1159/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1159/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά το άρθρο 46 στοιχ. δ' του ΠΔ 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ", η σύμβαση εργασίας λύεται με την καταγγελία, κατά δε το άρθρο 54 του αυτού ΠΔ, ο απασχολούμενος δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας οποτεδήποτε (παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1159 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1159/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Δημητροπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Μ., 2) Χ. Γ. του Ν., 3) Ι. Σ. του Β., 4) Π. Π. του Κ. και 5) Γ. Μ. του Φ., κατοίκων ... . Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2356/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1873/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 7612Β'/27-1-2011, 7629Β'/1-2-2011, 7615Β'/27-1-2011, 7620Β'/31-1-2011 και 7642Β'/1-2-2011 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Οι τελευταίοι, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επειδή κατά το άρθρο 46 στοιχ. δ' του ΠΔ 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ", η σύμβαση εργασίας λύεται με την καταγγελία, κατά δε το άρθρο 54 του αυτού ΠΔ, ο απασχολούμενος δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας οποτεδήποτε (παρ. 1).
Η καταγγελία γίνεται με έγγραφη δήλωσή του που υποβάλλεται στην υπηρεσία (παρ. 2). Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ο έγγραφος τύπος αναφέρεται στη ρητή από μέρους του εργαζομένου καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ενώ δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, μη υποκείμενη σε τύπο.
Άλλωστε, και κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες, κατά το άρθρο 89 του ανωτέρω ΠΔ, εφαρμόζονται συμπληρωματικά όπου στον Κώδικα αυτόν δεν ορίζεται διαφορετικά, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, γνωστοποιητέα σε εκείνον που απευθύνεται, γίνεται δε ρητώς ή σιωπηρώς και δεν χρήζει αποδοχής, πλην όμως αποκτά νομική ενέργεια μόνο αφότου εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται λάβει γνώση αυτής, ή προσδοκάται από τον ίδιο, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ότι θα λάβει γνώση αυτής.
Εξάλλου, τα περί της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως ή καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ ρυθμίζονται με το άρθρο 55 του ως άνω ΠΔ 410/1988. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο Κεφ. Β', Τμήμα ΣΤ' ("Λύση της σύμβασης εργασίας - Αποζημίωση") και ρυθμίζει κατά τρόπο πλήρη τα περί της αποζημιώσεως για την από οποιοδήποτε λόγο λύση της συμβάσεως εργασίας του ανωτέρω προσωπικού, ώστε να μην απομένει έδαφος παραπομπής συμπληρωματικά στις διατάξεις του Ν. 2112/1920 ή του Ν. 3198/1955.
Αντίθετο δεν συνάγεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 89 του άνω ΠΔ 410/1988, κατά την οποία "Όπου στον Κώδικα αυτό δεν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας", καθόσον με την διάταξη αυτή δεν γίνεται παραπομπή "συμπληρωματικά" στις διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955, αφού τα περί της αποζημιώσεως απολύσεως, τα οποία ρυθμίζουν και οι νόμοι αυτοί, ρυθμίζονται εξαντλητικά για το προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ από το ΠΔ 410/1988, ώστε να μην απομένει έδαφος προς συμπληρωματική εφαρμογή.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι μουσικοί, απασχολήθηκαν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, συσταθέν και εποπτευόμενο από τον Δήμο Αθηναίων, και συγκεκριμένα απασχολήθηκαν στην Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ο πρώτος από το έτος 1985, ο δεύτερος από το έτος 1989, ο τρίτος από το έτος 1986, ο τέταρτος από το έτος 1989 και ο πέμπτος από το έτος 1989, έως την 1-11-2006 οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων και έως την 30-11-2006 ο πέμπτος ενάγων, οπότε αποχώρησαν από την υπηρεσία του εναγομένου, έχοντας συμπληρώσει 15 και πλέον έτη υπηρεσίας, προκειμένου να συνάψουν συμβάσεις εργασίας με την ΕΡΤ Α.Ε., στη συνέχεια δε υπέβαλαν και εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου τις παραιτήσεις τους και συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων στις 14-11-2006, ο δεύτερος στις 13-11-2006, ο τρίτος στις 13-11-2006, ο τέταρτος στις 9-11-2006 και ο πέμπτος στις 22-11-2006, τις οποίες και αποδέχθηκε το εναγόμενο με τις υπ' αριθμ. 6650/15-11-2006, 6569/14-11-2006, 6571/14-11-2006, 6570/14-11-2006 και 7398/18-12-2006 αντίστοιχες αποφάσεις της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες με τις υπ' αριθμ. 162/15-1-2007, 163/15-1-2007, 139/12-1-2007, 138/12-1-2007 και 164/15-1-2007 αιτήσεις τους προς το εναγόμενο ζήτησαν να τους καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδάφιο α' του Ν. 3198/1955 (που ορίζει ότι "Μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παραγρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότη, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ.
της 16/18-7-20 οριζομένης αποζημιώσεως διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 5 του παρόντος"), την καταβολή της οποίας αρνήθηκε το εναγόμενο. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, καθώς και τις λοιπές παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν από την υπηρεσία του εναγομένου, ύστερα από συμπλήρωση υπερδεκαπενταετούς υπηρεσίας σ' αυτό, με την σιωπηρή, αλλά σαφή και αναμφίβολη, συγκατάθεση του τελευταίου πριν από την αποχώρησή τους, συναγομένη από την όλη συμπεριφορά του εναγομένου και ότι, επομένως, δικαιούνται οι ενάγοντες την προβλεπόμενη αποζημίωση από το άρθρο 8 εδάφ.
α' του Ν. 3198/1955, το οποίο εφαρμόζεται και επί του προσωπικού των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, σύμφωνα με το άρθρο 89 του ΠΔ 410/1988. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 2356/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 και 54 του ΠΔ 410/1988, που έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (οικειοθελούς αποχώρησης) από τον απασχολούμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ΝΠΔΔ και δικαιολογούν την μη καταβολή σ' αυτόν οποιασδήποτε αποζημιώσεως από την Υπηρεσία.
Ενόψει δε του ότι τα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον ίδιο τον εργαζόμενο ρυθμίζονται κατά τρόπο πλήρη, για το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, από το ΠΔ 410/1988, δεν απομένει έδαφος προς συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3198/1955.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη πληρότητας στο αιτιολογικό αυτής, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση, είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσίβλητοι, εξάλλου, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1873/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ