προκύπτει, ότι οι Κανονισμοί Εργασίας, που καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν.Δ/τος αυτού, με το οποίο το θέμα των Κανονισμών Εργασίας ρυθμίζεται κατά τρόπο ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες εν γένει, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή αυτών ή του φυσικού ή νομικού προσώπου (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμοί κ.λπ.), στο οποίο ανήκουν, έχουν κανονιστική νομική μορφή, δηλαδή ισχύ ουσιαστικού (όχι όμως και τυπικού) νόμου και η θέσπισή τους αποτελεί άσκηση "νομοθετικής" εξουσίας από την πλευρά του εργοδότη, που απορρέει από την εξουσιοδότηση του εν λόγω Ν.Δ. 3789/1957.

Όμως, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους, ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου Κανονισμών Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία του Ν.Δ. 3789/1957, ανεξάρτητα από την τυχόν πρόβλεψη από παλαιότερους αυτού (Ν.Δ. 3789/ 1957) νόμους της δυνατότητας της κατ' εξουσιοδότηση των νόμων αυτών καταρτίσεως τέτοιων Κανονισμών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με το Ν.Δ. 3789/1957 ρυθμίστηκε κατά τρόπο ενιαίο και αποκλειστικό το θέμα των Κανονισμών Εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κ.λπ., ανεξάρτητα από τη νομική μορφή τους ή από το εάν ανήκουν στο Δημόσιο, ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ν.Π.Ι.Δ. κ.λπ. Αντιθέτως, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων, γενικά και ως προς όλους κατ' αρχήν τους εργαζόμενους, τον κεντρικό κορμό και τον πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο Α.Ν. 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί.

Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών.

Με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Α.Ν. 539/1945 ορίζεται, ότι κατά την διάρκεια της άδειας αναπαύσεώς του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα ελάμβανε εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές αποδοχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λπ.).

Κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 "Οι επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος επιδόματος αδείας, ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του Α.Ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθό αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών, διά τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.

Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666 και 679 του ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 υπ' αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και του άρθρου 3 της υπ' αριθμ. 19040/1981 Υπουργικής Αποφάσεως, που ρυθμίζει παγίως τα της χορηγήσεως δώρων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές αδείας και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε με τις "τακτικές αποδοχές", που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου.

Ενόψει των ανωτέρω και δη της έννοιας των "τακτικών" ή των "συνήθων" αποδοχών, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για τον προσδιορισμό αυτών λαμβάνονται υπόψη, εκτός του βασικού μισθού ή ημερομισθίου, και οι πρόσθετες ως άνω παροχές του χρονικού διαστήματος από την λήψη της προηγούμενης αδείας.

Με την υπ' αριθμ. 45058/7/1971 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού (μόνιμου και έκτακτου), που συνδέεται με τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς - ΟΛΠ Α.Ε. (αναιρεσείουσα) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς.

Ο Κανονισμός αυτός, καταρτισθείς και εγκριθείς υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία των άρθρων 1 και 2 του Ν.Δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια. Με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα και δη σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας του παραπάνω προσωπικού, σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτού, ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου για τις διάφορες κατηγορίες (είδη) φορτοεκφορτωτικών εργασιών, ορίζεται με τις οικείες Σ.Σ.Ε., τα εξής: 1) Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 οι αποδοχές αδείας (και κατ' επέκταση και το μαζί με αυτές καταβαλλόμενο επίδομα) ισούνται προς το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχολήσεώς του, όπως δε διευκρινίζεται στη συνέχεια ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας των (μονίμων) εργατών (με τον αυτό τρόπο υπολογίζονται οι αποδοχές αδείας και των εκτάκτων) λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχολήσεώς τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση της αδείας τρίμηνο (και προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές).

Ως "επικρατέστερη απασχόληση" νοείται κατά τη διάταξη αυτή η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλαδή εκείνη, η οποία είχε συνολικά τη μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της αδείας τρίμηνο. Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή, που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζομένους "επί αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτόν αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό 25%. 2) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κ.λπ.) εργατών του Ο.Λ.Π., το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, ορίζεται ειδικά στο άρθρο 23 παρ. 1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες Ε.Σ.Σ.Ε.) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχολήσεώς τους, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 12 παρ. 1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 23 παρ. 1 αυτού), είναι δε αυτές α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κ.λπ., β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση.

Στις κατηγορίες αυτές απασχολήσεως, ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο άνω άρθρο, ως είδος απασχολήσεως, η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το άρθρο 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχολήσεως.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άνω άρθρο 20 του Κανονισμού, η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, πορσελάνης και χωμάτων (χύμα), χωρίς την χρήση αρπάγης, σιτηρών και λοιπών δημητριακών "εις χύμα", ξυλείας, φορτίων σε σάκους γενικά, σιδήρων, σιδηροφύλλων κ.λπ., ειδών γενικού εμπορίου και φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ' εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία παρεμποδίζουν την εργασία με τον ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος απασχολήσεως, αλλά τρόπο εκτελέσεως της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω".

Η εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται, για την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και αντίστροφα, για φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών, για φορτοεκφορτώσεις νωπών ιχθύων, φρούτων και λαχανικών, για φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" και για εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού, ενώ, κατά την περαιτέρω ρύθμιση του αυτού άρθρου, οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερομένων με οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων επί αυτοκινήτων κ.λπ.

μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους 6 τόννους κατ' εργάτη κ.λπ. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (άρθρο 27) και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχολήσεως του άρθρου 12 παρ. 1, επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του άρθρου 23 παρ. 1. Και 3) Κατά το άρθρο 30 παρ. 1 το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο", που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του Λιμένος Πειραιώς, λόγω ελλείψεως εργασίας, είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του άρθρου 23 παρ. 1 εδ.

β', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου. Δεν αποτελεί, δηλαδή, το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο" το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλά αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες. Περαιτέρω, με τα άρθρα 4 παρ. 3 και 5 εδ. ε' του Ν. 2688/1999, με τον οποίο νόμο το μέχρι τότε Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε." (ΟΛΠ Α.Ε.), δηλαδή την αναιρεσείουσα, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς διατηρήθηκε, κατ' αρχήν, σε ισχύ και μετά την μετατροπή αυτήν, ενώ με την υπ' αριθμ. 5115.1/2/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/20-6-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 4, 12 και 13 του ως άνω Ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ Α.Ε., για την ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ' αυτήν (αναιρεσείουσα), σύμφωνα δε με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της ΟΛΠ Α.Ε., το προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες, εδικαιούτο ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται δηλαδή παραπομπή στον Α.Ν. 539/1945), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, ενόψει της ως άνω σχέσης του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (και δη του Α.Ν. 539/1945), δεν τίθεται θέμα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι, κατάργησης των κρίσιμων διατάξεων του Κανονισμού αυτού με μεταγενέστερους κανόνες δικαίου, οι οποίοι όλοι αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας με αποδοχές και δεν ρυθμίζουν ειδικά τον τρόπο υπολογισμού τους.

Ειδικότερα, δεν τίθεται θέμα κατάργησης των κρίσιμων διατάξεων του εν λόγω Κανονισμού α) με την κυρωθείσα με το Ν. 133/1975 από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., οι διατάξεις της οποίας, άλλωστε, κατ' άρθρο 8 παρ. 1β αυτής, δεν εφαρμόζονται καθ' ολοκληρίαν επί των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, που διέπονται, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, από τη νομοθεσία ρύθμισης των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στους λιμένες κ.λπ., β) με τις διατάξεις της κυρωθείσας με το Ν. 549/1977 από 26-1-1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., γ) με το Ν. 993/1977, ο οποίος αφορά το προσωπικό με σχέση εργασίας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.

και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., ενώ ήδη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα είχε μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία, δ) με το άρθρο 101 του Π.Δ. 611/1977 (Υπαλληλικός Κώδικας), που σε κάθε περίπτωση αφορά τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους και των Ν.Π.Δ.Δ., όπως και ο μεταγενέστερος Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων (Ν. 2683/1999), ε) με το άρθρο 16 του Ν. 1082/1980, που αναφέρεται γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας σε περίπτωση λήξης κ.λπ.

της σχέσης εργασίας πριν τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου απασχολήσεως, στ) με τα άρθρα 1 και 7 του Π.Δ. 88/1999, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, που αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας με αποδοχές, ζ) με το άρθρο 4 παρ. 5 του Ν. 2839/2000, ο οποίος αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ενώ η αναιρεσείουσα είναι ανώνυμη εταιρεία (ΝΠΙΔ) και η) με τα άρθρα 6 του Ν. 3144/2003 και 1 του Ν. 3302/2004, που αναφέρονται στο δικαίωμα καθεαυτό για τη λήψη αδείας με αποδοχές και όχι στον τρόπο υπολογισμού τους (Ολ.ΑΠ 5/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την καταβολή των αναφερομένων εκεί ποσών για διαφορές αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 2001 έως και 2005, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 196/2010 απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ερμηνεύοντας στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 3 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, ως ανωτέρω, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 23, 27 και 35 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (που εγκρίθηκε με την 45058/7/1971 ΚΥΑ), έκρινε ότι α) οι λιμενικές φορτοεκφορτωτικές εργασίες των αναφερομένων στο άρθρο 20 του Κανονισμού ειδών διεξάγονται με το σύστημα της απόδοσης, η οφειλόμενη δε στους εργαζόμενους με το σύστημα αυτό αμοιβή δεν είναι προκαθορισμένη σε συγκεκριμένο σταθερό ποσό, αλλά ποικίλλει και υπολογίζεται ανά τόννο ή m3 με βάση ένα σταθερό ελάχιστο φορτίο υποχρεωτικής φορτοεκφόρτωσης και ένα αναπροσαρμοζόμενο, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε.

ποσό, β) από τα στοιχεία αυτά διαμορφώνεται (εκτός από το κατώτατο ημερομίσθιο που αντιστοιχεί στο ελάχιστο όριο φορτοεκφόρτωσης) το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το οποίο αναλογεί στις ποσότητες που πράγματι φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελάχιστου σταθερού φορτίου φορτοεκφόρτωσης, όπως προβλέπεται στον πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων εργατικών ομάδων, γ) η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και καταβάλλεται στους εργαζόμενους τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τους και, συνεπώς, η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας και τα λοιπά επιδόματα, σύμφωνα με τις οικείες ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (δηλαδή του Α.Ν. 539/1945 και του Ν. 4504/1966), που υπερισχύουν από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για τους εργαζομένους διατάξεις Κανονισμών Εργασίας ή Σ.Σ.Ε., ενώ έχουν παράλληλη ισχύ με τις αποκλίνουσες ευνοϊκές για τους εργαζόμενους ρυθμίσεις Κανονισμών Εργασίας ή Σ.Σ.Ε. (τις οποίες μπορούν να επικαλούνται οι τελευταίοι για την θεμελίωση των αξιώσεών τους), αποκλίνουσα δε και ευνοϊκή για τους μόνιμους εργάτες του ΟΛΠ διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 35 παρ. 1δ του άνω Κανονισμού, κατά την οποία ως βασικό ημερομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της ετήσιας κανονικής αδείας τους, δ) σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι αποδοχές αδείας των μονίμων εργατών του ΟΛΠ είναι ίσες με το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται έκαστος επί το βασικό ημερομίσθιο απασχόλησής του, ως τέτοιου λογιζομένου - για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας - εκείνου της επικρατέστερης απασχόλησης κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της αδείας, το βασικό δε αυτό ημερομίσθιο εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των αποδοχών του εργαζομένου κατά το τρίμηνο αυτό, διά του αριθμού 3 κ.λπ.

και ε) το επίδομα αδείας είναι ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της αδείας 12μηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά ανά μήνα κ.λπ.), διά του αριθμού 12 κ.λπ.

Στην ελάσσονα πρότασή του, δέχθηκε το Εφετείο Πειραιώς, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την εναγομένη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε." (πρώην Ν.Π.Δ.Δ.), ο πρώτος εξ αυτών στις 14-1-1972 και ο δεύτερος την 1-5-1989, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν με την ειδικότητα του λιμενεργάτη, ότι έκτοτε (από την πρόσληψή τους) απασχολούνται με την εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας που σχετίζεται με την φορτοεκφόρτωση και την διακίνηση φορτίων εντός του χώρου του λιμένος Πειραιώς, οι δε όροι εργασίας αυτών διέπονται από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας τις καταρτιζόμενες μεταξύ του Ο.Λ.Π.

και του σωματείου των εργαζομένων, με την επωνυμία "Ένωση Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών ΟΛΠ", ότι ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες, οι ενάγοντες κατανέμονται από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ και απασχολούνται με όλα τα είδη των λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονται με απόδοση, είτε με σταθερό ημερομίσθιο και, ανάλογα με την εργασία που παρέχουν, καταβάλλεται σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες Ε.Σ.Σ.Ε.

σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, που αναλογεί στις ποσότητες, οι οποίες φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του ελαχίστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και καταβάλλονταν, κατά την επίδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 έως 31-12-2005, όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, ότι, συγκεκριμένα, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, που ελάμβαναν οι ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο, δεν διαμορφώνονταν με βάση το ημερομίσθιο που προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν σ' αυτούς, ούτε από το ημερομίσθιο που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο (και δωδεκάμηνο για το επίδομα), πριν από την λήψη της άδειας, όπως θα έπρεπε, αλλά με βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας, προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% αργότερα, κατά την σχετική πρόβλεψη των αντίστοιχων ΕΣΣΕ, και - καταλήγει το Εφετείο - ότι ο τρόπος αυτός υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων σε ποσά κατώτερα από εκείνα που αναλογούν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, καθώς και στο ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της άδειας, είναι βλαπτικός για τους ενάγοντες, οι οποίοι δικαιούνται να αξιώσουν τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της άδειας, σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, οι οποίες υπερισχύουν από τις σχετικές (κανονιστικού περιεχομένου) δυσμενέστερες προβλέψεις των οικείων ΕΣΣΕ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της άδειας, δηλαδή τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους (και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο), το ποσό των 12.355,73 ευρώ συνολικά στον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και το ποσό των 23.729,96 ευρώ συνολικά στον δεύτερο εξ αυτών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών και για τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των αναιρεσιβλήτων έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδοχών τους, με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή απόδοσης, δηλαδή τις πλήρεις αποδοχές τους, αλλά του τελευταίου τριμήνου πλην από την λήψη της άδειας, προέβη, δηλαδή, κατά την σύγκριση των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, ως μίας ενότητας, σε επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του άρθρου 3 του α.ν. 539/1945 και των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και δη του άρθρου 35 αυτού, ενώ θα έπρεπε, προκειμένου περί μισθωτών, που αμείβονται με το σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, κατά τις ίδιες παραδοχές, να συγκρίνει το ρυθμιζόμενο από τις δύο αυτές πηγές επίδομα αδείας για να καταλήξει στην ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο (Πειραιώς), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 196/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ