Supreme Court partially allows appeal on abuse of right and procedural excess grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, which had granted the plaintiff's claim in part. The appellant argued the claim was an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, while the court found the plaintiff's professional dependence justified the demands. Additionally, the court ruled the Second Instance Court erred by accepting the claim as a specific performance request despite the plaintiff limiting it to recognition, thereby awarding more than requested under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559(9) of the Code of Civil Procedure: A right is exercised abusively when prior conduct creates a reasonable belief it will not be exercised, causing unjustified consequences; a court commits excess by accepting a claim as a specific performance request when the plaintiff has limited it to recognition, thereby awarding more than requested.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1159 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1159/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Α.Ε ΠΑΡΑΓΩΓΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΣΚΥΡΟΔΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΔΡΑΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ Α.Ε", που εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουκουράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 556/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 574/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πατρών..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, μόνη η ανοχή του μισθωτού ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών και η κακή οικονομική κατάσταση του εργοδότη, η οποία μάλιστα θα επιδεινωθεί από την άσκηση όμοιων αξιώσεων από άλλους μισθωτούς δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της αξιώσεως του για την καταβολή των νόμιμων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του ή άλλων εργατικών γενικά δικαιωμάτων του, από τα οποία παραίτηση δεν επιτρέπεται κατά νόμο (ΑΠ Ολομ. 33/2005, ΑΠ Ολομ. 17/1995).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παράλειψε την εφαρμογή εφαρμοστέου, ή προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε, κατά κρίση ανάλεγκτη, τα ακόλουθα:
Η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) εταιρεία έχει έδρα την Πάτρα και αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία σκυροδέματος και αδρανών υλικών, το, δε παραγωγικό της συγκρότημα είναι εγκατεστημένο στη Βιομηχανική Περιοχή Πατρών. Επί σειρά ετών η αναιρεσείουσα λειτουργούσε με τη μορφή του αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Συνεταιρισμός έτοιμου σκυροδέματος Αχαΐας Συν.
Π.Ε." και από το Μάϊο του έτους 2003 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία συνεχίζει τη δραστηριότητα του συνεταιρισμού, υποκαταστάθηκε στη θέση αυτού και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε το έτος 1992 από την αναιρεσείουσα, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων εντός του νόμιμου ωραρίου και να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους των ΣΣΕ και ΔΑ που ρυθμίζουν τις αμοιβές των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων των πάσης φύσεως επιχειρήσεων όλης της χώρας, καθόσον οι διάδικοι είναι μέλη αντίστοιχα των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων που συμβάλλονται κατά την κατάρτιση και συνομολόγηση των παραπάνω συμβάσεων.
Ο αναιρεσίβλητος κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι είναι κάτοχος άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας, έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου και με προϋπηρεσία ως οδηγός αυτοκινήτων. Κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στην αναιρεσείουσα οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... φορτηγό αυτοκίνητο - βαρέλα ιδιοκτησίας της και μετέφερε έτοιμο σκυρόδεμα σε εκτελούμενα έργα.
Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2003 ο αναιρεσίβλητος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα και πέραν του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως, για την οποία, με βάση το χρόνο της απασχολήσεώς του και το εκάστοτε νόμιμο ωρομίσθιό του (στοιχεία τα οποία λεπτομερώς αναφέρονται), δικαιούται υπόλοιπο αμοιβής από 9.145,44 ευρώ, ενώ, επίσης απασχολήθηκε και κατά ημέρες Σαββάτου και δικαιούται για την εργασία του αυτή αμοιβή από 5.667,97 ευρώ, δηλαδή δικαιούται συνολικά 14.813,41 ευρώ.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η άσκηση των ένδικων αξιώσεων δεν είναι καταχρηστική ως αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον, η επί μακρό σχετικά χρόνο ανοχή του αναιρεσείοντος ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποιθήσεως στην αναιρεσείουσα περί μη ασκήσεως των αξιώσεών του για την καταβολή πλήρων των νόμιμων αποδοχών του και ως εκ τούτου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκησή τους, ούτε καθιστά τέτοια η οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, η οποία θα επιδεινωθεί από την άσκηση ήδη όμοιων αξιώσεων από άλλους εργαζομένους της, όπως η ίδια ισχυρίζεται, ενόψει μάλιστα και της κατ' έτος αυξήσεως των κερδών αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο ως προς το ύψος της αμοιβής του για κάθε επιπλέον του συμβατικού ωραρίου ώρα εργασίας του, δεν υποδηλώνει ούτε παραίτηση από τις αξιώσεις του, η οποία άλλωστε είναι άκυρη, ούτε εγκατάλειψη αυτών, η όποια δε διστακτικότητα και καθυστέρηση του αναιρεσίβλητου να προβάλει επιτακτικά κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως τις αξιώσεις του και να επιδιώξει την άμεση ικανοποίηση τους είναι κατανοητή και οφείλεται στην επαγγελματική του εξάρτηση από την αναιρεσείουσα.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας, είχε απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστικώς ασκούμενη, και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό των 14.813, 41 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την προπαρατεθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., απορρέων, πρώτος λόγος της ασκήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά τον γενόμενο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δέχεται αυτή σαν να ήταν καταψηφιστική. Στην προκείμενη περίπτωση, αν και ο αναιρεσίβλητος με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, περιόρισε το αγωγικό του αίτημα για επιδίκαση ποσού 41.508,59 ευρώ, για αμοιβή από εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου του, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η προσβαλλομένη απόφαση , που κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και, αντί απλής αναγνωρίσεως, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ποσό 14.813,41 ευρώ.
Έτσι όμως το Εφετείο επιδίκασε, αφού δέχθηκε την αγωγή ως καταψηφιστική, αγνοώντας το γενόμενο πιο πάνω περιορισμό της, περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς την ανωτέρω διάταξή της, η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως εν μέρει ηττώμενος, στα εν μέρει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ως προς τη διάταξή της που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 574/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα εν μέρει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ