Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employee's claim of invalid dismissal due to vindictiveness is inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the employee's labor dispute claim. The employee argued the dismissal was invalid because it was motivated by vindictiveness rather than legitimate grounds, but the court found this specific argument was not properly raised in the original lawsuit. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the grounds for invalidity were new and not presented to the lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562(2) and 224 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal based on new grounds of invalidity that were not raised in the original lawsuit, as such arguments are inadmissible unless they concern public order or errors inherent in the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1158 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1158/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1832/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2774/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 20ής Ιουνίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 2774/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτή η από 25ης Ιουλίου 2013 έφεση της αναιρεσιβλήτου και απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 14ης Ιανουαρίου 2012 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτής, αφορώσα εργατική διαφορά, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 1832/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εν λόγω αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, τυγχάνει εφαρμογής και επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι μεν αναιτιώδης δικαιοπραξία, όταν όμως γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικειμένη στην προαναφερομένη απαγορευτική διάταξη.
Περίπτωση δε καταχρήσεως δικαιώματος επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού συντρέχει και όταν η καταγγελία γίνεται από λόγους εκδικήσεως του εργοδότη, επειδή ο μισθωτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα από την εργασιακή σχέση. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Κατά δε το εδ. β' της προαναφερομένης διατάξεως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικώς, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, στις 27-4-1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί οκτώ ώρες την ημέρα, ως αποθηκάριος στις αποθήκες της εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας τροφίμων, αρχικά στις ...
και από το Νοέμβριο 2008 στη .... Στα καθήκοντά του ανήκε η παραλαβή και φόρτωση εμπορευμάτων από τους προμηθευτές, η ταξινόμηση αυτών κατά είδος και ποσότητα και ο έλεγχος φορτώσεως. Ενόψει του ότι εργαζόταν καθημερινώς πέραν του νομίμου ωραρίου του, και δη περί τις 3,5 ώρες ημερησίως και δεν ελάμβανε ολόκληρη τη νόμιμη αμοιβή του, άσκησε κατά της εναγομένης την από 22-12-2008 αγωγή του με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη του οφείλει το ποσόν των 60.734,02 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσόν των 35.530,24 ευρώ για υπερωριακή εργασία που παρείχε το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-8-2008.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 975/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της με αριθμό 749/2009 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την από την εναγομένη εταιρεία ασκηθείσα έφεση. Συγκεκριμένα η ως άνω απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία το ποσόν των 60.734,02 ευρώ και την υποχρέωσε να του καταβάλει το ποσόν των 26.606,22 ευρώ.
Πράγματι σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης οι και νυν διάδικοι προέβησαν σε διακανονισμό με βάση το από 11-4-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, οπότε συμφωνήθηκε ότι το συνολικό ποσόν των 99.894,33 ευρώ, που αφορά την κύρια απαίτηση, τους νομίμους τόκους και τη γενόμενη δικαστική δαπάνη, θα το κατέβαλλε η εναγομένη ως εξής α) 4.645,60 ευρώ την 12-4-2012, β) 9.000 ευρώ την 12-4-2012, γ) 13.600 ευρώ την 31-5-2012, δ) 13.600 ευρώ την 30-6-2012, ε) 13.600 ευρώ την 31-7-2012, στ) 13.600 ευρώ την 31-8-2012, ζ) 13.600 ευρώ την 30-9-2012, η) 13.600 ευρώ την 31-10-2012.
Πράγματι, το εν λόγω συμφωνητικό τηρήθηκε στο ακέραιο και την 31-10-2012 η εναγομένη κατέβαλε το τελευταίο ποσόν της οφειλής και εξόφλησε την ως άνω απαίτηση του ενάγοντα. Εξάλλου, την 8-5-2012 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας με εξάμηνη προειδοποίηση, σύμφωνα με την οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 3198/1955 και 74 του ν. 3863/2010.
Με την ως άνω καταγγελία δηλώθηκε συγχρόνως ότι ο εναγόμενος θα παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του μέχρι την 8-11-2012, οπότε και υποχρεούται να αποχωρήσει. Πράγματι ο ενάγων εργάσθηκε μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, οπότε και λύθηκε η εργασιακή σχέση, με την καταβολή προς αυτόν της νόμιμης αποζημίωσής του, ανερχομένης στο ποσόν των 22.680 ευρώ.
Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την παραπάνω ενέργεια της εναγόμενης με την από 11-6-2012 εξώδικη δήλωσή του, ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω απόλυση τυγχάνει καταχρηστική, αφού έγινε για λόγους εκδίκησης και συγκεκριμένα λόγω της προγενέστερης άσκησης των νομίμων αξιώσεών του και μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως επί της από 22-12-2008 αγωγής του, αιτούμενος να παραμείνει στην εργασία του, αίτημα όμως που δεν έγινε δεκτό.
Με βάση τα παραπάνω όμως που αποδείχθηκαν δεν προέκυψε ότι ο παραπάνω λόγος ώθησε την εναγομένη να καταγγείλει τη σύμβαση. Είναι βέβαια γεγονός ότι η καταγγελία έλαβε χώρα λίγο μετά τη σύνταξη του διακανονισμού, αυτό όμως δεν έγινε διότι κατά το παραπάνω χρονικό σημείο διαταράχθηκαν οι σχέσεις και το πνεύμα συνεργασίας και κατανόησης μεταξύ του εργαζομένου και της εναγομένης, αφού πλέον κάθε διαφορά τους διευθετήθηκε.
Ο δικαστικός αγώνας μεταξύ των και νυν διαδίκων είχε αρχίσει τέσσερα έτη προ της καταγγελίας, με την κατάθεση της από 22-12-2008 αγωγής, η πρωτόδικη δε με αριθμό 975/2010 απόφαση η οποία κατέστη και τελεσίδικη, εκδόθηκε την 13-4-2010. Καθ' όλο το διαδραμόν χρονικό διάστημα ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του και να μισθοδοτείται κανονικά και νόμιμα από την εναγομένη, η οποία δεν επέδειξε καμία εχθρική συμπεριφορά απέναντί του, αλλά αντιθέτως αποδέχθηκε την δικαστική απόφαση και τον εξόφλησε πλήρως.
Δεν αποδείχθηκε από στοιχεία της δικογραφίας ότι η συμπεριφορά της εναγομένης υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, ούτε από εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως Αντίθετα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η απόλυση του ενάγοντα οφείλεται σε ανεξάρτητους λόγους.
Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι μετά από την επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων αποθήκης της εταιρείας στη ... και στα πλαίσια ορθολογικότερης διάρθρωσης του εν λόγω κέντρου αποθήκευσης η εναγομένη προχώρησε σε αναδιάρθρωση του εκεί τρόπου λειτουργίας, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες της επιχείρησης, με χωροταξικές και όχι μόνο αλλαγές που διευκόλυναν την αποθήκευση, κατέστησαν εφικτή τη λειτουργία της αποθήκης με συνεισφορά ενός μόνο εργαζομένου και δη του χειριστή ανυψωτικού οχήματος (κλαρκ).
Στα πλαίσια της εν λόγω αναδιάρθρωσης καταργήθηκε η μέχρι τούδε μοναδική θέση του αποθηκάριου που κατείχε ο ενάγων, οι υπηρεσίες του οποίου δεν κάλυπταν ανάγκες της επιχείρησης, αφού δεν απαιτείτο πλέον η σύμπραξή του για την αποθήκευση, τακτοποίηση και φόρτωση των εμπορευμάτων. Αναγκαίο επακόλουθο της ως άνω αναδιάρθρωσης ήταν η κατάργηση κάθε θέσης, όπου θα μπορούσε να απασχοληθεί ο ενάγων - εφεσίβλητος και συνεπώς ήταν αδύνατη η περαιτέρω απασχόλησή του στις εν λόγω εγκαταστάσεις και η απόλυσή του ήταν αναγκαία για την ευρυθμία στη λειτουργία της αποθήκης.
Συνεπώς η ένδικη από 8-5-2012 καταγγελία δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική κατ' άρθρον 281 ΑΚ, ήτοι ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνεπώς έχει αναπτύξει τα έννομα αποτελέσματά της και έχει λυθεί εγκύρως η επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντα - εφεσίβλητου, με περαιτέρω συνέπεια να μην οφείλονται στον τελευταίο αποδοχές υπερημερίας, ούτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (συνεπεία ακύρου απολύσεώς του) και ο σχετικοί λόγοι έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο την έφεση απέρριψε μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως την αγωγή του αναιρεσείοντος. Με την εν λόγω κρίση ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ το Μονομελές Εφετείο, αφού εδέχθη ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπήρξε προϊόν εκδικήσεως, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, ενώ οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς το εν λόγω κεφάλαιο βασιζόμενες επί επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό και τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την μη ελεγκτή αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος υπήρξε επακόλουθο του εξορθολογισμού της λειτουργίας της αποθήκης της εταιρίας στη ...
και της καταργήσεως της μόνης θέσεως αποθηκαρίου, την οποία κατείχε ο αναιρεσείων, παραδοχή, η οποία κατά πάσα περίπτωση έχει διαληφθεί ως εκ περισσού, αφού μόνο το αποδεικτικό πόρισμα ότι η εν λόγω απόλυση δεν προήλθε εκ λόγων εκδικήσεως στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της αγωγής, χωρίς να προσαπαιτείται να διαλάβει το Δικαστήριο και κρίση εκ ποίων άλλων λόγων προήλθε η απόλυση, δοθέντος ότι, ως προανεφέρθη, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι δικαιοπραξία αναιτιώδης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως του κανόνος δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως επίσης της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, η αγωγή, με την οποία διώκεται να αναγνωρισθεί η ακυρότης της γενομένης από τον εργοδότη καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο τους λόγους της ακυρότητος, ενώ η επίκληση νέων λόγων ακυρότητος με τις προτάσεις κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν είναι παραδεκτή συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί παραβάσεως μη δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή περί σφάλματος προκύπτοντος από την ιδία την απόφαση ή περί ισχυρισμού αφορώντος την δημοσία τάξη.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένως δεν έκρινε καταχρηστική την απόλυση του αναιρεσείοντος, καθ' όσον η εργοδότις εταιρία επέλεξε το επαχθές μέσο της απολύσεως και δεν εξέτασε το ενδεχόμενο μεταθέσεώς του σε άλλη αποθήκη ή σε άλλη θέση εργασίας. Ο εν λόγω λόγος είναι απαράδεκτος συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί, διότι βασίζεται επί ισχυρισμού περί ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν έχει προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε υπάγεται στις προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή εξαιρέσεις, αφού η ένδικη αγωγή, η οποία έχει αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνει, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, ως μόνο λόγο της ακυρότητος ότι η γενομένη καταγγελία υπήρξε προϊόν εκδικήσεως και δεν περιέχει και άλλο λόγο ακυρότητος, ως ο προτεινόμενος από τον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20ής Ιουνίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 2774/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ