1159/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1159/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συζύγων και Τέκνων-ΣυνΠΕ", χωρίς να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της, σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της και από πού προκύπτουν αυτές, καθώς και με πληρότητα, και όχι περιορισμένα και αποσπασματατικά, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως προς το ανωτέρω ζήτημα.
Full text
Απόφαση 1159 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., δικηγόρου. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του. Των αναιρεσίβλητων: 1)........, 2)........, 3)........και 4)........... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Πουλακίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 896/2003 μη οριστική και 893/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεως που εκδόθηκε μετά την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια τόσο η ουσιαστική διάταξη που παραβιάσθηκε, όσο και τα σχετικά με αυτήν πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα ενώ έπρεπε να τον εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα και που ακριβώς έγκειται το σφάλμα) καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος δεν ιδρύεται όταν στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδεται παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως εκείνες των άρθρων 62, 64 παρ.2, 118, 216, 261, 252, 269, 338, 352-354 και 534 ΚΠολΔ. Τέλος, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή σε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, κατά τις σχετικές αιτιάσεις τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 107, 211, 212, 741, 749,-754, 758-759, 902 ΑΚ, χωρίς να εκτίθενται στο αναιρετήριο τα νομικά σφάλματα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, καθώς και, προπαντός, τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το Εφετείο (παραδοχές), υπό τα οποία και συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ανωτέρω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί, ως προς την αμέσως παραπάνω αιτίασή τους, είναι αόριστοι, ενώ ως προς την αιτίαση με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση των καθαρώς δικονομικών διατάξεων των άρθρων 62, 64 παρ.3, 118, 216, 261, 262, 269, 338, 352-354 και 534 ΚΠολΔ οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚπολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες: α) της παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και β) της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, διότι, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση ο αναιρεσείων μεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων των συμφληθέντων, τα οποία δημιούργησαν την ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία τους, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, ποιός ήταν ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.
Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα ως προς τη νόμιμη βάση. Ειδικοτερα, αν ο λόγος αφορά ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται οι αιτιολογίες αυτές, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο ανάγονται, η διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και γενικά σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, αλλιώς ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, πρώτο, τέταρτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως, κατά τις σχετικές αιτιάσεις τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η οι πλημμέλειες ότι με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι αναρεσίβλητοι (εναγόμενοι) δεν συνεβλήθησαν με τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) στο δικό τους όνομα και για δικό τους λογαριασμό, αλλά ως εκπρόσωποι (προσωρινή διοίκηση) του υπό σύσταση οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Παραθεριστικός -Οικοδομικός Συνεταιρισμός Τραπεζικών Υπαλλήλων .......
Συζύγων και Τέκνων-ΣυνΠΕ", χωρίς να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της, σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της και από πού προκύπτουν αυτές, καθώς και με πληρότητα, και όχι περιορισμένα και αποσπασματατικά, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως προς το ανωτέρω ζήτημα.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί, κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις τους, είναι αόριστοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως, κατά τις σχετικές αιτιάσεις, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες απ'αυτόν ισχυρισμούς ότι στο Ειρηνοδικείο Πατρών δεν υφίσταται καμία καταχώριση ή διαβίβαση πρακτικού Γενικής Συνελεύσεως και εγγραφή συνεταιρισμού υπό την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Τραπεζικών Υπαλλήλων ........
Συζύγων και Τέκνων αυτών ΣυνΠΕ", ή άλλου συνεταιρισμού με παρόμοια επωνυμία, καθώς και ότι έλαβε υπόψη του εν μέρει και όχι στο σύνολό της την κατάθεση της μάρτυρα συζύγου του ......... Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η πρώτη των προβαλλομένων αιτιάσεων δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως αυτών και επιχείρημα προς υποστήριξη των αντιθέτων απόψεων του αναιρεσείοντος, ενώ η δεύτερη των ως άνω αιτιάσεων δεν μπορεί να ιδρύσει τον ανωτέρω εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Με τους πρώτο, δεύτερο και έβδομο λόγους του αναιρετηρίου υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. 'Όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι την αποδεικτική του κρίση για τα πραγματικά γεγονότα το Εφετείο διαμόρφωσε με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση του αποδεικτικά μέσα.
Ως προς την αιτίαση συνεπώς αυτή οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, και ιδίως, από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, το οποίο, κατ' άρθρο 681 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία των διαφορών για την παροχή εργασίας, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Δ.
Γκαδόλου δοθείσες 103/2000, 402/2000 και 1931/2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρας συζύγου του αναιρεσείοντος ........., καθώς και τα καθοριζόμενα από τον τελευταίο αυτόν αποδεικτικά του έγγραφα.
Κατά συνέπεια, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τις σχετικές αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Ως προς την αιτίαση της παρά το νόμο λήψεως υπόψη από το Εφετείο του προσκομισθέντος από τους αναιρεσιβλήτους από 17-1-1996 εγγράφου πρακτικού εκλογής Διοικητικού Συμβουλίου και Εποπτικού Συμβουλίου του "Παραθεριστικού-Οικοδομικού Συνεταιρισμού Τραπεζικών Υπαλλήλων .........
Συζύγων και Τέκνων αυτών ΣυνΠΕ", με τον ισχυρισμό ότι αφενός το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση εκπρόθεσμα από τους αναιρεσίβλήτους με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους και αφετέρου ότι το εν λόγω έγγραφο εστερείτο αποδεικτικής δυνάμεως, διότι δεν είχε βεβαία χρονολογία, δεν είχε νόμιμη δημοσίευση και δεν συνοδευόταν από αντίστοιχο καταστατικό, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Και τούτο διότι, εφόσον το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δεν απέκρουσε το ως άνω αποδεικτικό μέσο ως απαράδεκτο λόγω βραδείας προσκομιδής του στην πρωτόδικη δίκη (ΚΠολΔ 529 παρ.2), νόμιμα και επιτρεπτά το έλαβε υπόψη έστω και αν το ως άνω έγγραφο είχε βραδέως προσκομισθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο και αν, επιπλέον, δεν πληρούσε τυχόν τους όρους του νόμου.
Ως προς την αιτίαση της παρά το νόμο λήψεως υπόψη δικαστικής ομολογίας του αναιρεσείοντος, σχετικής με την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής, την οποία (ομολογία) δεν επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε οποιαδήποτε ομολογία του αναιρεσείοντος.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος, αποδείξεως. Ως προς την αιτίαση αυτή, που απορρέει από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αποκλείεται η ίδρυσή του στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας.
Με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, αφενός λόγω αοριστίας και αφετέρου λόγω εκπρόθεσμης προβολής της. Ως προς την αιτίαση αυτή, που απορρέει από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, οι ανωτέρω λόγοι ενέχουν αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προεβλήθη στην κατ΄ έφεση δίκη (άρθρο 512§ 2 ΚπολΔ)..
Με τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ απορρέοντα δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι αγνόησε τον τρίτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης κρίσεως του Πρωτοδικείου σχετικώς με την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εκπροσώπηση του ιδρυθέντος το έτος 1979 Οικοδομικού Συνεταιρισμού Τραπεζικών Υπαλλήλων .......
ΣυνΠΕ. 'Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενήργησαν εν προκειμένω ως εκπρόσωποι (προσωρινή διοίκηση) του αναφερόμενου πιο πάνω υπό σύσταση οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Παραθεριστικός-Οικοδομικός Συνεταιρισμός Τραπεζικών Υπαλλήλων ......
Συζύγων και Τέκνων-ΣυνΠΕ", κατά του οποίου και θα έπρεπε να απευθύνει την αγωγή του ο αναιρεσείων. Ως προς την ανωτέρω, συνεπώς, αιτίαση ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι ο ως άνω τρίτος λόγος της εφέσεως εμπεριείχε ισχυρισμό επουσιώδη, δηλαδή μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚπολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστες αιτήσεις του και συγκεκριμένα ότι "άφησε αδίκαστα τα διάφορα νομιμότατα αιτήματά του, υποβληθέντα πρωτοδίκως στα πρακτικά αλλά και με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του, στην ουσία επρόκειτο περί αντενστάσεως του στην αόριστη, στρεψόδικη και αναπόδεικτη ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι δήθεν δεν νομιμοποιείται παθητικώς, η οποία αντένστασή του απερρίφθη σιγή, χωρίς να διαταχθούν ποτέ αποδείξεις περί αυτής και χωρίς να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να προσκομίσουν όλα τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα προς απόδειξη της άνω στρεψόδικης ενστάσεως τους".
Ο λόγος αυτός, κατά τη σχετική αιτίασή του, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά αιτήματα του αναιρεσείοντος άφησε αδίκαστα το δικαστήριο της ουσίας, ενώ οι εκτιθέμενοι ανωτέρω λοιποί ισχυρισμοί του δεν αποτελούν "αιτήσεις", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚπολΔ, αλλά περιστατικά προβληθέντα για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποιήσεως της ένδικης αγωγής του, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και απερρίφθησαν από το Εφετείο.
Οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου ως προς την, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη αιτίαση περί παραμορφώσεως των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωμένων εγγράφων και το αποδοθέν στα έγγραφα αυτά διάφορο περιεχόμενο από Εφετείο, ούτε διευκρινίζει σε τι συνίσταται η παραμόρφωση του περιεχομένου τους. Κατά το άρθρο 254 παρ.1 εδάφ.α' ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην επαναλαμβανόμενη ως άνω συζήτηση η υπόθεση σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδάφ. β' του ίδιου άρθρου εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Η τελευταία αυτή ρύθμιση δεν αναφέρεται στο άρθρο 245 ΚπολΔ, το οποίο προβλέπει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση και ως εκ τούτου στη νέα συζήτηση που θα γίνει μετά τη διαταχθείσα αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων δεν απαιτείται η υπόθεση να εκδικασθεί από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως κατ΄ εκτίμηση προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέταξε όχι την επανάληψη της συζητήσεως κατ΄άρθρο 254 ΚπολΔ, αλλά την κατ΄άρθρο 245 του ίδιου Κώδικα αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο και επομένως δεν ήταν απαραίτητο να εκδικασθεί η υπόθεση από την ίδια σύνθεση του Εφετείου. Κατ΄ακολουθίαν, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, απορρέων, ένατος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2005 αίτηση του ....... περί αναιρέσεως της 893/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ