Supreme Court dismisses appeal on grounds that death of party and heir continuation are procedural, not appealable errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision following her death. The appellant's heir, her son, continued the proceedings, while the opposing parties were the SOS Children's Villages association and the Greek State. The court rejected the appeal because the appellant's claim regarding a forged will was merely an argument supporting her original claim, not a new procedural fact requiring reconsideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The death of a party and the continuation of proceedings by heirs constitute procedural events, not grounds for appeal; an argument supporting a claim does not constitute a 'fact' under Article 559 if the claim is deemed proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1158 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1158/13
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Α.ς Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Λ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Μπούσιος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 4/4/2012 και κληρονομήθηκε από τον γιό της Ι. Μ., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Φιλανθρωπικού Σωματίου με την επωνυμία "Παιδικά χωριά SOS Ελλάδος" Ν.Π.Ι.Δ. και έδρα την ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βασιλική Αναστασάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2004 αγωγή της αρχικής διαδίκου Κυριακής Μπουσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1916/2006 μη οριστική, 982/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 871/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2009 αίτηση και τους από 20/1/2010 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθετών αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τo συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδάφ. α', 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../5-4-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου που τη συνέταξε η ληξίαρχος Δήμου Ερυμάνθου, στις 4 Απριλίου 2012 αποβίωσε στο Βασιλικό, Δημ. Ενότητας Φαρρών, Δήμου Ερυμάνθου Νομού Αχαϊας η αναιρεσείουσα Κ. σύζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Λ., η οποία, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι α) το με αριθμό πρωτοκόλλου .../24-4-2012 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Πειραιά, β) τα με αριθμό .../2012, .../2012 και .../2012 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά, γ) το με αριθμό .../2012 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) την με αριθμό .../2012 δήλωση αποποίησης κληρονομίας στο Πρωτοδικείο Πειραιά του συζύγου της αποβιώσασας Δ.
Μ., και δεν αμφισβητείται από τους παριστάμενους διαδίκους, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου τελικά μόνο από τον γιό της Ι. Μ. του Δ.. Επομένως, ο τελευταίος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας (άρθρα 1710, 1813, 1829 και 1846 Α.Κ.), εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπούσιο, δυνάμει του προσκομιζόμενου .../15-3-2013 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Γαρυφαλλιάς Φλίγκου, νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο της πιο πάνω αναιρεσείουσας Κ.
συζ. Δ. Μ. και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτής και, έτσι, παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923,1935, 1940 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του κληρονόμο και να τον υποχρεώσει να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός την κληρονομιά που αυτός απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο. Δηλαδή το κληρονομικό καταπίστευμα είναι ο θεσμός που παρέχει τη δυνατότητα στο διαθέτη όχι μόνο να ορίσει τον κληρονόμο του, αλλά και να καθορίσει απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος.
Η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης δεν έταξε κάποιο άλλο γεγονός ή χρονικό σημείο. Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, αυτός δικαιούται ν' αποδεχτεί ή ν' αποποιηθεί την κληρονομιά κατά τις διατάξεις για την αποδοχή ή την αποποίησή της.
Για τη σύσταση του καταπιστεύματος δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα", αλλά μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο διάστημα, και μετέπειτα κληρονόμος του να γίνει άλλος (ΑΠ 1193/2012, ΑΠ 1419/2010, ΑΠ 103/2010).
Επίσης, όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1923 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο", το καθολικό καταπίστευμα συνιστάται μόνο σε ένα βαθμό και δεν επαναλαμβάνεται πέραν του πρώτου καταπιστευματοδόχου, δηλαδή καταπίστευμα σε βάρος του καταπιστευματοδόχου δεν αναγνωρίζεται από τον Αστικό Κώδικα.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ προκύπτει, ότι ο βεβαρυμμένος με καταπίστευμα, μέχρι να γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς, στον καταπιστευματοδόχο, έχει την τακτική διαχείριση της κληρονομιάς, δηλαδή ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις για την εκμετάλλευση, συντήρηση και διαφύλαξη των κληρονομιαίων σύμφωνα με τον προορισμό κάθε αντικειμένου αυτής, εφόσον δε ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, έχει την εξουσία να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομιάς μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες από την εν λόγω διάταξη (παρ. 2) περιπτώσεις, δηλαδή μόνον εφόσον:
α) η διάθεση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (π.χ. εκποίηση αντικειμένων που υπόκεινται σε φθορά, εκπλήρωση υποχρεώσεων της κληρονομιάς), β) αν έδωσε τη συναίνεση του ο καταπιστευματοδόχος και γ) όταν υπάρχει καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου άρθρο 1939 ΑΚ). Κάθε άλλη διάθεση που γίνεται από το βεβαρυμμένο κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω ορισμών, αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο (ΑΠ 158/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1939 καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ό,τι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομιά κατά το χρόνο επαγωγής σ' αυτόν του καταπιστεύματος, και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητώς με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομιάς στον βεβαρυμμένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων με πράξη επαχθή ή χαριστική (πώληση, δωρεά).
Δεν δικαιούται, όμως, να τα διαθέσει με διάταξη τελευταίας βούλησης (ΑΠ 1451/1998, ΑΠ 1747/1990). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 560/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου, προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 30-8-2003 απεβίωσε η Μ. χήρα Ι. Β., το γένος Ι.
Λ., κάτοικος εν ζωή Πειραιώς, και, με την από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 891/14-11-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όρισε ως μοναδική κληρονόμο της την ήδη αποβιώσασα αδελφή της Α. θυγ. Ι. Λ. (1η των εναγομένων) και καταπιστευματοδόχο το 2° των εναγομένων, ήδη 1° των αναιρεσιβλήτων Κοινωφελές Σωματείο με την επωνυμία "Παιδικά Χωριά SOS Ελλάδας".
Ειδικότερα, το κείμενο της διαθήκης έχει ως εξής: " Η διαθήκη μου. Στον Πειραιά σήμερα, στις 10 Μαρτίου του έτους 2002, συντάσσω τη διαθήκη μου και ορίζω μοναδική κληρονόμο την αδελφή μου Α. Λ. του Ι. σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου. Η αδελφή μου Α. θα έχει κάθε δικαίωμα σ' αυτήν χωρίς κανέναν περιορισμό.
Μετά το θάνατο της αδελφής μου την περιουσία που θα βρεθεί να πάρει το χωριό SOS. Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου. Η διαθήκη μου αυτή συντάχθηκε στον Πειραιά και εις την οδό ... του 4ου δρόμου. Η διαθέτις Μ. Α. Β.". Προηγουμένως, στο διάστημα από 19-11-2001 μέχρι 5-2-2002, η ανωτέρω Μ. χήρα Α. Β. νοσηλεύθηκε στην ιατρική κλινική "Ιατρικό Αθηνών - ΙΑΣΙΣ Πειραιά", λόγω αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αριστεράς πυραμιδικής συνδρομής, στη διάρκεια δε της νοσηλείας της εμφάνισε επίσης λοίμωξη αναπνευστικού και ουρολοίμωξη.
Αντιμετωπίστηκε με φαρμακευτική αγωγή και με φυσιοθεραπεία και εξήλθε του νοσηλευτηρίου βελτιωμένη, με οδηγίες για συνέχιση της φυσιοθεραπείας, με φαρμακευτική αγωγή και τακτική ιατρική παρακολούθηση. Ακολούθως, ενώ η προαναφερθείσα διαθήκη είχε συνταχθεί, η εν λόγω Μ. Β. νοσηλεύθηκε εκ νέου, αρχικά από 20-6-2002 μέχρι 2-7-2002, συνεπεία δύσπνοιας, αφυδάτωσης και καταβολής δυνάμεων και, εν συνεχεία, από 7-7-2002 μέχρι 30-7-2002, λόγω εμπύρετης αφυδάτωσης.
Ήδη, πριν από την τελευταία νοσηλεία της, η αδελφή της Α. Λ., με την από 5-6-2002 (υπ' αριθμ. έκθ. καταθ. 4891/2002) αίτηση που κατέθεσε στις 6-6-2002 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι, από τις αρχές Απριλίου του 2002, η τότε καθ' ης η αίτηση αδελφή της Μ. Β. αδυνατούσε να επιμεληθεί της περιουσίας της, λόγω του ότι είχε επιδεινωθεί σοβαρά η κατάσταση της υγείας της, δεδομένου ότι αυτή, από το ανωτέρω χρονικό σημείο, εμφάνιζε διαταραχές επικοινωνίας και αντίληψης, ότι η άλλη αδελφή της Κ.
συζ. Δ. Μ. (ενάγουσα - εκκαλούσα), επί αρκετό χρόνο πριν από την κατάθεση της αίτησης εμφανιζόταν ως πληρεξούσια της Μ. Β. και εισέπραττε τα ποσά της σύνταξής της, ανερχόμενα ετησίως σε 16.155,29 ευρώ, καθώς και τα μισθώματα των εκμισθωμένων ακινήτων της, ανελθόντα κατά το 2001 σε 1.700.000 δραχμές, χωρίς να αποδώσει τα ποσά αυτά στη Μ.
Β., στην οποία απέστελλε μηνιαίως ποσό 381,51 ευρώ, με το οποίο η τελευταία αδυνατούσε να καλύψει τις ανάγκες της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης, και ζητούσε (με την αίτηση) να τεθεί η Μ. Β. υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση και να διορισθεί δικαστική συμπαραστάτριά της η ίδια (δηλ. η αιτούσα). Για να αποδείξει τη βασιμότητα της αίτησής της η αιτούσα Α.
θυγ. Ι. Λ., επικαλέσθηκε τις από 3-6-2002 και από 4-6-2002 δύο ιατρικές βεβαιώσεις των ψυχιάτρων Ν. Π. και Α. Γ., σύμφωνα με τις οποίες η Μ. Β. έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο με σημαντικού βαθμού έκπτωση των νοητικών λειτουργιών της (σοβαρή διαταραχή μνημονικής λειτουργίας, διαταραχή προσοχής και προσανατολισμού, παραληρητικές ιδέες και ψευδαισθητική συμπεριφορά) και δεν είχε τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετηθεί, είχε δε ανάγκη συνεχούς επιτήρησης από άλλο πρόσωπο, ήταν δε ανίκανη για δικαιοπραξία.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης η ενάγουσα Κ. συζ. Δ. Μ. (τρίτη των αδελφών Λ.), μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθε στη δικονομική της θέση ως μοναδικός κληρονόμος ο γιός της Ι. Μ. που συνεχίζει τη δίκη, άσκησε κυρία παρέμβαση αλλά και πρόσθετη υπέρ της καθ' ής η αίτηση Μ. Β., ισχυριζόμενη - αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται στην αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση - ότι δεν υπήρχε διανοητική ανικανότητα της Μ.
Β. και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 731/20-2-2003 προδικαστική απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, διορίζοντας πραγματογνώμονα τον ψυχίατρο Ν. Π.. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, η οποία, ας σημειωθεί, δεν φέρει ημεροχρονολογία, αλλά αναμφισβήτητα έχει διενεργηθεί εντός του έτους 2003, η Μ.
Β., 84 τότε ετών, υπέστη στις 19-11-2001 εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο δεν της άφησε ιδιαίτερες βλάβες, ενώ στις 5-2-2002 υπέστη και νέο εγκεφαλικό επεισόδιο αιμορραγικής αιτιολογίας, αλλά και πάλι η ασθενής κατόρθωσε να ανακτήσει μέρος των δυνάμεών της, εξελθούσα από την κλινική "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΙΑΣΙΣ ΠΕΙΡΑΙΑ" βελτιωμένη.
Όμως, από το καλοκαίρι του ίδιου έτους (2002), ίσως λόγω νέων επεισοδίων - έστω και μικρότερης σημασίας, μεγεθυνόμενης πάντως λόγω της άθροισης - η κατάστασή της αρχίζει να επιδεινώνεται, αφού παραμένει κλινήρης συνεπεία αρχικά αστάθειας βάδισης, εξελιχθείσας σε αδυναμία. Στις διάφορες ερωτήσεις που της υπέβαλε ο πραγματογνώμονας, απαντούσε ασαφώς ή μονολεκτικώς, χωρίς από τις απαντήσεις να δημιουργείται η πεποίθηση ότι αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο των ερωτήσεων, δεδομένου ότι μερικές από αυτές (απαντήσεις) ήταν ακατανόητες.
Εξάλλου, αυτή στερείτο προσανατολισμού στο χώρο και δεν είχε αίσθηση του χρόνου, ενώ διαπιστώθηκε και έκπτωση της μνήμης της, αφασία και διαταραχή της εκτελεστικής λειτουργίας, όχι όμως και απραξία, δηλαδή έκπτωση της ικανότητας πραγματοποίησης κινητικών δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με το συμπέρασμα δε της πραγματογνωμοσύνης, η ασθενής έπασχε από αγγειακή άνοια, η οποία της απέκλειε ενόλω τη δυνατότητα να επιμελείται η ίδια των υποθέσεών της.
Όμως, η αδυναμία της αυτή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, άρχισε από το καλοκαίρι του 2002, βαίνουσα έκτοτε συνεχώς επιδεινούμενη, δεν υπήρχε δε κατά το χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης (10-3-2002), οπότε, αντιθέτως, διαπιστώνεται βελτίωση της κατάστασης της υγείας της από τους πλέον αρμόδιους και άμεσους γνώστες αυτής, δηλαδή από τους θεράποντες ιατρούς του νοσηλευτηρίου "Ιατρικό Αθηνών - Ίασις Πειραιώς" όπου κατ' επανάληψη η Μ.
Β. νοσηλεύθηκε, αλλά και από τον ως άνω ψυχίατρο - πραγματογνώμονα Ν. Π..
Συνεπώς, η βελτιωμένη κατάσταση της υγείας της Μ. Β. κατά τον προαναφερθέντα χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης (10-3-2002) της παρείχε τη δυνατότητα να διατυπώσει εγγράφως την τελευταία της βούληση και να θέσει την υπογραφή της στη διαθήκη. Ας σημειωθεί ότι, και επ' αρκετό χρονικό διάστημα μετά τη σύνταξη της διαθήκης, δηλαδή και στη διάρκεια του 2003, ο ψυχίατρος πραγματογνώμονας, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν διαπιστώνει έκπτωση της ικανότητας της Μ.
Β. να πραγματοποιεί κινητικές δραστηριότητες. Αναφορικά, εξάλλου, με τη γνησιότητα της επίδικης διαθήκης, έχει διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα, με την υπ' αριθμ. 1916/2006 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ειδικό Δικαστικό Γραφολόγο Φ.
Γ., της οποίας τα συμπεράσματα διαλαμβάνονται στην από 19-11-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αυτού, έχουν δε συνταχθεί και οι εξής γνωμοδοτήσεις ειδικών Δικαστικών Γραφολόγων: α) από 19-9-2005 και 23-9-2005 της Χ. Τ., κατόπιν εντολής του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σωματείου με την επωνυμία "Παιδικά χωριά SOS Ελλάδος", β) από 22-1-2005, από 11-10-2005 και από 6-2-2007 της Ι.
Δ., κατόπιν εντολής της ενάγουσας, γ) από 22-12-2003 και από 24-10-2005 του Μ. Μ., δ) από 29-12-2003 και από 25-10-2005 του Ι. Θ. και ε) από 5-7-2004 των Μ. Μ. και Ι. Θ.. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου Φ. Γ., το κείμενο της από 10-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης με φερόμενη ως διαθέτιδα τη Μ.
Β., το οποίο ο πραγματογνώμονας εξέτασε εν πρωτοτύπω, έχει καταρτισθεί με το χέρι, με μαρκαδοράκι χρώματος μελάνης μαύρου, επί της μιας όψης λευκού φύλλου χάρτου, με οριζόντιες έντυπες διαγραμμίσεις (κόλλα αναφοράς) και αναπτύσσεται σε δεκαπέντε (15) γραφικούς στίχους. Κατά την εξέταση της γραφής και της υπογραφής της διαθήκης εντοπίστηκαν τα γραφολογικά εκείνα χαρακτηριστικά, που της προσέδωσαν το στοιχείο της ατομικότητας και αποτέλεσαν τη βάση της διενεργηθείσας γραφολογικής εξέτασης.
Ακολούθως, εξετάστηκε ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο δειγματικό υλικό γραφής και υπογραφών της Μ. Β., στο οποίο έγινε συγκριτική εξέταση, για να διαπιστωθεί η κοινή προέλευση και η αυθεντικότητα του ως δειγματικού γραφολογικού υλικού και να αποκλειστεί η περίπτωση "ύποπτου", μη γνήσιου εμβόλιμου υλικού, ενώ παράλληλα επισημάνθηκαν εκείνα τα γραφολογικά γνωρίσματα που του προσέδωσαν το στοιχείο της ατομικότητας.
Επίσης, εξετάστηκε ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο δειγματικό υλικό γραφής και υπογραφών της τετιμημένης στη διαθήκη Α. θυγ. Ι. Λ., στο οποίο ομοίως επισημάνθηκαν τα γραφολογικά χαρακτηριστικά που το προσδιορίζουν. Ας σημειωθεί, ότι ο πραγματογνώμονας χρησιμοποίησε τόσο πρωτότυπα έγγραφα όσο και φωτοτυπίες εγγράφων, που παραθέτει αναλυτικά στην έκθεσή του.
Κατά την εξέταση και ανάλυση των χειρόγραφων ενδείξεων γραφής, οι οποίες συγκροτούν το κείμενο της επίδικης διαθήκης, διαπιστώθηκε ότι αυτές συνιστούν ενιαία γραφή του ίδιου ατόμου, στην επακολουθήσασα δε συγκριτική εξέταση, διαπιστώθηκαν πολλές, ουσιώδεις και σημαντικές ομοιότητες μεταξύ της δειγματικής γραφής και των υπογραφών της Μ.
Β. και των. αντίστοιχων γραφής και υπογραφής της διαθήκης, οι οποίες γραφολογικά κρίνονται ως εξαιρετικά ισχυρές, καταδεικνύοντας σχέση χειρός χαράξεως. Σύμφωνα δε με το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης η επίδικη από 10-3-2002 χειρόγραφη διαθήκη έχει εξολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί δια χειρός Μ.
Β.. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε στην από 19-9-2005 γραφολογική γνωμοδότησή της και η γραφολόγος Χ. Τ., η οποία εξέτασε τη διαθήκη επίσης εν πρωτοτύπω, χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό υλικό τόσο πρωτότυπα έγγραφα όσο και φωτοτυπίες εγγράφων, και η οποία επισημαίνει ότι από την καταφανή ομοιότητα του συνόλου των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών και στοιχείων, που συνθέτουν την ομοιότητα της γραφής και των υπογραφών της Μ.
Β., αποκλείεται οποιοδήποτε ενδεχόμενο πλαστότητας της διαθήκης, διότι μεταξύ των συγκριθέντων κειμένων και υπογραφών υπάρχουν ομοιότητες όχι μόνο στα εμφανή γραφολογικά γνωρίσματα αλλά και στα "σπάνια", ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, τα οποία αποτυπώνονται ασυναίσθητα στη γραφή και στις υπογραφές κάθε ατόμου.
Αντιθέτως, ο γραφολόγος Μ. Μ., στην από 22-12-2003 γραφολογική γνωμοδότησή του, αποφαίνεται ότι η επίδικη διαθήκη η οποία, κατ' αυτόν, έχει γραφεί με μελάνη στυλό διαρκείας τύπου BIC χρώματος μαύρου, την οποία εξέτασε και αυτός εν πρωτοτύπω, δεν γράφτηκε ούτε υπεγράφη δια χειρός Μ. Β. και συνεπώς δεν αποτελεί γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη αυτής, στο ίδιο δε συμπέρασμα άγεται και ο γραφολόγος Δ.
Θ. στην από 29-12-2003 γραφολογική γνωμοδότησή του, σημειώνοντας ότι η διαθήκη γράφτηκε, χρονολογήθηκε και υπεγράφη όχι δια χειρός Μ. Β., αλλά δια χειρός άλλου προσώπου, με τη μέθοδο της δουλικής απομιμήσεως από υπόδειγμα γνήσιας γραφής και υπογραφής της. Ας σημειωθεί ότι και στους δύο τελευταίους γραφολόγους, όσα έγγραφα χρησιμοποίησαν, πλην της διαθήκης, παραδόθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας σε φωτοτυπία, αναφορικά δε με τις γνωμοδοτήσεις τους, η γραφολόγος Χ.
Τ., διαφωνώντας με τα συμπεράσματα των συντακτών τους, διατυπώνει τις εξής αξιοσημείωτες, κατά την κρίση του Εφετείου, παρατηρήσεις στην από 23-9-2005 έκθεσή της: Α) αναφορικά με τα συμπεράσματα του Μ. Μ.: "... Ο Μ. Μ. αποφαίνεται ότι η διαθήκη της Μ. Β. είναι γραμμένη με μελάνι στυλό διαρκείας τύπου BIC, χρώματος μαύρου.
Όμως από την επισταμένη εξέταση της διαθήκης με τη βοήθεια των απαραίτητων οργάνων και φωτισμών, διαπιστώθηκε ότι η χάραξη του κειμένου και της υπογραφής έγινε με μαρκαδόρο μαύρης μελάνης λεπτής χάραξης. Η χάραξη γραφής και υπογραφών με μαρκαδόρο διαφοροποιείται εν μέρει στη γενική εμφάνιση και στη γραμμή χάραξης από τη χάραξη αυτών με στυλό διαρκείας τύπου BIC.
Για την παραγωγή γραφής με μαρκαδόρο αρκεί η απλή επαφή αυτού στο χαρτί, χωρίς να απαιτείται καταβολή ιδιαίτερης μυϊκής δύναμης, διότι η μελάνη έχει ρευστότητα, ενώ για την παραγωγή γραφής με στυλό διαρκείας τύπου BIC απαιτείται μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη, γιατί η μελάνη στερείται ρευστότητας, ήτοι είναι στερεή.
Έτσι, στη γραφή με μαρκαδόρο παρατηρούνται συχνά φαινομενικές γραφικές διακοπές και ενίοτε διάχυση της μελάνης στο γραφικό πεδίο, ευρήματα που δεν παρατηρούνται στη γραφή με στυλό διαρκείας τύπου BIC, στην οποία, λόγω εντονότερης γραφικής πίεσης, αποτυπώνονται γραφολογικά χαρακτηριστικά, π.χ. τριχοειδείς χαράξεις και συνδέσεις, άγκιστρα κλπ και γραφικός τρόμος στα ηλικιωμένα άτομα.
Απαιτείται, συνεπώς, κατά τον έλεγχο της γραφής με μαρκαδόρο, ιδιαίτερη προσοχή, προς αποφυγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, σε τέτοιο συμπέρασμα δε, κατέληξε στη γνωμοδότησή του ο Μ. Μ., με την εσφαλμένη διαπίστωση του γραφικού μέσου που χρησιμοποιήθηκε για τη χάραξη της γραφής του κειμένου και της υπογραφής και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ηλικία της διαθέτιδος.
Οι αναφερόμενες στην έκθεση Μ. ως διαφορές μεταξύ της υπογραφής της διαθήκης και των αναμφισβήτητα γνησίων υπογραφών και γραφής της Μ. Β. δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η υπογραφή της διαθήκης είναι ολόγραφη γραμματικού τύπου ως "Μ. Α. Β.", από δε την ανάλυσή της και από τη σύγκριση των γραφολογικών γνωρισμάτων της με τα γραφολογικά γνωρίσματα τόσο της γραφής του ονοματεπωνύμου ως "Μ.
Α. Β." (π.χ. το από 1-7-1997 μισθωτήριο), όσο και των υπογραφών ως "Μ. Α. Β." στα άλλα έγγραφα, προέκυψαν ομοιότητες μόνο. Επισημαίνεται ότι η υπογραφή στη διαθήκη είναι ολόγραφη, λόγω, προφανώς, της επισημότητας του εγγράφου (όπως συμβαίνει συχνά σε διαθήκες). Όμοια ακριβώς υπογραφή υπάρχει και στο δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, το οποίο εκδόθηκε λίγους μήνες πριν από τη σύνταξη της διαθήκης, και στην από 23-5-2002 εξουσιοδότηση, που συντάχθηκε και υπεγράφη από την ίδια δύο μήνες μετά τη σύνταξη της διαθήκης" και Β) αναφορικά με τα συμπεράσματα του Δ.
Θ., ότι είναι εσφαλμένα και γραφολογικά αστήρικτα, επισημαίνοντας ειδικότερα ότι στη γνωμοδότησή του δεν αναφέρεται το γραφικό μέσο χάραξης γραφής και υπογραφής. Οι εν λόγω δύο γραφολόγοι Μ. Μ. και Δ. Θ., με τις από 25-10-2005 και 24-10-2005 αντιστοίχως εκθέσεις τους επί των προαναφερθεισών παρατηρήσεων της γραφολόγου Χ.
Τ., εμμένουν στα συμπεράσματά τους και θεωρούν εσφαλμένη και πεπλανημένη τη γνωμοδότηση της τελευταίας. Τέλος η γραφολόγος Ι. Δ. η οποία συνέταξε τις από 22-1-2005, 11-10-2005 και 6-2-2007 ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, στις δύο πρώτες από αυτές αποφαίνεται, αφού εξέτασε την μεν επίδικη διαθήκη εν πρωτοτύπω, σε φωτοτυπία δε όσα έγγραφα της παραδόθηκαν, ότι η διαθήκη έχει πλαστογραφηθεί δια χειρός της Α.ς θυγ.
Ι. Λ., η οποία προέβη ανεπιτυχώς σε θεληματική αλλοίωση της γραφής - υπογραφής της, κατ' απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα της Μ. Β. εκ προθέσεως και αντικρούει, στη δεύτερη γνωμοδότησή της, καθ' ολοκληρίαν το περιεχόμενο της από 19-4-2005 γραφολογικής γνωμοδότησης της Χ. Τ., με την αιτίαση ότι στηρίζεται σε επί μέρους γενικά και ειδικά πορίσματα, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα αποδεικτικά γραφομετρικά, γραφολογικά και γραφοτεχνικά στοιχεία.
Στην τρίτη, όμως, (από 6-2-2007) γνωμοδότησή της, την οποία συνέταξε κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, για να αντικρουσθεί η από 19-9-2006 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Φ. Γ. και αφού η εν λόγω γραφολόγος έλαβε υπόψη για την ερευνά της μόνο τα πρωτότυπα γνήσια έγγραφα, ενώ όπως η ίδια βεβαιώνει, μέχρι τότε δεν της είχε παραδοθεί το πρωτότυπο οποιουδήποτε γνησίου εγγράφου για αντιπαραβολή και μόνο τη διαθήκη είχε εξετάσει εν πρωτοτύπω, παραδέχεται ότι στις δύο προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της είχε οδηγηθεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα, δεδομένου ότι το πόρισμα μιας γραφολογικής έρευνας επί τη βάσει φωτοαντιγράφων είναι πάντοτε επισφαλές, και αποφαίνεται ότι η επίδικη διαθήκη, έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της Μ.
Β., χωρίς να υπάρχουν σημεία δισταγμού ή τρόμου ή επηρεασμού της γραφής της από οποιονδήποτε εξωγενή παράγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η διαθέτις Μ. Β. κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-2001 μέχρι 5-2-2002, καθώς και από 20-6-2002 μέχρι 30-7-2002, η κατάστασή της κατά το χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης στις 10-3-2002 ήταν βελτιωμένη και της παρείχε τη δυνατότητα να διατυπώσει εγγράφως την τελευταία της βούληση και να θέσει την υπογραφή της στη διαθήκη αυτή, αφού μάλιστα δεν είχε διαπιστωθεί έκπτωση της ικανότητάς της να πραγματοποιεί κινητικές δραστηριότητες.
Επίσης, το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία η διαθέτις Μ. Β. όρισε μοναδική κληρονόμο την αδελφή της Α. Λ. του Ι., μετά δε το θάνατο της αδελφής της την περιουσία που θα βρεθεί να πάρει το πρώτο αναιρεσίβλητο σωματείο, ανακαλώντας κάθε προηγούμενη διαθήκη της, ήταν γνήσια κατά τη γραφή, την υπογραφή και το περιεχόμενο και κατόπιν τούτου απέρριψε την ένδικη αγωγή της αρχικής ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της διαθήκης αυτής λόγω πλαστότητας, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1939, 1927, 1928 και 1763 έως και 1765 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον ο βεβαρυμένος με καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλαμβανομένου), ακόμη και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητώς με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομιάς στον βεβαρυμμένο, ο τελευταίος δεν δικαιούται να διαθέσει τα κληρονομιαία αντικείμενα με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνησιότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, σύμφωνα και με την από 19-11-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα Φ.
Γ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου, καθώς και τις από 19-9-2005 και 23-9-2005 γνωμοδοτήσεις της με εντολή του πρώτου αναιρεσίβλητου σωματείου ορισθείσας ειδικής δικαστικού γραφολόγου Χ. Τ., με αντίκρουση μάλιστα των γνωμοδοτήσεων των ειδικών δικαστικών γραφολόγων, που όρισε ως τεχνικούς συμβούλους η ενάγουσα, Μ.
Μ. και Ι. Θ. με ημερομηνία 22-12-2003, 24-10-2005, 29-12-2003, 25-10-2005 και 5-7-2004, αντίστοιχα, και των από 22-1-2005 και 11-10-2005 αρχικών γνωμοδοτήσεων της επίσης ορισθείσας ως τεχνικής συμβούλου από την ενάγουσα δικαστικής γραφολόγου Ι. Δ., στις οποίες γνωμοδοτήσεις διατυπώνεται αντίθετο πόρισμα. Το αποδεικτικό δε πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι κατά τον χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης στις 10-3-2012 μπορούσε να διατυπώσει εγγράφως την τελευταία της βούληση και να θέσει την υπογραφή της στη διαθήκη και ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη είναι γνήσια, εκτίθεται σαφώς.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος πρόσθετος και πέμπτος πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και τρίτος πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτος πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες.
Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 144/2012, ΑΠ 1142/2011, ΑΠ 103/2010, ΑΠ 96/2010). Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, ήτοι ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράστηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας έτσι αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράστηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό.
Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 865/2006).
Εκ πλαγίου δε κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της λεπτομερώς ανωτέρω εκτέθηκε, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού η αμφιβολίας στην βούληση της διαθέτιδας Μ. Β. στην από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της και έτσι δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ με την παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε, λόγω των αντιφάσεων, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό της αποφάσεως δικαιολογεί την αναίρεσή της, όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, με συνέπεια την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως ή αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση που είχε ζητηθεί ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων. Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ συνισταμένη στην ύπαρξη διατάξεων στο διατακτικό της που αντιφάσκουν με τις αιτιολογίες, όσον αφορά στην πλαστότητα της συνταχθείσας από 10-3-2002 ιδιογράφου διαθήκης της Μ.
Β.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η αποδιδομένη ως άνω πλημμέλεια από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι η ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ διατακτικού και αιτιολογιών, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφατικό διατακτικό, διότι δεν υπάρχει η αοριστία ή η αβεβαιότητα που αναφέρθηκε και έτσι δεν καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, ούτε εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά τον πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο κατά την εκφορά της κρίσεώς του περί της γνησιότητας της από 10-3-2002 ιδιογράφου διαθήκης έλαβε υπόψη και τον μη προταθέντα ισχυρισμό περί της γνησιότητας και της από 23-5-2005 εξουσιοδοτήσεως.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, στα πλαίσια της εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων και της γενικότερης πραγματικής επιχειρηματολογίας της περί της γνησιότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, που ήταν και το αντικείμενο της δίκης, έκανε αναφορά και σε άλλα στοιχεία, που μάλιστα περιέχονταν και στην συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως και η γνησιότητα της άνω εξουσιοδοτήσεως της διαθέτιδας.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδάφ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα (και η αναγνωριστική), καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί την γνησιότητα και της από 23-5-2005 εξουσιοδοτήσεως επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η παραδοχή αυτή του Εφετείου προέκυπτε από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δεν συνιστούσε επιδίκαση μη αιτηθέντος. Επειδή, κατά τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν θεμελιώνεται, όταν η παραμόρφωση δεν αφορά σε έγγραφα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων, αλλά σε διαδικαστικά έγγραφα της ιδίας δίκης, όπως η αγωγή, ανταγωγή και οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων ή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο ή οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, διότι η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου συνιστά λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. (ΑΠ 604/1992, ΑΠ 506/1982).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της γνησιότητας της από 10-3-2002 ιδιογράφου διαθήκης της Μ. Β., κατά παραμόρφωση, α) της από 19-11-2006 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης τού, με την υπ' αριθμ. 1916/2006 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διορισθέντος πραγματογνώμονα, δικαστικού γραφολόγου, Φ.
Γ., β) των από 19-9-2005 και 23-9-2005 τεχνικών εκθέσεων της γραφολόγου Χ. Τ. και των από 22-1-2005, 11-10-2005 και 6-2-2007 τεχνικών εκθέσεων της γραφολόγου Ι. Δ., που συνετάγησαν στα πλαίσια της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το άρθρο 390 του ΚΠολΔ, γ) των από 3-6-2002 και 4-6-2002 ιατρικών βεβαιώσεων των ψυχιάτρων, αντιστοίχως, Ν.
Π. και Α. Γ., προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στα πλαίσια άλλης δίκης, που ανοίχθηκε κατόπιν ασκήσεως της από 5-6-2002 αιτήσεως από την αδελφή της διαθέτιδος Α. θυγ. Ι. Λ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου αυτή (η διαθέτιδα) να τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαραστάσεως, δ) της εκθέσεως ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης τού, στην ίδια δίκη, διά της υπ' αριθμ. 731/2003 προδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου διορισθέντος πραγματογνώμονα ψυχιάτρου Ν.
Π. και ε) του δικογράφου της ένδικης αγωγής. Οι προαναφερόμενες αιτιάσεις, σύμφωνα με την ως άνω μείζονα νομική σκέψη, κατά το μέρος που αφορούν την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και τα υπό στοιχ. α' και β' ως άνω αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, αφού συναρτώνται προς το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ήτοι της αγωγής, της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και των ανωτέρω τεχνικών εκθέσεων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, ορθώς αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο των λοιπών ως άνω εγγράφων, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, συνεκτίμησε τα λοιπά αυτά έγγραφα μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, και δεν στήριξε την δικανική του κρίση περί της γνησιότητας της διαθήκης αποκλειστικά ή κυρίως στα έγγραφα αυτά.
Επομένως, οι στον ίδιο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορούν στην υπό του Εφετείου παραμόρφωση των λοιπών υπό στοιχεία γ' και δ' ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005).
Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006).
Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Επομένως, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν δέχθηκε την συνδρομή των όρων του δεδικασμένου, που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 731/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αυτή δεν περιλαμβάνει παραδοχή ως προς την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, προκύπτοντος από την ως άνω 731/2003 απόφαση και έτσι δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο πέραν από το άρθρο και τον αριθμό της προβαλλόμενης πλημμέλειας δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Επειδή, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα την από 23-5-2005 έγγραφη εξουσιοδότηση, αν και αυτή ήταν πλαστή. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε την πλαστότητα του εν λόγω εγγράφου.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους έκτο, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, και δέκατο λόγους της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα: 1) τις από 16-6-2005 έγγραφες προτάσεις της αδελφής της αναιρεσείουσας Α.
Λ. σε άλλη δίκη, 2) τις υπ' αριθμ. 5/2004, 114/2004, 2/2005, 25/2005, 90/2007 και 8/2008 διατάξεις του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, 3) την 5249/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, 4) τις καταθέσεις μαρτύρων που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 14-23/6/2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε άλλη συναφή δίκη, 5) τις από 29-5-2002, 12-6-2002, 14-5-2002, 21-5-2002, 21-5-2002, 28-5-2002 και 29-5-2002 εξώδικες δηλώσεις, 6) την από 10-11-2006 έγγραφη βεβαίωση του αναιρεσιβλήτου, 7) τα υπ' αριθμ. 731/2003 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 8) την υπ' αριθμ. 1172/2005 αθωωτική, για την αναιρεσείουσα και τον σύζυγό της απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, 9) την από 19-12-2001 δημόσια διαθήκη της ίδιας ως άνω διαθέτιδας Μ.
Β., 10) διάφορες ιατρικές συνταγές, αφορώσες στην φαρμακευτική αγωγή της με ψυχοφάρμακα και 11) φωτογραφίες που απεικονίζουν την άνω διαθέτιδα κατά τον χρόνο της ασθενείας της. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει το καθένα από αυτά χωριστά.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 270 παρ. 2 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 524 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.
Γενικεύθηκε, έτσι, στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 747/2008).
Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις και έτσι σε κάθε περίπτωση τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, πέραν δε του αριθμού αυτού, οι οποίες πλέον συνιστούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, όπως εκτιμάται, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, εκτός από τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρονται στην απόφαση ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και λήφθησαν υπόψη, δεν έλαβε υπόψη και τέταρτη ένορκη βεβαίωση (επί συνόλου επτά που η αναιρεσείουσα προσήγαγε και επικαλέσθηκε), ως δικαστικό τεκμήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο στοιχεία που, κατά τον λόγο αυτό, στηρίζουν την γενομένη παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, νομίμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άλλη ένορκη βεβαίωση, πέραν των τριών, ούτε στα πλαίσια της εμμέσου αποδείξεως.
Επειδή, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα για την εσφαλμένη εκτίμηση της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και των προαναφερομένων τεχνικών εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που στηρίχθηκαν, κατά τα αναφερόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο, σε ψευδή συγκριτικά στοιχεία.
Η αιτίαση αυτή είναι, προεχόντως, απαράδεκτη και απορριπτέα, καθόσον συναρτάται με την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στην από το Εφετείο λήψη υπόψη της ανωτέρω εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Φ.
Γ., η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο, ήταν παράνομο αποδεικτικό μέσο, διότι συντάχθηκε κατά παραβίαση των οριζομένων στην προμνημονευθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που τον διόρισε, όσον αφορά τα από τον πραγματογνώμονα αυτόν ληφθέντα υπόψη, ως συγκριτικά στοιχεία, έγγραφα που έπρεπε να είναι αδιαμφισβητήτου γνησιότητας.
Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι το οποιοδήποτε ελάττωμα κατά την διενέργεια της από το δικαστήριο διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, δεν την καθιστά, αυτοδικαίως, ως διαδικαστική πράξη, ανυπόστατο και παράνομο αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά, ενδεχομένως, άκυρο αποδεικτικό μέσο, η ακυρότητα όμως αυτή πρέπει να προταθεί και απαγγελθεί από το δικαστήριο.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η απόφαση του πρωτοδικείου προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν, ενσωματώθηκε στην εφετειακή.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, λόγοι αναίρεσης που πλήττουν παραδοχές της απόφασης του πρωτοδικείου είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 144/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της πρωτόδικης εκκληθείσας απόφασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω αιτίαση της μη λήψης υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, αναφέρεται σε παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όχι του Εφετείου. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το οποίο αποτελεί εφαρμογή της αρχής του άρθρου 160 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από τις δικές του πράξεις, εκτός εάν πρόκειται για λόγους που αφορούν στην δημόσια τάξη. Ως τέτοιες δε πράξεις, που δημιουργούν απαράδεκτο, νοούνται εκείνες μόνον οι διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες έγιναν δεκτές από την προσβαλλόμενη απόφαση, η δε τυχόν έλλειψη νομιμοποιήσεως των διαδίκων, αν και αυτεπαγγέλτως ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν αφορά στην δημόσια τάξη, δεν δύναται να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως υπέρ του αναιρεσείοντος, εάν προήλθε εκ πράξεων του ιδίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσως του κυρίου δικογράφου και τον συναφή με αυτόν έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, όπως εκτιμώνται, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, αντιστοίχως, από τον αριθμό 9, πράγματι όμως από τον αριθμό 8 περ. β', καθώς και 14 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, α) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου και β) ότι σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη της παθητικής του νομιμοποιήσεως, ενόψει του γεγονότος ότι η καταληφθείσα περιουσία που αποτελούσε το αντικείμενο του καταπιστεύματος, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο του θανάτου της βαρυνομένης με το καταπίστευμα Α. Λ., δυνάμει της από 22-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης αυτής, με την οποία κατέλειπε την περιουσία της στην ενάγουσα. Με αμφότερους όμως τους εν λόγω αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα-ενάγουσα προβάλλει το δικό της σφάλμα προς θεμελίωση λόγου αναιρέσεως, αφού η ίδια απηύθυνε την αγωγή κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και γι' αυτό οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, καθόσον η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη κρίθηκε ότι είναι γνήσια, ο δε βεβαρυμένος με καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), δεν δικαιούται να διαθέσει τα κληρονομιαία αντικείμενα με διάταξη τελευταίας βούλησης.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και τον έβδομο του δικογράφου των προσθέτων λόγων η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559, πράγματι όμως από τον αριθμό 8 περ. β' του ιδίου άρθρου, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι η πλαστότητα της άνω διαθήκης προκύπτει και από το γεγονός της από τη διαθέτιδα εκφράσεως ρητώς της βουλήσεώς της, με άλλη διαθήκη, προγενέστερη της επίμαχης διαθήκης. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστά πραγματικό επιχείρημα προς ενίσχυση του περί πλαστότητας της επίδικης διαθήκης αγωγικού ισχυρισμού, η οποία σε κάθε περίπτωση κρίθηκε ότι είναι γνήσια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και να καταδικαστεί ο Ι. Μ., που υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αποβιώσασας αναιρεσείουσας ως μοναδικός κληρονόμος της και συνεχίζει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου σωματείου, καθώς και του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, του τελευταίου όμως μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2009 αίτηση και το από 20-1-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων της αναιρεσείουσας Κ. συζ. Δ. Μ. για αναίρεση της 871/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με την 560/2009 απόφαση του ιδίου Εφετείου.
Καταδικάζει τον Ι. Μ., που υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αποβιώσασας αναιρεσείουσας ως μοναδικός κληρονόμος της και συνεχίζει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Σωματείου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ