Supreme Court allows appeal on voluntary benefits not being regular wages, remands for substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee's claim for a control allowance. The employer argued the allowance was a voluntary benefit, while the employee contended it constituted regular wages. The court found the lower court failed to consider board resolutions explicitly defining the allowance as voluntary and subject to recall, leading to a remand for a new substantive trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 1 of Law 3248/1955: Voluntary benefits provided by an employer without legal obligation do not constitute regular wages and cannot be claimed by the employee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1158 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1158/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../2009. Εκδόθηκαν η 723/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1018/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1292/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που ακύρωσε μερικώς την τότε προσβληθείσα απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Εφετείο. Κατόπιν, εκδόθηκε η 2020/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (= εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Γι’ αυτό και, κατ’ αρχήν, δεν εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών.
2. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως οικειοθελής, να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια παροχής της εργασίας σε επιχειρησιακή συνήθεια ή όρο της σύμβασης και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο από τον οποίο συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ’ ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ’ ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ’ αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της.
3. Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" ή κάποια άλλη ανάλογη ρήτρα. Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται ή όχι για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Σε μια τέτοια περίπτωση η παροχή δεν είναι δυνατό να αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα (ΑΠ 48/2015).
4. Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την επιφύλαξη ελευθεριότητας έχει η διατύπωση της "ρήτρας ανακλήσεως" κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας ή σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανακλήσεως. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη ("επιφύλαξη ελευθεριότητας") δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη ("ρήτρα ανακλήσεως") γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποία απόλλυται για το μέλλον, μετά την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως. Εφ’ όσον δεν έχει ασκηθεί το δικαίωμα ανακλήσεως, η παροχή διατηρεί το μισθολογικό της χαρακτήρα και εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών (ΑΠ 1174/2017).
5. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-11-2009 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι εργάσθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 5-11-1977 μέχρι την 31-7-2009, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης.
Ότι το ως εκ των καθηκόντων που ασκούσε καταβαλλόμενο σ’ αυτόν "ελεγκτικό επίδομα" αποτελούσε τακτικές αποδοχές και ως εκ τούτου η εναγομένη όφειλε να το συνυπολογίζει στις αποδοχές κανονικής αδείας και στα επιδόματα εορτών και αδείας, κατά την περίοδο από 1-1-2004 έως 31-07-2009, καθώς και στην πρόσθετη αποζημίωση αποδοχών εννέα (9) μηνών που του χορήγησε με βάση τον όρο 6 της από 19-05-2004 επιχειρησιακής ΣΣΕ κατά τη λύση της σύμβασής του.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει: α) ως διαφορές αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας για την ως άνω χρονική περίοδο το ποσό των 23.628 ευρώ και β) ως διαφορά πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 17.436 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 723/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 9-6-2011 έφεση της εναγομένης. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 1018/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε τυπικά, αλλά την απέρριψε κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, ασκήθηκε από την εναγομένη η από 2-2-2015 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 1292/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατ’ ευδοκίμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ακυρώθηκε μερικώς η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα εξέταση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου κατά την εκφορά νέας ουσιαστικής κρίσης επί των συναφών λόγων της εφέσεως να διαληφθούν σαφείς και πλήρεις παραδοχές, δυνάμενες να οδηγήσουν σε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του αν το ένδικο ελεγκτικό επίδομα α) χορηγήθηκε στον ενάγοντα εξ αρχής ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του εσωτερικού ελεγκτή, με την πρόθεση να αποτελέσει συμβατική μισθολογική υποχρέωση της εναγομένης έναντι αυτού ή β) χορηγήθηκε μεν ως οικειοθελής παροχή της εναγομένης, αλλά στη συνέχεια, με την τακτική και αδιάκοπη καταβολή του και με σιωπηρή συμφωνία των μερών, εξελίχθηκε σε μισθολογική παροχή ή γ) χορηγήθηκε ως οικειοθελής παροχή, με τον πρόσθετο όρο ότι δεν θα είναι δυνατό να αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα και ότι η καταβολή του θα μπορεί οποτεδήποτε να διακοπεί εκ μέρους της εναγομένης (επιφύλαξη ελευθεριότητας) ή δ) χορηγήθηκε ως οικειοθελής παροχή, με τον όρο ότι η εναγομένη θα έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την απόφαση της καταβολής του στο μέλλον (ρήτρα ανακλήσεως).
6. Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την από 9-6-2011 έφεση της εναγομένης κατά της 723/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το αναιρεθέν μέρος. Το εφετείο εξέδωσε την ήδη προσβαλλομένη 2020/2017 απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής:
Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 5-11-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του διοικητικού προσωπικού και απολύθηκε την 31-7-2009, έχοντας εξαντλήσει τη βαθμολογική ιεραρχία της κατηγορίας του. Ότι το ΔΣ της εναγομένης, κατά την ...7-5-1996 συνεδρίασή του, ενέκρινε τη σύσταση αυτοτελούς υπηρεσίας με την ονομασία υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, με δικό της οργανόγραμμα, κανονισμό εσωτερικού ελέγχου και ειδικό σύστημα αμοιβών, την οποία υπήγαγε απευθείας στο Διευθύνοντα Σύμβουλο.
Ότι από το έτος 2003, μετά από προκήρυξη, ο ενάγων επιλέχθηκε ως ελεγκτής στην εν λόγω υπηρεσία, με έδρα το ..., από όπου ασκούσε τα καθήκοντά του σε όλη την επικράτεια. Ότι στην ως άνω υπηρεσία παρέμεινε μέχρι την 31-7-2009, οπότε απολύθηκε, λόγω συνταξιοδοτήσεως. Ότι, από 1-1-2004 μέχρι την κατά τα ως άνω απόλυσή του, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος ομάδας - εσωτερικός ελεγκτής καί λάμβανε κάθε μήνα σταθερά καί μόνιμα το "ελεγκτικό επίδομα", το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό εσωτερικού ελέγχου της εναγομένης καί υπολογιζόταν από μεν την 1-1-2004 έως 31-12-2005 σε ποσοστό 40% επί του τακτικού μισθού του, από δε την 1-1-2006 έως 31-7-2009 σε ποσοστό 60% επί του ελεγκτικού επιδόματος που λάμβανε ο επικεφαλής εσωτερικός ελεγκτής.
Ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα η εναγομένη κατέβαλλε το επίδομα αυτό στον ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή σε χρήμα κάθε μήνα, σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της κατά τα άνω παρεχόμενης από αυτόν εργασίας του ελεγκτή. Ότι, επί πλέον, ο ενάγων ελάμβανε το ελεγκτικό επίδομα και κατά τη διάρκεια της κανονικής του άδειας.
Ότι το επίδομα αυτό εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών, διότι συνιστούσε πρόσθετη παροχή, που καταβαλλόταν σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος, σύμφωνα με νέα, σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων περί καταβολής του ως μέρους του καταβαλλόμενου μισθού, έτσι ώστε να μην αποτελεί οικειοθελή παροχή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.
Ότι ο εκ μέρους του ΔΣ της εναγομένης χαρακτηρισμός του επιδόματος ως οικειοθελούς και ελεύθερα ανακλητής παροχής δεν μπορεί να αποκλείσει την υπαγωγή του στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, διότι η εναγομένη αφ’ ενός δεν έκανε χρήση του δικαιώματος ανάκλησης, το οποίο έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση ατόνησε και αφ’ ετέρου κατέβαλλε σταθερά και μόνιμα, τακτικά κατά μήνα και ανελλιπώς, καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, το ελεγκτικό επίδομα στον ενάγοντα, όπως άλλωστε το κατέβαλλε ανελλιπώς και κατά το προηγούμενο έτος 2003, αφ’ ότου δηλαδή αυτός άρχισε να ασκεί τα ως άνω ελεγκτικά καθήκοντα, προς τα οποία το εν λόγω επίδομα τελούσε σε άμεση συνάρτηση και, έτσι, αποτελούσε το συμβατικό αντάλλαγμά τους.
Ότι η κρίση περί του ότι το ελεγκτικό επιδόμα συνιστούσε τακτική αποδοχή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη, ήδη από το έτος 2003 που άρχισε να το καταβάλλει στον ενάγοντα, το συνυπολόγιζε και στις αποδοχές κανονικής αδείας που του κατέβαλλε. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι το επίμαχο επίδομα θα πρέπει να συνυπολογιστεί στο ποσό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, που λαμβάνονται ως βάση υπολογισμού όχι μόνο των αποδοχών αδείας, στις οποίες, πράγματι, το συνυπολόγισε η εναγομένη, αλλά και των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης για την απόλυσή του λόγω συνταξιοδότησης, όπου αρνήθηκε να το συνυπολογίσει.
Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
7. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο Αθηνών αφ’ ενός διέλαβε ασαφείς παραδοχές ως προς τη διάγνωση της αληθινής νομικής φύσης του ενδίκου ελεγκτικού επιδόματος και αφ’ ετέρου δημιούργησε αμφιβολία ως προς το αν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η εναγομένη ενώπιόν του και από τα οποία προκύπτουν περιστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το επίδομα εξ αρχής είχε χορηγηθεί ως οικειοθελής παροχή με την επιφύλαξη ελευθεριότητας, ήτοι με το σαφή και ρητό αποκλεισμό κάθε ενδεχόμενου να εξελιχθεί ως μισθολογική παροχή.
Ειδικότερα, αν και το εφετείο δέχεται ότι το επίδομα καταβαλλόταν "ως πρόσθετη παροχή σε χρήμα κάθε μήνα, σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα" της παρεχόμενης εργασίας και κατά συνέπεια συνιστούσε μισθολογική παροχή, στη συνέχεια δέχεται ότι κατά την απόφαση χορήγησής του αυτό είχε χαρακτηρισθεί από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης ως έχον την ιδιότητα "οικειοθελούς και ελεύθερα ανακλητής παροχής", ήτοι τέτοια που προσιδιάζει στην επιφύλαξη ελευθεριότητας και αποκλείει την έννοια της μισθολογικής παροχής (βλ.
παραπάνω, αρ.3). Και περαιτέρω, δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το εφετείο έλαβε υπ’ όψη α) την ...1-8-1996 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, με την οποία καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, οι όροι χορήγησης του ελεγκτικού επιδόματος και στην οποία διευκρινίζεται ότι αυτό είναι οικειοθελής παροχή, ότι δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές, ότι δεν υπολογίζεται στα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και κανονικής αδείας, ότι χορηγείται αποκλειστικά για και συνδέεται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του ελεγκτή, ότι περικόπτεται κατά 1/30 για κάθε ημέρα απουσίας ή αποχής του δικαιούχου από τα ελεγκτικά του καθήκοντα για οποιοδήποτε λόγο και, τέλος, ότι καταβάλλεται με τη ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος ανακλήσεώς του εκ μέρους της εναγομένης και β) την .../29-8-2006 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, με την οποία ρυθμίστηκε εκ νέου η παροχή του ελεγκτικού επιδόματος και ορίστηκε ότι αυτό χορηγείται και περικόπτεται με τους όρους και προϋποθέσεις που χορηγούνται και περικόπτονται τα έξοδα κίνησης και παράστασης των προϊσταμένων των υπηρεσιακών λειτουργιών της εναγομένης, ως προς τα οποία στο πλαίσιο λειτουργίας της εναγομένης γίνεται δεκτό χωρίς αμφισβήτηση ότι δεν εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών.
Η παράλληλη, ορθή αξιολόγηση των εγγράφων αυτών, τα οποία φαίνεται ότι αγνοήθηκαν, θα είχε οδηγήσει στην αποσαφήνιση των ως άνω παραδοχών και θα μπορούσε να έχει επηρεάσει την κρίση του εφετείου ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του ενδίκου επιδόματος. Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11γ’ και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε αναιρεθεί και από την …/2015 απόφαση του παρόντος τμήματος. Περαιτέρω, λόγω του ότι η επί της ουσίας απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της εφέσεως αναιρείται για δεύτερη φορά, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο και να δικασθεί στην ουσία ως προς το αναιρούμενο μέρος (ΚΠολΔ 580 παρ.3), σε νέα, όμως, προς το σκοπό αυτό συζήτηση, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων. Κατ’ αυτήν οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 581 ΚΠολΔ και γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, θα πρέπει να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττάται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2020/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ως προς το μέρος αυτό, σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ