Legislator Case Law & Legislation
1158/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding board resolutions and guarantee validity under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1158/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Rodiak and Rodogkaz against the First Instance Court's judgment. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their objection regarding board resolutions and the validity of a guarantee provided by a fourth party. The court held that the objection was inadmissible because the new arguments were not raised in the initial objection and the lower court correctly applied the law regarding the lack of necessity for a general meeting resolution in that specific context.

Legislator headnote

AI generated

Articles 626, 623, 559, 495 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds were not raised in the objection, and the lower court's rejection based on procedural illegitimacy precludes substantive review of new documents.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure objection admissibility board resolution validity guarantee provision appeal dismissal legal costs allocation procedural illegitimacy

Cited Legislation

AI generated
Article 626 of the Code of Civil Procedure
Article 623 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 23 of Law 2190/1920

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1158 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1158/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΡΕΚΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Κ. Χ. του Π. , κατοίκου ... , 3) Γ. Κ. του Ν. , κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΟΓΚΑΖ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΥΓΡΑΕΡΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΡΟΔΟΓΚΑΖ Α.Ε.", που εδρεύει στο Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραβοκύρη, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-2-2024 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ. 1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ.α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019), στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση εγγύησης προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρέωσης του (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).

Η ενοχή δε για το κατάλοιπο, που προκύπτει από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γεννάται ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένως ή υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός ή και πριν το κλείσιμο, την οφειλή αυτή (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/05, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991, ΑΠ 1226/1982).

Αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991). Στην περίπτωση δε που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ` αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1106/1994).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη.

Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', ε', στ και ζ' του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής.

Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990).

Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, ως πιστούχος ή ως εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια συμβάσεως παροχής πιστώσεως από Τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα, η εκ μέρους του εγγυητή παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσονται οι καθ' ών να πληρώσουν, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 1215/1995).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι, που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθ'ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019).

Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).

Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).

Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).

Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως.

Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με τέτοιο σκοπό, δηλαδή με σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ.

β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια, μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας, που θεσπίζεται με το άρθρο 361 ΑΚ.

Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 260 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ.

ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1259/2021, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 51/2020).

Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος, αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους, μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.

Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 913/2020). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (αρθρ. 437 ΑΚ) (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1259/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 913/2020).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου την από 15-12-2014 ανακοπή τους, με την οποία, για τους αναφερόμενους σε αυτήν ένδεκα λόγους, ζήτησαν: α) την ακύρωση της υπ' αρ. 743/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με αίτηση της αναιρεσίβλητης, ως ειδικής διαδόχου στην επίδικη απαίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "FBB - Πρώτη Επιχειρηματική Τράπεζα Α.Ε.", με βάση την υπ' αρ. 5020/548/30-12-2010 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό και την πρόσθετη πράξη εγγύησης αυτής, δυνάμει των οποίων χορηγήθηκε πίστωση από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης στην πρώτη ανακόπτουσα - ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με την εγγύηση υπέρ αυτής των λοιπών ανακοπτόντων - ήδη αναιρεσειόντων και με την οποία διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν νομιμοτόκως στην καθ' ης η ανακοπή - ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 684.485,30 ευρώ και β) την ακύρωση της από 10/11/2014 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, την οποία τους επέδωσε η καθ' ης η ανακοπή.

Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο ανακοπής οι αναιρεσείοντες ζητούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής εκτέλεσης, ισχυριζόμενοι ότι τα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης, που εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης από το άνοιγμά του και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης αυτής και με βάση τα οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν είναι έγκυρα, όπως αναλυτικά αναφέρουν στους λόγους ανακοπής, με συνέπεια να μην αποδεικνύουν την απαίτηση και να καθιστούν άκυρη την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Επίσης με τον τέταρτο λόγο ανακοπής ζητούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής εκτέλεσης ισχυριζόμενοι ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε ακύρως και με βάση την από 10/6/2013 επιστολή της πιστούχου πρώτης αναιρεσείουσας προς τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή αναγνώρισε εγγράφως το χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης πίστωσης, ανερχόμενο στις 31/3/2013 στο ποσό των 662.085,73 ευρώ, ενώ το έγγραφο αυτό δεν απεδείκνυε την απαίτηση, γιατί η απευθυντέα αυτή δήλωση δεν απευθυνόταν προς την αναιρεσίβλητη, η οποία από 10/5/2013 είχε καταστεί ειδική διάδοχος της πιστούχου στην ένδικο έννομη σχέση, αλλά στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης FBB Α.Ε., που ήδη είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση.

Η ανακοπή ως προς όλους τους λόγους της απορρίφθηκε πρωτοδίκως και η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Μονομελές Εφετείο Ρόδου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων, εξετάζοντας και απορρίπτοντας όλους τους επαναφερθέντες με την έφεση λόγους ανακοπής.

Η απόρριψη του δεύτερου λόγου ανακοπής δεν προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και συνεπώς η απόρριψη αυτή κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 26-7-2019. Τον τέταρτο λόγο ανακοπής το Εφετείο τον απέρριψε δεχόμενο ότι "εφόσον η καθ' ης η ανακοπή υποκατέστησε στις συμβατικές σχέσεις με τρίτους πελάτες τη δανείστρια τραπεζική εταιρεία και αποδέχθηκε τη δήλωση της πρώτης ανακόπτουσας σχετικά με την αναγνώριση του χρέους, που είχε προτείνει η αρχική πιστώτρια τραπεζική εταιρεία, η σύμβαση αναγνώρισης της οφειλής καταρτίστηκε έγκυρα" και "δεν συντρέχει ακυρότητα για τον λόγο ότι η δήλωση αποδοχής απευθυνόταν προς την αρχική δανείστρια εταιρεία, ειδική διάδοχος της οποίας είναι η καθ' ης τραπεζική εταιρεία, που παρέλαβε τη δήλωση αποδοχής".

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την απόρριψη από το Εφετείο του τέταρτου λόγου ανακοπής προσάπτοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τις παρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 167, 189 και 192 Α.Κ., 112 Εισ.Ν.Α.Κ., παρ. 1 της υπ' αρ. 102/2/10-5-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος σε συνδυασμό με τα άρθρα 68 Ν. 3601/07 και 17 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα και του παραρτήματος της υπ' αρ. 10/1/10-5-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, εξαιτίας των οποίων έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι καταρτίστηκε σύμβαση αναγνώρισης του καταλοίπου του λογαριασμού μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, ενώ καμία τέτοια σύμβαση δεν καταρτίστηκε και συνεπώς το έγγραφο της αναγνώρισης χρέους δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η οποία επομένως ακύρως εκδόθηκε.

Ο λόγος αναίρεσης αυτός, μετά την κατά τα ανωτέρω τελεσίδικη απόρριψη του δεύτερου λόγου ανακοπής, που έπληττε τα αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών της σύμβασης πίστωσης και τη μη προσβολή της απόρριψης αυτής με ειδικό λόγο της ένδικης αναίρεσης, καθίσταται αλυσιτελής και συνεπώς απαράδεκτος, γιατί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής, αλλά και κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, για το χρονικό διάστημα από το άνοιγμα του λογαριασμού της πίστωσης και μέχρι τις 31/3/2013, που αφορά η από 10/6/2013 επιστολή της πιστούχου πρώτης αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή αναγνώρισε εγγράφως τη μέχρι τότε οφειλή της από τη σύμβαση πίστωσης ποσού 662.085,73 ευρώ, εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω επιστολή, αλλά επιπροσθέτως και με βάση "ακριβές απόσπασμα εξηγμένο από τα τηρούμενα μηχανογραφικά βιβλία της Τράπεζας εκτυπωμένα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αυτής, την ακρίβεια των οποίων βεβαιώνουν υπάλληλοι της Τράπεζας, το οποίο εμφανίζει την κίνηση του υπ' αρ. 002236220047 λογαριασμού...

από το άνοιγμά του έως 1/4/2013 που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της πίστωσης και εμφάνιζε την ημερομηνία αυτή (1/4/2013) χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου 662.085,73 ευρώ", το οποίο απόσπασμα αποδείκνυε την κίνηση του λογαριασμού και συνεπώς, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, μετά την απόρριψη του δεύτερου λόγου ανακοπής, που έπληττε την εγκυρότητα του αποσπάσματος, παρέλκει η έρευνα σχετικά με το αν, με την αναφερόμενη έγγραφη αναγνώριση του καταλοίπου, που απευθυνόταν όχι προς την καταστάσα εν τω μεταξύ δικαιούχο της απαίτησης αναιρεσίβλητη αλλά προς την δικαιοπάροχό της, καταρτίστηκε και τι είδους σύμβαση αναγνώρισης χρέους ή αν απλώς η αναγνώριση αυτή αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο, συνακόλουθα δε, και η έρευνα ως προς το έγκυρο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής με βάση την αναγνώριση αυτή, στην οποία θεμελιώνεται ο τέταρτος λόγος της ανακοπής.

Με την διάταξη του άρθρου 23 α' παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών", που επιγράφεται "Συμβάσεις της εταιρείας με μέλη του διοικητικού συμβουλίου", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 και πριν την κατάργησή του, από 1-1-2019, με τα άρθρα 189 παρ.

α' και 190 Ν.4548/2018 "Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών" και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης πίστωσης (30-12-2010), ορίζεται ότι [εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου πιστωτικές συμβάσεις] απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους.

Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπουμένου στην συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου επιτράπηκε η άδεια της γενικής συνέλευσης να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι στην εν λόγω απόφαση δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπουμένου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου, σε αντίθεση δηλαδή με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, όπου απαιτείτο η απόφαση της γενικής συνέλευσης να είναι πάντοτε προγενέστερη της σύναψης της σύμβασης, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η γενική συνέλευση να τεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων (ΑΠ 927/2024, ΑΠ 1245/2018).

Τέλος στην παρ. 5 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω.

Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο επί της εταιρείας, εάν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42 ε'...", ενώ στην παρ. 5 του άρθρου 42 ε' καθορίζονται συγκεκριμένες αυστηρες προϋποθέσεις για να κριθεί ότι δύο επιχειρήσεις αποτελούν "συνδεδεμένες επιχειρήσεις" και ότι η μία ασκεί έλεγχο στην άλλη.

Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών της παρ. 5, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης τους είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 927/2024, ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1512/2011, ΑΠ 1791/2006).

Από την σαφή διατύπωση των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η απαγόρευση που θεσπίζεται με το άρθρο αυτό αφορά στη σύναψη δανείων και οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της ανώνυμης εταιρείας με τα κατονομαζόμενα στην παρ. 5 πρόσωπα, με τις οποίες συμβάσεις επιβαρύνεται η ανώνυμη εταιρεία και πως η απαγόρευση αυτή αφορά και στην παροχή εγγύησης της ανώνυμης εταιρείας υπέρ των ανωτέρω προσώπων, όχι δε και στην αντίστροφη περίπτωση της παροχής εγγυήσεως από τα πρόσωπα αυτά υπέρ της ανώνυμης εταιρείας, αφού με την παραχώρηση αυτή ουδεμία ζημία είναι δυνατόν να έχει η ανώνυμη εταιρεία.

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο ανακοπής οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των ανακοπτόντων προέβαλαν ότι είναι απολύτως άκυρες οι δοθείσες από αυτούς εγγυήσεις υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας - πιστούχου κατά τα άρθρα 23Α' του Ν. 2190/1920 και 174 Α.Κ., γιατί, κατά τον χρόνο που δόθηκαν οι εγγυήσεις αυτές, ο δεύτερος ανακόπτων ήταν μέλος του Δ.Σ.

της πρώτης ανακόπτουσας - πιστούχου, ο τρίτος ανακόπτων ήταν μέλος του Δ.Σ., αλλά και μέτοχος κατέχων 582.500 μετοχές της πρώτης ανακόπτουσας - πιστούχου και η τέταρτη ανακόπτουσα - ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ελέγχετο από τον δεύτερο ανακόπτοντα, ο οποίος εκτός από μέλος του Δ.Σ. της πρώτης ανακόπτουσας - πιστούχου ήταν μέλος του Δ.Σ.

και νόμιμος εκπρόσωπος της ιδίας και για τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης δεν προηγήθηκε απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της πρώτης ανακόπτουσας - πιστούχου ανώνυμης εταιρείας. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος από το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ρύθμιση του άρθρου 23 Α' του ν. 2190/1920 αφορά και στην παροχή εγγυήσεως της ανώνυμης εταιρείας υπέρ των προσώπων της παρ. 5 του άρθρου αυτού και όχι στην αντίστροφη περίπτωση της παροχής εγγυήσεως των προσώπων αυτών υπέρ της ανώνυμης εταιρείας, όπως προβάλλεται με τον έκτο λόγο ανακοπής.

Την απόρριψη αυτή προσβάλλει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης μόνο η τέταρτη ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία, κατ' επίκληση των από τους αριθμούς 1 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμελειών, με τις αιτιάσεις αντιστοίχως: 1) ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 23Α' περ. 1, 5, 42 Ε' παρ. 5 και 96 παρ. 1 Ν. 2190/1920 και έτσι απέρριψε τον έκτο λόγο της ανακοπής της ως μη νόμιμο, ενώ αυτός ήταν νόμιμος, γιατί δεν λήφθηκε απόφαση από τη Γ.Σ.

της ιδίας για την παροχή της εγγύησης και 2) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από την ίδια με τις προτάσεις της ενώπιόν του, (όπως και πριν στο Πρωτοδικείο), σχετικά με αριθμούς 18 και 19, που αφορούν στη σύνθεση του Δ.Σ., τόσο της πρώτης αναιρεσείουσας - πιστούχου, όσο και της ιδίας, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι μέλη του Δ.Σ.

τόσο της πρώτης αναιρεσείουσας όσο και της ιδίας ήταν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, ενώ αυτοί είχαν δικαίωμα εκπροσώπησης της πρώτης αναιρεσείουσας, ο δε δεύτερος αναιρεσείων είχε και δικαίωμα εκπροσώπησης της ιδίας μαζί με τον μη διάδικο Κ. Γ. . Ο έκτος λόγος ανακοπής, όπως προβλήθηκε με την ανακοπή, ήταν μη νόμιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί, για τη χορήγηση εγγύησης υπέρ της πιστούχου πρώτης αναιρεσείουσας από την εγγυήτρια τέταρτη αναιρεσείουσα δεν απαιτείτο απόφαση της Γ.Σ.

της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού η παροχή εγγύησης που ήταν επωφελής για αυτήν δεν απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 23 Α' Ν. 2190/1920 και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την αιτιολογία αυτή απέρριψε τον έκτο λόγο ανακοπής ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23 α' Ν. 2190/1920, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση και συνεπώς ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σημειωτέον ότι η μεταβολή του περιεχομένου του λόγου αυτού, στην οποία προέβη η τέταρτη αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της επικαλούμενη πλέον όχι ότι δεν λήφθηκε απόφαση από τη Γ.Σ. της πρώτης αναιρεσείουσας πιστούχου για τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, αλλά ότι δε λήφθηκε απόφαση από τη Γ.Σ.

της ιδίας και με βάση την οποία προβάλλεται ο πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτη, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί τα νέα αυτά περιστατικά δεν προβλήθηκαν με λόγο ανακοπής. Τέλος ο ίδιος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται στην συγκεκριμένη περίπτωση ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η απόρριψη του έκτου λόγου ανακοπής έγινε γιατί κρίθηκε ότι αυτός είναι μη νόμιμος και συνεπώς, αφού το Εφετείο δεν εξέτασε κατ' ουσίαν τον λόγο αυτό δεν είχε δυνατότητα να εξετάσει και τα έγγραφα, που επικαλείται η τέταρτη αναιρεσείουσα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2020 αίτηση των αναφερομένων στην αρχή της απόφασης αναιρεσειόντων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 207/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσων. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ