Legislator Case Law & Legislation
1158/2017 AI generated

1158/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1158/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1158/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 26-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-2-2015 και με αριθμό εκθ. καταθ. …2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 44/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως απαράδεκτης ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη των λόγων της ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1158 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1158/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βώττη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 6-2-2015 αίτησης για αναίρεση της 44/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Χ. Β. και 3) Χ. Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου και ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 26-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-2-2015 και με αριθμό εκθ. καταθ. …2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 44/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως απαράδεκτης ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη των λόγων της ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299, 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς την συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως που να κηρύσσει την κατάργησή της.

Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά την διαδικασία των άρθρων 679 επ. του Κ.Πολ.Δικ. από το μονομελές πρωτοδικείο. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση αποφάσεως του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραιτήσεως και να κηρύσσει καταργημένη την δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 382/2016, ΑΠ 378/2016, ΑΠ 1377/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από την σειρά του οικείου πινακίου και πριν από την προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Γεώργιος Βώττης, ενεργών δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../13.2.2015 (γενικού) πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Α.

Κ., διατύπωσε την δήλωση, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι η τελευταία παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης από 6.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 44/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (Κ. Β. και Χ.

Β.). Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Σημειώνεται ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου και ο τρίτος αναιρεσίβλητος που εμφανίστηκε στο ακροατήριο, εκπροσωπούμενος από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν υπέβαλαν αίτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στην δικαστική τους δαπάνη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε πενταετής παραγραφή της αξιώσεως αυτής αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου σε αποζημίωση.

Αντίθετα, από τα άρθρα 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 241 του Α.Κ. προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή για αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος και δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.

Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.

Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει το ύψος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής (ΑΠ 666/2010, ΑΠ 233/2007). Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσεως της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 του Α.Κ. (ΑΠ 59/2016, ΑΠ 1368/2010).

Και στην διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Α.Κ. ως προς την αναστολή (Α.Κ. 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.). Κατά το άρθρο 261 εδ. α’ του Α.Κ. η παραγραφή διακόπτεται, μεταξύ άλλων, με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 950/2015, ΑΠ 953/2012).

Αν ασκηθεί αγωγή για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής αυτής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 59/2016, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 996/2007, ΑΠ 8/2007). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 261 εδ. β’ του Α.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013), η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.

Έτσι, ως διακοπτική διαδικαστική πράξη θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία κατά τον Κ.Πολ.Δικ., για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης, που ανοίχθηκε με την άσκηση της αγωγής αυτής.

Τέλος, στην ίδια παραγραφή υπόκειται και η κατά του ασφαλιστή αξίωση του Ι.Κ.Α., το οποίο υποκαταστάθηκε στην απαίτηση του δικαιούχου της αποζημιώσεως - ασφαλισμένου του, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5 του ν. 1404/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το νόμο 4476/1965 και άρθρο 18 του ν. 1654/1986. Καθοριστικό χρονικό σημείο για την μεταβίβαση της αξιώσεως στο Ι.Κ.Α.

είναι εκείνο που γεννήθηκε η σχετική αξίωση στο πρόσωπο του παθόντος ασφαλισμένου του, δηλαδή ο χρόνος του ατυχήματος. Από τότε αρχίζει να τρέχει σε βάρος του Ι.Κ.Α. η παραγραφή, εκτός αν πρόκειται για απρόβλεπτες ζημιογόνες συνέπειες που επήλθαν μεταγενέστερα, οπότε για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η μεταβίβαση στο Ι.Κ.Α.

της σχετικής αξιώσεως από αδικοπραξία επέρχεται όχι από τον χρόνο του ατυχήματος, που δεν γεννήθηκαν ακόμα, αλλά από τότε που έγιναν αντιληπτές και για τον παθόντα ασφαλισμένο του οι επιζήμιες συνέπειες που μέχρι τότε ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες και έλαβε γνώση αυτών (ΑΠ 666/2010, ΑΠ 996/2007, ΑΠ 1012/2004, ΑΠ 940/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Το ενάγον και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, την ένδικη από 17.6.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2008 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος Κ.

Β., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Χ. Β., ο οποίος τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", στην ... Αττικής, στις 8.6.2002, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της εμμέσως ασφαλισμένης σε αυτό (ενάγον και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) Ά.

Ε. του Δ., η οποία επέβαινε στο ως άνω όχημα, ως συνεπιβάτης, και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 55.371,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το οποίο κατέβαλε στην ως άνω εμμέσως ασφαλισμένη του ως επίδομα τετραπληγίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 19/2010 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 16.4.2010 έφεση. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την προβληθείσα από την εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος - πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ι.Κ.Α.

έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 489/1976, καθ’ όσον από την επομένη του ατυχήματος (9.6.2002) μέχρι την άσκηση της ένδικης (από 17.6.2008) τρίτης, κατά σειρά, αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, δεχόμενο ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από το ενάγον και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.Κ.Α.

αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που ισχυρίστηκε ότι η επικαλούμενη παραγραφή δεν έχει ποτέ συμπληρωθεί, επειδή από τον χρόνο που γεννήθηκε η ένδικη αξίωση και δη από την επομένη του ατυχήματος (9.6.2002) μέχρι την συζήτηση της εφέσεως (2.11.2011) έχουν μεσολαβήσει οι εκτιθέμενες στις προτάσεις του διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, οι οποίες έχουν διακόψει την παραγραφή, με την ακόλουθη, αναγκαία για την έκβαση του συναφούς αναιρετικού λόγου, αιτιολογία: "Το ένδικο ατύχημα έγινε την 9-6-2002.

Το ενάγον με την από 11-6-2003 (αριθμ. καταθ. ...-6-2003) αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 30-6-2003, ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η εκκαλούσα - εναγομένη να του καταβάλει και το ποσό των 13.150,28 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο επίδομα τετραπληγίας που κατέβαλε στην παθούσα - ασφαλισμένη για το χρονικό διάστημα από 14-6-2002 έως 30-6-2004.

Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε την 19-9-2003, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 206/ 2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε την 20-12-2003, η οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής το ενάγον άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την από 6-4-2004 (αριθμ. καταθ. ...-6-2004) έφεση, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 28-7-2004.

Επί της εφέσεως αυτής, που συζητήθηκε την 18-5-2005, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 153/2006 απόφαση, που δημοσιεύθηκε την 7-3-2006, η οποία εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και τελικώς απέρριψε την ως άνω αγωγή, όσον αφορά το επίδομα τετραπληγίας ως μη νόμιμη. Στην συνέχεια το ενάγον άσκησε, ενώπιον του ιδίου ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την από 26-5-2006 (αριθμ.

καταθ. ...-5-2006) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εκκαλούσα - εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 14.508 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα τετραπληγίας που κατέβαλε στην ασφαλισμένη - παθούσα το διάστημα από 1-7-2004 έως 30-6-2006. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη την 1-6-2006. Η συζήτηση επί της αγωγής αυτής ματαιώθηκε κατά την δικάσιμο της 17-11-2006, επαναφέρθηκε δε προς συζήτηση με την από 29-12-2006 κλήση, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 4-1-2007 για την δικάσιμο της 20-4-2007.

Μετά από αναβολή η αγωγή συζητήθηκε την 2-11-2007 και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 165/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως αόριστη. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη εκκαλούσα - εναγομένη άσκησε την από 22-10-2008 (αριθμ. καταθ. ...-10-2008) έφεση, της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 6-5-2009 και μετ’ αναβολή η 7-10-2009, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 4-10-2009.

Η ήδη εκκαλούσα με την από 14-10-2009 (αριθμ. .../2009) κλήση της επέσπευσε την συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της 17-3-2010 και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 296/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δημοσιεύθηκε την 24-9-2010, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη. Ήδη όμως το ενάγον, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη της από 26-5-2006 (αριθμ.

καταθ. ...-5-2006) αγωγής ως αόριστης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, άσκησε την κρινομένη από 17-6-2008 (αριθμ. καταθ. .../17-6-2008) αγωγή, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 25-9-2008, της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 16-1-2009 και μετ’ αναβολή η 16-10-2009, οπότε συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, που δημοσιεύθηκε την 29-1-2010, η δε κατ’ αυτής κρινομένη έφεση κατατέθηκε την 16-4-2010 και ορίσθηκε δικάσιμος η 2-2-2011 και μετ’ αναβολή η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι από την 10-6-2002, οπότε άρχισε η παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος, μεσολάβησαν διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και κυρίως του ενάγοντος, οι οποίες διέκοπταν την αρξαμένη παραγραφή, δεν μεσολάβησε δε καθ’ όλο το διάστημα από την 10-6-2002 μέχρι την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, μεταξύ δύο διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, ενώ στην περίπτωση της από 26-5-2006 (αριθμ.

καταθ. ... 26-5-2006) αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη, το ενάγον άσκησε νέα αγωγή, την κρινομένη, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 25-9-2008, ήτοι προ της εκδόσεως της τελεσιδίκου υπ’ αριθμ. 296/2010 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου επί της ως άνω κριθείσας ως αορίστου αγωγής". Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, καθώς επίσης και την έφεσή της και επικύρωσε την εκκληθείσα υπ’ αριθμ. 19/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, για τους κάτωθι λόγους: Η επίδικη αξίωση του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου, η ασκούμενη δηλαδή με την ένδικη, τρίτη κατά σειρά, από 17.6.2008 αγωγή, γεννήθηκε στις 8.6.2002, οπότε έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου προκλήθηκε ο τραυματισμός της εμμέσως ασφαλισμένης του.

Η αγωγή όμως αυτή (από 17.6.2008) του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου επιδόθηκε, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην εναγομένη - αναιρεσείουσα, στις 25.9.2008. Επομένως, η περιεχόμενη στην αγωγή αυτή αξίωση του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου, που ήταν προβλεπτή, έχει υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/76, αφού από την επομένη του ατυχήματος (9.6.2002) μέχρι την άσκηση της αγωγής αυτής, στις 25.9.2008, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, η άσκηση της προηγουμένης πρώτης κατά σειρά (από 11.6. 2003) αγωγής, που αφορούσε στο χρονικό διάστημα από 14.6.2002 μέχρι 30.6.2004, και οι επιχειρηθείσες στα πλαίσια της διεξαχθείσας εκείνης δίκης διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή μόνο για το μέρος της αξιώσεως αυτής, για την οποία είχε ασκηθεί η εν λόγω αγωγή (πρώτη), όχι δε και της ένδικης αξιώσεως που αφορά σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, η οποία δεν συμπεριλαμβανόταν στην πρώτη αγωγή.

Εξ άλλου, για τους ίδιους λόγους, ούτε η άσκηση της δεύτερης κατά σειρά (από 26.5.2006) αγωγής, με την οποία εδιώκετο να υποχρεωθούν οι δι’ αυτής εναγόμενοι στην καταβολή του ποσού των 14.508 ευρώ, που αφορά στην καταβολή παραπληγικού επιδόματος για το αμέσως επόμενο (της πρώτης αγωγής) χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.7.2004 έως 30.6.2006, ούτε οι επιχειρηθείσες στα πλαίσια της διεξαχθείσας εκείνης δίκης διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως, ούτε συνολικά, ούτε για το μέρος αυτής (ένδικης αξιώσεως) που περιλαμβάνεται στην δεύτερη αγωγή και αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.7.2004 έως 30.6.2006, το οποίο, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της δεύτερης αγωγής ως αόριστης, συμπεριελήφθη στην ένδικη τρίτη αγωγή και απετέλεσε μέρος αυτής, καθ’ όσον η εν λόγω αγωγή (δεύτερη) επιδόθηκε στην εναγομένη - αναιρεσείουσα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, την 1.6.2006, δηλαδή μετά την πάροδο διετίας και πλέον από την επομένη του ενδίκου ατυχήματος και συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, η δι’ αυτής ασκούμενη αξίωση του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας είχε, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 - εφόσον περαιτέρω η ευθύνη της τελευταίας (εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας) θεμελιώνεται μόνο στην σύμβαση ασφαλίσεως - η οποία (παραγραφή) διέδραμε χωρίς διακοπή, κατά την διάταξη του άρθρου 261 του Α.Κ.

Επομένως, ο συναφής τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Το πρώτο αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 6.2.2015 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." για αναίρεση της 44/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (Κ. Β. και Χ. Β.).

Αναιρεί την 44/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ