Supreme Court dismisses appeal against eviction ruling, rejecting tenant's claim of bad faith breach of contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against the First Instance Court's eviction order. The tenants argued the landlord acted in bad faith by failing to notify them of a new lease agreement and subsequently raising rent, which they claimed violated Article 281 of the Civil Code. The court held that these facts did not constitute a breach of good faith under Article 281 but rather supported the landlord's claim for eviction due to lease expiration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a landlord's failure to notify tenants of a new lease and subsequent rent increase does not constitute bad faith preventing eviction when the original lease has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1158 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1158/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Γ., 2) Μ. Γ. του Γ., κατοίκων ... και 3) κοινωνίας κληρονόμων με την επωνυμία "Κοινωνία κληρονόμων Γ. Γ.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γκαρίπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φωτεινόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 14.2.2019 αίτηση για την αναίρεση της 151/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά την οποία δικάζονται και οι μισθωτικές διαφορές, όπως η ένδικη (άρθρο 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το νόμο 4335/2015), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου, απερρίφθη η από 20.1.2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 169/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου με την οποία, κατά παραδοχή της επικουρικής βάσεως της από 16.5.2016 και αριθμ.εκθ. καταθ. 10/2016 αγωγής του αναιρεσιβλήτου περι αποδόσεως του περιγραφομένου σ' αυτή μισθίου καταστήματος εστίασης λόγω καταγγελίας για λήξη της μεταξύ τους υφιστάμενης μίσθωσης αορίστου χρόνου.
Μετά την κατάργηση του άρθρου 7 παρ.1 του ν.813/1978 με το άρθρο 3 του ν.1229/1982, αν εκποιηθεί το μίσθιο ακίνητο κατά τη διάρκεια της εμπορικής μίσθωσης, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου και μάλιστα χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ. έτσι ώστε ο νέος κτήτορας να υπεισέρχεται, από το νόμο, στη μισθωτική σχέση απεριόριστα και Vex αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής (ΟλΑΠ 6/2004).
Προκειμένου να χωρήσει κατά τις προηγούμενες διατάξεις υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του παλαιού αναφορικά με την εμπορική μίσθωση πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μίσθιου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 1033,1192 αριθ. 1, 1194 παρ. 1,1198 και 1201 Α.Κ και η υπεισέλευση συντελείται από την μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου (ΑΠ 999/2014).
Για την θεμελίωση συνεπώς της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητά τη απόδοση του μισθίου επικαλούμενος την από μέρους του καταγγελία της αορίστου χρόνου μίσθωσης λόγω της λήξης της , πρέπει, εκτός από τα άλλα να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής και τα πιο πάνω αναγκαία και για την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος περιστατικά, ότι δηλαδή υπεισήλθε από το νόμο στη μισθωτική σχέση γιατί επήλθε μεταβίβαση του μισθίου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της οικείας μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (άρθρα 1033, 1192 αρ.1, 1194 παρ.1 και 1198 Α.Κ.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός άλλων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου..Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Μπορεί δηλαδή ο ενάγων, με βάση την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 ΚΠολΔ, να συμπληρώσει, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων Δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού, που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος.( ΑΠ 1515/2018).
Εξάλλου, ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών) επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ.ΑΠ 2/1994), χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1261/1993).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1183/2015)..Εν συνεχεία ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού, είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 192/2016).
Στην υπό κρίση αγωγή, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) από τον Άρειο Πάγο εκτίθενται τα ακόλουθα: Με το με αριθμό 3..../22.9.2000 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Ν. Π. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκμισθωτής απέκτησε λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα του αναφερομένου σ' αυτή ακινήτου μισθίου καταστήματος το οποίο, από το έτος 1967 ο δικαιοπάροχος του δωρητής είχε μισθώσει στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων με διαδοχική μίσθωση ορισμένου χρόνου μέχρι την 30.9.1973 η οποία, έκτοτε μετετράπη σε μίσθωση αορίστου χρόνου.
Ότι στη μεταξύ τους, συνεχιζόμενη ως αορίστου χρόνου, μίσθωση, υπεισήλθε αυτοδικαίως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, λόγω της επελθούσας, από και δια του επισυμβάντος την 17.9.2003 θανάτου του ως άνω δωρητού και δικαιοπαρόχου του, συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα του μισθίου. Με την από 20.5.2004 μεταξύ του υπεισελθόντος πλέον στη μίσθωση ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, έγγραφη συμφωνία, που θεωρήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ, καθορίστηκε καταληκτικό χρονικό σημείο της μίσθωσης η 30.9.2006, μετά την παρέλευση της οποίας, ο ίδιος μισθωτής παρέμεινε στη χρήση του μισθίου μέχρι τον θάνατο του στις 10.12..2013.
Μετά το θάνατό του υπεισήλθαν στη μίσθωση οι ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων εναγόμενοι, τέκνα του, οι οποίοι προς συνέχιση της εκμετάλλευσης της στεγαζόμενης στο μίσθιο εμπορικής επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος, συνέστησαν μεταξύ τους την τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη των αναιρεσειόντων κοινωνία.
Το έτος 2015 ο ενάγων εκμισθωτής με τους ως άνω εναγομένους μισθωτές κατάρτισαν την, από 3.3.2015 έγγραφη συμφωνία, (όπως το περιεχόμενο της παρατίθεται αυτούσιο στην αγωγή), δυνάμει της οποίας όρισαν ως χρονικό σημείο λήξης της μεταξύ τους μίσθωσης την 31.12.2015, κατά την οποία όμως αυτοί, παρά τη ρητή εναντίωση και την προς τούτο έγγραφη όχληση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκμισθωτή, αρνήθηκαν να παραδώσουν το μίσθιο, στη χρήση του οποίου συνέχισαν να παραμένουν χωρίς τη θέλησή του.
Βάσει αυτών ο τελευταίος ζήτησε την απόδοση του μισθίου, λόγω της λήξεως της μίσθωσης που επήλθε κατά την ως άνω συμφωνημένη καταληκτική ημεροχρονολογία (31.12.2015) και επικουρικά, λόγω καταγγελίας αυτής με την ένδικη αγωγή ως μίσθωσης αορίστου χρόνου, Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων στοιχεία, ο χρόνος κατάρτισης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, η διάρκεια αυτής, η παρέλευση του νόμιμου και συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής και ο λόγος κατά συνέπεια άσκησης της ένδικης αγωγής για απόδοση του μισθίου και λύσης της μισθωτικής σύμβασης αλλά και η σαφής διατύπωση της περί καταγγελίας αυτής δήλωση βούλησης του εκμισθωτή.
Ειδικώς δε για την πληρότητα των στοιχείων που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος εκμισθωτή, η οποία επήλθε με την εκ του νόμου υπεισέλευση αυτού στην ένδικη μίσθωση στη θέση του αρχικού εκμισθωτή, αρκεί η επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής του αριθμού και της μεταγραφής στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ...
του συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Ν. Π. με το οποίο μεταβιβάστηκε σ'αυτόν η ψιλή κυριότητας του επίδικου μισθίου ακινήτου και η συνένωσή της με την επικαρπία το έτος 2003, χωρίς να είναι αναγκαία για το ορισμένο αυτής, η μνεία των λοιπών σχετικών με την μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση είναι δικονομικώς επιτρεπτή η δια των προτάσεων του ενάγοντος στον πρώτο βαθμό συμπλήρωση της αγωγής ως προς τα ως άνω, επουσιώδη για τη νομιμοποίησή του ενάγοντος εκμισθωτή στοιχεία, τα οποία εξάλλου, ανεξαρτήτως της επίκλησής τους, είναι δυνατόν να προκύψουν και από τις αποδείξεις, με την προσκομιδή των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών.
Συνακολούθως των παραπάνω ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, επικαλούμενοι την κατ'αρθρο 224 ΚΠολΔ δικονομικά ανεπίτρεπτη συμπλήρωση της με τις προτάσεις του ενάγοντος στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου συζήτηση, ως προς τα λοιπά ως άνω στοιχεία της μεταγραφής, είναι αβάσιμος και πρέπει ν απορριφθεί.
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την ίδια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης, με τον οποίο προέβαλαν στον δεύτερο βαθμό τον, περί απαραδέκτου του δικογράφου της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας ισχυρισμό τους, υποστηρίζοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη σε δικονομικά ανεπίτρεπτη συμπλήρωση της ιστορικής βάσης αυτής με αναγκαία για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της δίκης περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται αποκλειστικά στις ενώπιον του κατατεθείσες προτάσεις του ενάγοντος και αναφέρονται στις ενέργειες του αναιρεσείοντος για τη μίσθωση του ως άνω επίδικου μισθίου καταστήματος σε τρίτους, ενδιαφερόμενους μισθωτές που δραστηριοποιούνται στον ίδιο με τους αναιρεσείοντες επαγγελματικό χώρο, στη συμφωνία και τους όρους της από 2.11.2015 μίσθωσής του σ' αυτούς αντί μισθώματος ανερχομένου μηνιαίως στο ποσόν των 8.500 ευρώ.
Τα περιστατικά όμως αυτά, όπως εκτίθενται αναλυτικά, για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω αναιρετικού λόγου στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, δεν αποτελούν στοιχεία της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματος της απόδοσης του επίδικου μισθίου στον εκμισθωτή, έτσι ώστε η συμπλήρωσή τους με τις προστάσεις να έχει ως συνέπεια το κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ δικονομικό απαράδεκτο αυτής (της αγωγής), αλλά συνιστούν επιχειρήματα ενισχυτικά των αγωγικών ισχυρισμών αναφορικά με το ότι, η έγγραφη συμφωνία, που καταρτίστηκε στις 3.3.2015 μεταξύ του ενάγοντος εκμισθωτή και των εναγομένων μισθωτών, δεν αποτελεί νέα μίσθωση αλλά συμφωνία λύσης στις 31.12.2015 της, μέχρι τότε, μεταξύ τους ισχύουσας μίσθωσης αορίστου χρόνου, και της εναντίωσης αυτού στην εξακολούθηση της χρήσης του επίδικου μισθίου από τους αναιρεσείοντες.
Επομένως η προσβαλλομένη με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον ως άνω πρόσθετο λόγο της έφεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ως εφεσίβλητοι προέβαλαν τους, κατά τα όσα αναφέρθηκαν, παραπάνω νομικά αδιάφορους για το παραδεκτό της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς, έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό και πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με τη σωστή ως άνω αιτιολογία (Ολ ΑΠ 37/1996, 8/1993) να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 215/2016).
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 527/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 151/2018 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου με την οποία απερρίφθη η από 20.1.2017 έφεση αναιρεσειόντων μισθωτών κατά της υπ' αριθμ. 169ειδ.πιν/2016 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, έγιναν δεκτά ως προς το πληττόμενο με την αναίρεση μέρος της, τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη κρίση της (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) πραγματικά περιστατικά: "Με το από 1.10.1967 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ο Δ.
Α., θείος του εφεσίβλητου, εκμίσθωσε στο Γ. Γ., πατέρα των πρώτου και δεύτερης των εκκαλούντων, ένα ισόγειο κατάστημα ευρισκόμενο στη θέση "Α." .... Η μίσθωση αυτή είχε συμφωνηθεί αρχικά να έχει τριετή διάρκεια και στη συνέχεια ανανεώθηκε για ίσο χρόνο. Έκτοτε δε, η μίσθωση αυτή κατέστη αορίστου χρόνου. Εν συνεχεία και συγκεκριμένα το έτος 2000, ο παραπάνω εκμισθωτής δυνάμει του υπ' αριθμ. 3..../22.9.2000 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμος ...
αριθμός ...) του Υποθηκοφυλακείου ... μεταβίβασε στον εφεσίβλητο την ψιλή κυριότητα μεταξύ άλλων του ανωτέρω ακινήτου (ισογείου καταστήματος) παρακρατώντας την επικαρπία επ 'αυτού εφ' όρου ζωής, η οποία όμως αποσβέστηκε με το θάνατο του στις 17.9.2003. Από το χρονικό αυτό σημείο ο εφεσίβλητος, με την υποστροφή της επικαρπίας στην ψιλή κυριότητα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου και υπεισήλθε, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, στην, ήδη ενεργή, μισθωτική σχέση ως εκμισθωτής.
Ακολούθως, με το από 20.5.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό του τελευταίου με το μισθωτή, συμφωνήθηκε η 30.9.2006 ως δήλη ημέρα λήξης της μισθωτικής σύμβασης. Με το πέρας όμως και αυτής της ημέρας, ο μισθωτής παρέμεινε στη χρήση του μισθίου, χωρίς ο νέος εκμισθωτής να εναντιωθεί, ώστε να καταστεί αυτή, εκ νέου, αόριστης διάρκειας.
Στις 10.12.2013, επισυνέβη ο θάνατος του μισθωτή και στη θέση του υπεισήλθαν οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων, ως- εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος. Όμως οι τελευταίοι δεν κατήγγειλαν την επίδικη σύμβαση, αλλά εξακολούθησαν να εκμεταλλεύονται τη χρήση του ακινήτου (μίσθιου), συστήνοντας για το λόγο αυτό κοινωνία εκμετάλλευσής του, την τρίτη των εφεσιβλήτων ("Κοινωνία Κληρονόμων Γ.
Γ."), η οποία έκτοτε υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως μισθώτρια. Ωστόσο, οι συμβαλλόμενοι, με την εκατέρωθεν διαδοχή και υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση, συνέχισαν ο μεν εκμισθωτής να παραχωρεί τη χρήση, οι δε μισθωτές να κάνουν (ακώλυτη) χρήση του μισθίου καταβάλλοντος το μίσθωμα, χωρίς να λάβει χώρα κάποια τροποποίηση της σύμβασης, η οποία είχε καταστεί -και εξακολουθούσε να είναι- αορίστου χρόνου.
Ακολούθως, με το από 3.3.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι συνομολόγησαν ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα ανέρχεται από 600 σε 900 ευρώ μέχρι την 31.12.2015, οπότε και θα έληγε η μίσθωση, ενώ παράλληλα συμφώνησαν, ότι σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο ο μισθωτής συνέχιζε να κάνει χρήση του μισθίου μετά το ανωτέρω χρονικό σημείο ή ο εκμισθωτής δεν εναντιωνόταν, το μηνιαίο μίσθωμα για το επόμενο έτος θα ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σε ποσοστό 5% επί του μισθώματος του προηγούμενου έτους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος αναζητούσε μισθωτές προσπαθώντας να πετύχει ακόμη μεγαλύτερο των 6.000 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω προσπαθειών του, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με υποψήφιους μισθωτές, οι οποίες κατέληξαν στη σύναψη προσυμφώνου μίσθωσης τριετούς διάρκειας του εν λόγω ακινήτου, με τους Δ.
Χ. και Χ. Α. στις 2.11.2015, βάσει του οποίου, το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 8.500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% κατ' έτος. Η νέα δε αυτή μίσθωση, θα ξεκινούσε με την παράδοση του μισθίου κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουάριου του έτους 2016 και αφού προηγουμένως είχε λυθεί η υπάρχουσα. Ωστόσο, παρά τον περιεχόμενο στο από 3.3.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων όρο περί εναντίωσης ή μη του εκμισθωτή μέχρι τη λήξη αυτής και συγκεκριμένα μέχρι τις 31.12.2015, ούτως ώστε να μη χωρήσει παράτασή της, ο εκμισθωτής (εφεσίβλητος) δεν απευθύνθηκε προς τη μισθώτρια, τρίτη εκκαλούσα, ή τους εκπροσώπους αυτής (πρώτο και δεύτερη των εκκαλούντων), προκειμένου να τους γνωστοποιήσει την εναντίωσή του για την περαιτέρω παραμονή τους στο μίσθιο.
Εφόσον, λοιπόν, δεν δηλώθηκε εγκαίρως η εναντίωσή του, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μη λυθεί η μίσθωση στις 31.12.2015 και να ενεργοποιηθεί ο όρος βάσει του οποίου, το μηνιαίο μίσθωμα θα ανέρχεται πλέον στις 6.000 ευρώ. Ειδικότερα, από τη με ημερομηνία 3.3.2015 ως άνω έγγραφη συμφωνία, η οποία τιτλοφορείται "τροποποίηση συμβάσεως μίσθωσης πράξη παράτασης και λήξης μίσθωσης" και κυρίως από το περιεχόμενο της,- ως προς το οποίο δεν εμφανίζονται αμφίβολα ή κενά σημείαπου να καθιστούν επιβεβλημένη την προσφυγή στις ερμηνευτικές αρχές των ΑΚ 173 και 200 συνάγεται αναμφισβήτητα η βούληση των μερών να μη δοθεί στην ενδεχόμενη παραμονή των εκκαλούντων στο μίσθιο η έννοια της σύστασης νέας αυτοτελούς μίσθωσης, αλλά παράταση της υφιστάμενης με τροποποιημένους όρους.
Ενισχυτικά του πορίσματος αυτού στοιχεία αποτελούν αφενός μεν η εν γένει στάση του εφεσίβλητου (αναζήτηση νέων μισθωτών, -και όχι εκμισθωτών όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "νέων εκμισθωτών" - σύναψη του άνω προσυμφώνου κλπ.) αφετέρου δε η με αίρεση και υπό προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα γραπτή δέσμευση της τρίτης των εκκαλούντων να μην καταβάλει από 3-3-2015 έως 30-12-2015, αλλά από 1-1-2016 έως 31-12-2016 το νέο συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ύψους 6.000 ευρώ.
Ενόψει όλων των προαναφερομένων, στην υπό κρίση περίπτωση, έλαβε χώρα παράταση της υφιστάμενης μίσθωσης, η οποία έχει καταστεί εκ νέου αορίστου χρόνου από τον Ιανουάριο του έτους 2016. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος, από το Φεβρουάριο του έτους 2016, επέδωσε στους εφεσίβλητους εξώδικες δηλώσεις, διαμαρτυρόμενος για τη μη απόδοση σε αυτόν του μισθίου.
Εν συνεχεία με την υπό κρίση αγωγή, ο εφεσίβλητος κατήγγειλε νόμιμα την ένδικη μίσθωση, καταγγελία η οποία επιδόθηκε νομότυπα σε αυτούς και συνεπώς, με δεδομένο ότι πρόκειται για μίσθωση αορίστου χρόνου, επιφέρει την αναγκαστική λήξη αυτής. Διευκρινίζεται ότι, εφόσον δεν πρόκειται για κατάργηση της παλαιάς και σύναψη νέας μίσθωσης και με δεδομένο ότι έχουν παρέλθει ήδη πλέον των 45 ετών από την αρχική σύναψή της, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 13 παρ.2α Ν. 4242/2014, εφόσον η επίδικη μισθωτική σύμβαση, (η οποία καταρτίστηκε πριν από την ισχύ του άνω νόμου) δεν περιλαμβάνεται σε εκείνες τις μισθώσεις για τις οποίες ισχύει η ελάχιστη τριετής διάρκεια του άρθρου 13 παρ.1 εδ.
β' του ως νόμου. Και τούτο διότι, η ένδικη μίσθωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995, εφόσον συμπεριλαμβάνεται στις μισθώσεις εκείνες των οποίων η δωδεκαετής διάρκειά τους έχει λήξει και έχουν παρέλθει εννιά (9) μήνες από τη λήξη τους (εν προκειμένω από την καταγγελία της). Σημειώνεται, ακόμη, ότι η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος κατ'άρθρ 281 ΑΚ (ήτοι περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης εκ μέρους του εκμισθωτή, πριν από το πέρας της τουριστικής περιόδου 2015, ήτοι πριν από τον Οκτώβριο του έτους 2015) που προβάλλουν με σχετικό λόγο έφεσης οι εκκαλούντες, ελέγχεται αβάσιμη και κρίνεται απορριπτέα, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλουν για την άσκηση του ένδικου δικαιώματος καταγγελίας η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.
Επομένως, βάσει των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή (ως προς την επικουρική της βάση) ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί η λήξη δια καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης αορίστου χρόνου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν το μίσθιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που στο ίδιο δικανικό πόρισμα κατέληξε, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από τις παρούσες (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο Αιγαίου, κρίνοντας ομοίως με το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ουσιαστικά την έφεση και επικύρωσε τη με αριθμό 169Ειδ.Πιν./2016 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά την επικουρική της βάση, περί λήξεως με καταγγελία της ένδικης μίσθωσης αορίστου χρόνου, και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να αποδώσουν το επίδικο μίσθιο κατάστημα στον αναιρεσίβλητο εκμισθωτή.
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης αντίστοιχα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ επειδή, αν και δέχεται έμμεσα την ύπαρξη κενού και ασάφειας στην διατύπωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων διαδίκων στο από 3.3.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν προσέφυγε στην εφαρμογή τους προκειμένου να διαπιστώσει, αν η περιεχόμενη σ' αυτό σύμβαση αφορά παράταση της υφιστάμενης μεταξύ τους μίσθωσης, ή, νέα αυτοτελή μίσθωση.
Από τις παραπάνω, όμως παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι δεν περιέχεται έμμεση διαπίστωση του Εφετείου περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας ως προς το ζήτημα ότι η περιεχόμενη στο ως άνω από 3.3.2015 .ιδιωτικό έγγραφο συμφωνία των σ'αυτό συμβαλλομένων διαδίκων αφορά παράταση της ένδικης μίσθωσης, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι επεδίωξαν με αυτήν να επαναπροσδιορίσουν τους όρους της μέχρι τότε υφισταμένης μεταξύ των μίσθωσης αορίστου χρόνου και κυρίως απέβλεπαν στη ρύθμιση του ύψους του μισθώματος, για όσο χρόνο μέχρι την 31.12.2015, αλλά και μετά απ'αυτήν, οι αναιρεσείοντες μισθωτές θα εξακολουθούσαν, λόγω της κατά ως άνω παράτασης, να παραμένουν στη χρήση του μισθίου.
Η αναφορά του δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής αναζητούσε νέους μισθωτές και ότι προχώρησε στη σύναψη του από 2.11.2015 προσυμφώνου τριετούς μίσθωσης με τρίτους υποψήφιους μισθωτές αντί μηνιαίου μισθώματος 8.500 ευρώ, δεν υποδηλώνει οποιουδήποτε είδους ερμηνεία, διότι είναι προφανές ότι δεν έγινε προς άντληση επιχειρήματος για την ερμηνευτική κάλυψη του υπάρχοντος, κατά τους αναιρεσείοντες, ελλείμματος σαφήνειας της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων, αλλά προς αντίκρουση του ισχυρισμού των εκκαλούντων ότι μεταξύ αυτών και του εφεσιβλήτου εκμισθωτή καταρτίστηκε με το ως άνω ιδιωτικό έγγραφο νέα αυτοτελής μίσθωση.? Δεν συνέτρεχαν συνεπώς οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και το Εφετείο, το οποίο άλλωστε στις παραδοχές του διαλαμβάνει ρητή διαβεβαίωση για τη μη προσφυγή του σ'αυτές δεν υπέπεσε στις από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων αυτών.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του( ΑΠ 330/2019, ΑΠ 2066/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998).
Στη προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες- μισθωτές με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι απέρριψε ως μη νόμιμη την επαναφερθείσα με σχετικό λόγο της έφεσής τους ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, την οποία ως εναγόμενοι παραδεκτώς είχαν προβάλει με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις τους, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου καταστήματος (εστιάσεως), λόγω καταγγελίας για τη λήξη της υφιστάμενης μεταξύ τους αορίστου διαρκείας ένδικης μίσθωσης.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (αρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) .προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες υποστηρίζοντας ότι η από μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της ένδικης αγωγής για την απόδοση του μισθίου καταστήματος είναι καταχρηστική ως υπερβαίνουσα τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ όρια, ισχυρίστηκαν για τη θεμελίωσή της τα εξής περιστατικά:
α) ότι η μη εναντίωσή του εκμισθωτή στην από μέρους τους εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου για το από 31.12.2015 και μετά χρονικό διάστημα, αντί καταβαλλομένου μηναίου μισθώματος, ανερχόμενου στο ποσόν των 6.000 ευρώ, δεκαπλασίως υψηλότερου εκείνου που μέχρι τότε κατέβαλαν, δημιούργησε σ'αυτούς την, εδραζόμενη πρωτίστως στο περιεχόμενο της από 1.1.2015 έγγραφης συμφωνίας τους, πεποίθηση, ότι έχει καταρτιστεί μεταξύ τους νέα αυτοτελής, διετούς διαρκείας για το από 1.1.2016 έως 31.12.2018 διάστημα, σύμβαση μίσθωσης, β) ότι ο αναιρεσίβλητος, παρά το ότι αναζητούσε πριν την καταληκτική ημερομηνία της 31.12.2015, άλλους μισθωτές για την επίτευξη υψηλότερου μισθώματος και είχε καταρτίσει το από 3.11.2015 προσύμφωνο μίσθωσης με τους νέους μισθωτές έναντι μηνιαίου μισθώματος 8.500 ευρώ, δεν ενημέρωσε εγκαίρως τους αναιρεσείοντες, για την εναντίωσή του στην εξακολούθηση της παραμονής τους στο μίσθιο, αλλά έπραξε τούτο μετά την παρέλευση της 31.12.2015 με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η συμφωνημένη ,με το από 1.1.2015 ιδιωτικό έγγραφο, νέα διετούς διάρκειας σύμβαση μίσθωσης, η οποία όμως δεν ακολούθησε, εξ αιτίας της από μέρους του αθέτησης της συμφωνίας.
Και γ) Ότι η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσιβλήτου έρχεται σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στον συγκεκριμένο επιχειρηματικό κύκλο προσφοράς υπηρεσιών εστίασης στην τουριστική περιοχή της ... διότι απέκλεισε σ'αυτούς χρονικά τη δυνατότητα να προετοιμάσουν τη λειτουργία της επιχείρησής τους σε άλλο ακίνητο για την επόμενη τουριστική περίοδο το έτος 2016.
Τα περιστατικά όμως αυτά είτε αυτοτελώς, είτε αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη δεν στοιχειοθετούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγικής αξίωσης του εκμισθωτή να του αποδοθεί το μίσθιο λόγω της, κατά τα ως άνω, λήξης της μεταξύ τους μισθωτικής σχέσης.
Συνεπώς το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό αυτό δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει ακολούθως να απορριφθεί ως αβάσιμος Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Συνακολούθως των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί., να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 14.2.2019 και με αριθμό εκθ. καταθ. 5/2019 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 151/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ