Legislator Case Law & Legislation
1158/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding debt transfer agreement validity and evidence assessment.

Case Number 1158/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court incorrectly interpreted a private agreement regarding debt transfer, specifically misreading the date of signature and the meaning of the word 'discussed'. The court held that the appellate court correctly assessed the evidence and its own factual findings were not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments or the interpretation of evidence by the Court of Appeal, thereby dismissing appeals based on alleged misreading of documents or incorrect evaluation of facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual assessment review evidence interpretation debt transfer agreement costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1158 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1158/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «... ΦΑΡΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΖΩΪΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ» και με διακριτικό τίτλο «... ΦΑΡΜ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αμφιτρίτη Αλεξανδρούπολης Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) Ι. Ζ. Δ.,

3) Τ. Ζ. Δ.,

4) Κ. Ζ. Δ., κατοίκων ... Αττικής,

5) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΒΙΟΚΟΤ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» που εδρεύει στα Οινόφυτα Βοιωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αγγελίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου:

Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ» και διακριτικό τίτλο «ATE LEASING A.E.», τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής, Ανώνυμη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μάριο Παναγιωτόπουλο και Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.02.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2219/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3605/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25.10.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Με την κρινόμενη από 25.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ’ αριθ. 3605/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 2219/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 27.02.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 3/2009, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 390/2020, ΑΠ 59/2020).

Περαιτέρω, παράβαση που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017).

Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 27.02.2015 αγωγή της ιστορούσε ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με την από 18.05.2007 αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Θράκης ζήτησε την υπαγωγή της στην εξυγιαντική διαδικασία του άρθρ. 44 του ν. 1892/1990, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 349/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που έκανε δεκτή αυτήν και επικύρωσε την από 18.05.2007 συμφωνία περιορισμού και ρύθμισης χρεών της εταιρείας «...

ΦΑΡΜ ΑΕ», χωρίς να συμμετάσχει στην εξυγιαντική αυτή διαδικασία η ίδια (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη), που δεν αποτέλεσε συμβαλλόμενο πιστωτή. Ακόμη ανέφερε ότι η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) συνήψε με πιστωτές της, ανάμεσα στους οποίους δεν είναι η ίδια (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη), την από 27.12.2006 συμφωνία περί ρύθμισης των χρεών της κατ’ άρθρ. 44 του ν. 1892/1990, η αίτηση δε για την επικύρωσή της έχει ήδη κατατεθεί ενώπιον του Εφετείου Θράκης και συζητείται στις 23.02.2007.

Επίσης, με την αγωγή της αυτή η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμφωνίας συμβιβασμού, η οποία καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας) ως πρωτοφειλέτιδας και στην οποία συνεβλήθησαν και οι λοιποί εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) ως εγγυητές, οι εκεί αντισυμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις τερμάτισαν τη μεταξύ τους υφιστάμενη αβεβαιότητα, ως προς το σύνολο των μεταξύ τους εννόμων σχέσεων από συμβάσεις χρηματοδοτικών μισθώσεων και από αδικοπραξίες, ρυθμίζοντας επισφαλείς απαιτήσεις της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας) προς αυτήν (ενάγουσα-αναιρεσίβλητη), ύψους 4.679.996 και 4.000.000 ευρώ αντίστοιχα και ειδικότερα συμφώνησαν η μεν ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) να περιορίσει τις απαιτήσεις της στο ποσό των 940.000 ευρώ, η δε πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) αναγνώρισε το ως άνω χρέος της και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ως άνω ποσό σε δέκα ισόποσες ετήσιες δόσεις των 94.000 ευρώ, αρχής γενομένης την 31.07.2009 έως και την 31.07.2018.

Ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) δεν έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα τις δόσεις της 31.07.2012, 31.07.2013 και 31.07.2014, αρνούμενοι να πράξουν τούτο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της (ενάγουσας - αναιρεσίβλητης). Επίσης, εξέθεσε ότι με την εν λόγω συμφωνία συμφωνήθηκε ρητά ότι αυτή τίθεται εκτός του προστατευτικού πλαισίου του ν. 1892/1990 και σε κάθε περίπτωση καταρτίζεται μετά τη συμφωνία πιστωτών-επιχείρησης, που υπέβαλε προς έγκριση στο αρμόδιο δικαστήριο η οφειλέτιδα εταιρεία.

Με βάση δε τα παραπάνω η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 282.000 (94.000 Χ 3 δόσεις) ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την πιο πάνω απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη την ως άνω αγωγή, απορρίπτοντας σχετική ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής, ακολούθως δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης των τελευταίων, με τον οποίο αυτοί είχαν επαναφέρει την εν λόγω ένστασή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής:

«| Με τα στοιχεία αυτά προσδιορίζεται επαρκώς η ένδικη ενοχή και από τα συμφραζόμενα κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή συνάγεται ότι η ένδικη απαίτηση ήταν μεταγενέστερη της συμφωνίας του άρθρου 44 του ν. 1892/1990. Η παράλειψη δε αναγραφής του τόπου και του χρόνου της ένδικης συμφωνίας ουδόλως επηρρεάζει τον καθορισμό του περιεχομένου αυτής, αλλ’ αντιθέτως τα στοιχεία αυτά καθίστανται αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας».

Με το πιο πάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, δηλαδή την κατάρτιση της επικαλουμένης (χωρίς ημερομηνία) σύμβασης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Ειδικότερα δε όσον αφορά στο χρόνο σύναψης αυτής (σύμβασης), προσδιορίζεται αυτός κατά τρόπο σαφή και νομικά επαρκή στο δικόγραφο της αγωγής ως μεταγενέστερος της πιο πάνω αναφερόμενης από 18.05.2007 συμφωνίας περιορισμού και ρύθμισης χρεών της πρώτης αναιρεσείουσας, που επικυρώθηκε με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι ένδικη αγωγή για τη θεμελίωση του επικαλουμένου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης βασίζεται στην πιο πάνω συμφωνία περί συμβιβασμού, που έχει έννομη ισχύ κατά το χρόνο άσκησης αυτής (αγωγής), ως μεταγενέστερη και όχι προγενέστερη της πιο πάνω από 18.05.2007 συμφωνίας του άρθρου 44 του ν. 1892/1990.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν ενήργησε παρά το νόμο και δεν παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής. Κατά συνέπεια τούτων είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν σχετικές αιτιάσεις.

[ΙΙΙ] Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 981/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερομένου εγγράφου και ειδικότερα του χωρίς ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού σωρευτικής αναδοχής χρέους και εγγύησης, δεδομένου ότι, λαμβάνοντας μεν αυτό υπόψη κατά κύριο λόγο, αλλά παραμορφώνοντας το σαφέστατο περιεχόμενό του και ιδίως το σημείο αυτού στο οποίο αναφέρεται ότι η αίτηση για επικύρωση της σχετικής συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 1892/1990 συζητείται την 23.02.2007 και επιπλέον αποδίδοντας σ’ αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, κατέληξε στην κρίση ότι η ημερομηνία υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού ήταν μεταγενέστερη της 18.05.2007.

Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού (εγγράφου) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, αλλά εκτιμώντας το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Πρέπει δε να σημειωθεί και το ότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται σαφώς ότι η χρήση της λέξης «συζητείται» έχει την έννοια και δηλώνει κάτι που έγινε στο παρελθόν, δηλαδή χρησιμοποιείται προς έμφαση ο ενεστώτας αντί του αορίστου χρόνου. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και το παραπάνω έγγραφο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήητας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.10.2019 αίτηση των ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΦΑΡΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΖΩΪΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ», Ι. Ζ., Τ. Ζ., Κ. Ζ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΒΙΟΚΟΤ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3605/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoυς αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης

αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

ο αρχαιότερος της συνθέσεως

Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ