Legislator Case Law & Legislation
1158/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for interest claims in bankruptcy proceedings.

Case Number 1158/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former employees against a bankruptcy court ruling regarding their claims for interest on severance pay. The court found that while the bankruptcy announcement interrupted the statute of limitations for the principal severance amount, it did not apply to the separate claim for interest on overdue wages. Consequently, the interest claim was deemed time-barred as the employees failed to notify the bankruptcy administrator of this specific demand within the statutory period. The court upheld the lower court's decision, ruling the appeal inadmissible due to the expiration of the limitation period for the interest portion of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250, 264, 266 of the Civil Code; The notification of a claim for severance pay to a bankruptcy administrator interrupts the statute of limitations for the principal amount but does not extend to separate claims for interest on overdue wages, which remain subject to the standard limitation period.

Keywords

AI generated
statute of limitations bankruptcy proceedings severance pay interest interruption of limitation employee claims time bar bankruptcy administrator

Cited Legislation

AI generated
Article 250, paragraph 15 of the Civil Code
Article 264 of the Civil Code
Article 266 of the Civil Code
Article 536 of the Bankruptcy Law
Article 596 of the Bankruptcy Law
Article 62, paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 159, number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 160, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 556, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 22/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1158 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1158/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α., κατοίκου ..., 2. Α. Α., κατοίκου ..., 3. Γ. Α., κατοίκου ..., 4. Α. Β., κατοίκου ..., 5. Ε. Β., κατοίκου ..., 6. Ε. Γ., κατοίκου ..., 7. Δ. Γ., κατοίκου ..., 8. Δ. Δ., κατοίκου ..., 9. Σ. Δ., κατοίκου ..., 10. Κ. Δ., κατοίκου ..., 11. Ν. Δ., κατοίκου ..., 12. Γ. Κ., κατοίκου ..., 13. Ε. Λ., κατοίκου ..., 14. Α. Λ., κατοίκου ..., 15. Σ. Λ., κατοίκου ..., 16. Ν. Λ., κατοίκου ..., 17. Α. Μ., κατοίκου ..., 18. Π. Μ., ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Π. Μ., κατοίκου ..., 19. Σ. Μ., κατοίκου ..., 20. Π. Μ., κατοίκου ..., 21. Α. Π., κατοίκου ..., 22. Ν. Π., κατοίκου ..., 23. Α. Π., κατοίκου ..., 24. Ι. Σ., κατοίκου ..., 25. Κ. Σ., κατοίκου ..., 26. Σ. Τ., κατοίκου ..., 27. Ν. Τ., κατοίκου ..., 28. Χ. Φ., κατοίκου ..., 29. Β. Φ., κατοίκου ..., 30. Ε. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος Δημήτριος Σφυρής, ο οποίος δήλωσε ότι ο 16ος Ν. Λ. απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν επ' ονόματί του οι Γ. Λ., Ι. Λ. και Σ. Λ., εκ των οποίων παρίσταται μόνο η Σ. Λ., κάτοικος ..., την οποία και εκπροσωπεί δια πληρεξουσίου εγγράφου.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Ν., οριστικού Συνδίκου της ενώσεως πιστωτών της πτωχεύσεως της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Υπολειμμάτων Νάφθης ΕΛΒΥΝ Α.Ε", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/1999 πτωχευτική ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8406/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/4/2001 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 28/11/2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος που παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος, την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 παρ. 1 και 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ενόψει και του άρθρου 35 ΑΚ, που ορίζει ότι το πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του, προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, υπό τους όρους του άρθρου 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι, δικόγραφο αναίρεσης το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που έχει ήδη αποβιώσει πριν από την κατάθεσή του, με την οποία συντελείται κατά το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, η άσκηση του ενδίκου μέσου, είναι άκυρο και η ακυρότητα αυτή αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.

α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 137/86/2000 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Αγίων Αναργύρων, προκύπτει ότι ο δέκατος έκτος αναιρεσείων Ν.

Λ. απεβίωσε στην Αθήνα στις 15.2.2000, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στο όνομα και του θανόντος στις 10.4.2001 με κατάθεση του δικογράφου της στο Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ασκήθηκε μετά τον θάνατο του εν λόγω αναιρεσείοντος. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τον εν λόγω αναιρεσείοντα, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας κατά τούτο του δικογράφου της, που συνεπάγεται αναγκαίως και το απαράδεκτο της συμμετοχής στη δίκη και των φερομένων ως κληρονόμων, συζύγου και τέκνων του (Γ.

χας Ν. Λ., Ι. Λ. και Σ. Λ.), από τους οποίους παρέστη στο ακροατήριο η Σ. Λ. και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωσή της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού.

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 421-Δ/7.9.2005 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Π., ακριβές αντίγραφο της από 11.7.2005 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων Δ. Σ., υπογράφοντα την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεώς τους (άρθρο 1443 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, παρά το ότι οι αναιρεσείοντες (πλην του 16ου για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω) δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω, νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σα να ήταν παρόντες και αυτοί (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 975 του ΚΠολΔ η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατατάξεως γίνεται στην τρίτη τάξη για τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Κατά δε το άρθρο 31 του Ν.1545/1985 στην τρίτη τάξη των (γενικών) προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.

Αποζημιώσεις όμως λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξαρτήτως από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, που δεν παύουν και με την κήρυξη της πτωχεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 536 Εμπ.Ν.

ως εξασφαλισμένοι με γενικό προνόμιο. Και εφόσον οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις τόκων προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό (Ολ.ΑΠ 22/2000). Εξ άλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 264 και 266 ΑΚ η αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση διακόπτει την παραγραφή, η οποία αρχίζει και πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή αν επακολουθήσουν αντιρρήσεις κατά της απαίτησης από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη πτωχευτική ανακοπή (άρθρο 596 Εμπ.Ν) οι αναιρεσείοντες μισθωτοί εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας από την εταιρεία ΕΛΒΥΝ ΑΕ και εργάσθηκαν σ' αυτή μέχρι τις 30-9-1985, οπότε λόγω της κήρυξής της σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1270/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσίβλητος σύνδικος κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και ότι για τις αξιώσεις τους από αποζημίωση λόγω της γενόμενης καταγγελίας, αναγγέλθηκαν στην πτώχευση, έγινε επαλήθευση των απαιτήσεών τους και στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος σύνδικος τους κατέβαλε τμηματικά μέχρι τις 30-6-1995 την αποζημίωση, λόγω απολύσεώς τους, χωρίς τόκους.

Επιδιώκουν δε με την ένδικη ανακοπή τους την εξέλεγξη των εκ τόκων απαιτήσεών τους, επί του ποσού των αποζημιώσεων τους και την αναγνώρισή τους ως προνομιούχων πιστωτών για τις απαιτήσεις τους αυτές. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες-ανακόπτοντες δεν ανήγγειλαν καθόλου τις απαιτήσεις τους για τόκους υπερημερίας από τις 30-9-1985, όταν ο αναιρεσίβλητος σύνδικος κατήγγειλε τις εργασιακές τους συμβάσεις και γεννήθηκε η σχετική αξίωσή τους για την καταβολή της αποζημιώσεως, μέχρι τις 31-12-1990, οπότε παραγράφεται η εκ τόκων απαίτησή τους (άρθρο 250 παρ.15 ΑΚ), ούτε προέβησαν σε άλλη ενέργεια διακοπής της παραγραφής μέχρι την άσκηση της ένδικης ανακοπής τους (30-7-1999), δεδομένου ότι οι γενόμενες αναγγελίες τους αναφέρονται σε τόκους υπερημερίας, όσον αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και όχι ως προς την αποζημίωση απολύσεως.

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη ανακοπή ως παραγεγραμμένη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους παραπάνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, ως προς τους τόκους των αποζημιώσεων, λόγω καταγγελίας της εργασιακής τους σχέσεως, αφού η αναγγελία σε πτώχευση προς επαλήθευση της αποζημίωσης ως κεφαλαίου, δεν διακόπτει την παραγραφή και ως προς τους μη διαλαμβανόμενους στην αναγγελία τόκους, που αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης αξίωσης.

Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.4.2001 αίτηση του Α. Α. κλπ, για αναίρεση της 8406/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ