Supreme Court dismisses appeal against bank judgment regarding warehouse storage contract and liability for goods removal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a bank against a lower court judgment involving a warehouse storage contract dispute. The bank argued that the defendant's failure to release goods constituted a fault under Article 300 of the Civil Code, while the defendant contended that the bank's own negligence in storage measures was the primary cause of the goods' removal. The court upheld the lower court's decision, ruling that the bank's claim for damages was unfounded given the defendant's lack of fault and the bank's failure to exercise due diligence in securing the stored goods.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a claim for damages based on alleged fault in a storage contract is rejected when the claimant failed to exercise due diligence in securing the goods, rendering the removal of the goods by the defendant justified and not constituting a compensable fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1157 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1157/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γραμμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο. #
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2014 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1356/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 5001/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά της ήδη αναιρεσείουσας, την από 15-10-2014 αγωγή της, στην οποία εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:
Ότι με δύο Συμβάσεις Παραχώρησης Χώρου και Συστάσεως Ιδιωτικού Παραρτήματος Γενικών Αποθηκών, που συνήφθησαν μεταξύ της εναγομένης - αναιρεσείουσας και της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (...) ... κατά το Ν.Δ. 3077/1954, η εναγομένη αναγνώρισε ως Ιδιωτικά Παραρτήματα Γενικών Αποθηκών δύο αποθηκευτικούς χώρους της ..., που τέθηκαν στην αποκλειστική φύλαξη και "υπό κλείδα" διαχείρισή της, η οποία για τις σε αυτές ευρισκόμενες ποσότητες βάμβακος ιδιοκτησίας της ..., των οποίων ανέλαβε τη φύλαξη και αποθήκευση με αποκλειστική της ευθύνη, εξέδωσε τους αναφερόμενους στην αγωγή τρεις τίτλους αποθήκευσης (αποθετήρια - ενεχυρόγραφα) εις διαταγήν της ..., η οποία στη συνέχεια τα ενεχυρόγραφα των ανωτέρω τίτλων τα μεταβίβασε με οπισθογραφήσεις, που μεταγράφηκαν νόμιμα, στην ...
Α.Ε. σε ασφάλεια των απαιτήσεων της τελευταίας κατά της ... από σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συνάψει με αυτήν. Ότι η ενάγουσα κατέστη ειδική διάδοχος της ...(...) και στην επίδικη έννομη σχέση, με σύμβαση μεταβίβασης και της σχέσης αυτής, που συνήφθη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 Β', 63 Δ' και 68 Ν. 3601/2007, μετά την έκδοση σχετικής απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ότι η εναγομένη της γνωστοποίησε εγγράφως ότι οι ενεχυρασμένες ποσότητες βάμβακος αξίας 1.373.191,54 ευρώ εκλάπησαν από τους κατονομαζόμενους στο έγγραφο αυτό υπαλλήλους της ... .... Τέλος, επικαλούμενη ότι η εναγομένη δεν είχε λάβει ασφαλή μέτρα φύλαξης του βάμβακος, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε κυρίως από τη σύμβαση ενεχύρου και επικουρικά κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής το ανωτέρω ποσό των 1.373.191,54 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1356/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κυρία βάση της και κατά του τελευταίου αυτού σκέλους της απόφασης άσκησε κατά της εναγομένης την από 7/7/2020 έφεση η ήδη αναιρεσίβλητη, στην οποία έφεση, για την ενεργητική της νομιμοποίηση ως μη δικαιούχος διάδικος, εξέθεσε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 12/09/2019 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων, η οποία υπεγράφη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε" και της εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... (με αριθ. μητρώου ... και Διεύθυνση ..., ..., ... 2) (εφεξής "Δικαιούχος") και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. ΑΚ και του άρθρου 61 του Ν. 4548/2018, όπου εφαρμόζεται, η ΤΡΑΠΕΖΑ ... μεταβίβασε στην Δικαιούχο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή/και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές ή κάποιες οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή/και έχουν καταγγελθεί ή/και έχουν ρυθμισθεί, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις που απορρέουν από την επίδικη, υπ' αριθ. ...2011 Σύμβαση Πίστωσης με Ανοιχτό Αλληλόχρεο Λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις.
Η Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων καταχωρίστηκε σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του Ν 2844/2000 της έδρας της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ..., που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν 3156/2003...Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στην Δικαιούχο μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως κάθε διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα, που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις, με αποτέλεσμα η Δικαιούχος να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν ή θα απορρεύσουν και από την επίδικη, Σύμβαση Πίστωσης...Εν συνεχεία, δυνάμει της από 12/09/2019 Σύμβασης Διαχείρισης Απαιτήσεων μεταξύ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ..., της Δικαιούχου και της ιδίας της εκκαλούσας, όπως αυτή έχει νόμιμα συσταθεί και αδειοδοτηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4354/2015, από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (αριθ.
απόφασης 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β' 3533/20-9-2019), και ακολούθως μετονομάσθηκε από την αρχική επωνυμία της, που ήταν "...", η ίδια ανέλαβε για λογαριασμό της Δικαιούχου, την τήρηση των πάσης φύσεως στοιχείων, καθώς και τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων της Δικαιούχου από χορηγήσεις δανείων ή/και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές ή κάποιες οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή/και έχουν καταγγελθεί ή/και έχουν ρυθμισθεί, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις που απορρέουν από την επίδικη Σύμβαση Πίστωσης με Ανοιχτό Αλληλόχρεο Λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, και συνεπώς νομιμοποιείται, ως μη δικαιούχος διάδικος, να ασκήσει την ένδικη έφεση, το δε δεδικασμένο της απόφασης θα καταλαμβάνει και την δικαιούχο της απαίτησης".
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά (ΟλΑΠ 1/2023) έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της έφεσης ως διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης, που ανήκει πλέον στην "..." και ακολούθως, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το προσβληθέν με την έφεση μέρος της, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το ποσό των 1.373.191,54 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη - εφεσίβλητη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την οποία στρέφει, όπως κατά λέξη αναφέρει, κατά: "Της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, επί της ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ... [υπό την ιδιότητά της -δυνάμει της από ...2019 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων στο πλαίσιο της παρ. 4 του άρθρου 2 Ν. 4354/2015- ως διαχειρίστριας απαιτήσεων στο όνομα και για λογαριασμό της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην …, επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου στην επίδικη έννομη σχέση, της τελούσης ήδη υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", και ζητεί την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε στις 18-1-2024, δηλαδή περισσότερες από 20 ημέρες πριν την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της υπόθεσης, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της, ισχυριζόμενη ότι η αίτηση αναίρεσης έπρεπε να απευθυνθεί στην ίδια, όπως άσκησε την έφεση και παραστάθηκε στο Εφετείο, δηλαδή ως διαχειρίστρια της απαίτησης, της οποίας Δικαιούχος είναι η εταιρεία με την επωνυμία "..." και όχι ως διαχειρίστρια απαιτήσεων στο όνομα και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε.". Από τη συνολική όμως εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ανεξαρτήτως του, εκ προφανούς παραδρομής, αναφερθέντος στο εισαγωγικό τμήμα αυτής, ότι η αναιρεσίβλητη είναι διαχειρίστρια απαίτησης της Τράπεζας ... Α.Ε., σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσείουσας με την ιδιότητα που άσκησε αυτή την έφεσή της και παραστάθηκε στο Εφετείο, δηλαδή ως διαχειρίστριας της απαίτησης της οποίας δικαιούχος είναι η εταιρεία με την επωνυμία "...", στην οποία τη μεταβίβασε η αρχική ενάγουσα, όπως τούτο ιδίως συνάγεται και από το ότι με την αίτηση αναίρεσης δεν πλήττεται και το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που έκανε δεκτή την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης να ασκήσει την έφεση, ενώ γίνεται αναφορά στην από ...2019 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, με την οποία η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την διαχείριση και της ένδικης απαίτησης, με σύμβαση που σύναψε με την αποκτήσασα αυτήν εταιρεία με την επωνυμία "..." και συνεπώς το ανωτέρω αίτημα της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμο και γι' αυτό απορριπτέο.
Επομένως, αφού και κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 28, 30, 33, 34 και 42 του ν.δ. 3077/1954 "περί Γενικών Αποθηκών", οι Γενικές Αποθήκες (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος) έχουν ως σκοπό να αποδέχονται τη φύλαξη και συντήρηση των αποτιθέμενων σ' αυτές εμπορευμάτων ή προϊόντων και να εκδίδουν υποχρεωτικά υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορεύσιμους τίτλους εις διαταγήν (αξιόγραφα), καλούμενα αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, τα οποία παραδίδονται στον αποθέτη, μεταβιβάζονται εις διαταγήν ή "εις λευκόν", μαζί ή χωριστά και απολαμβάνουν όλων των εγγυήσεων και πλεονεκτημάτων, που απονέμονται από το νόμο.
Εάν οπισθογραφηθεί και παραδοθεί από τον αποθέτη σε τρίτο πρόσωπο μόνο το ενεχυρόγραφο, στην περίπτωση που η οπισθογράφηση αυτή είναι η πρώτη, συνιστάται ενέχυρο υπέρ του κομιστή επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεως του (δανείου ή συμβάσεως πιστώσεως), το ποσό της οποίας σημειώνεται στην οπισθογράφηση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι επακολουθεί μεταγραφή της οπισθογράφησης στο τηρούμενο από την εκδότρια του τίτλου ειδικό βιβλίο (άρθρο 31) (ΑΠ 664/2016, ΑΠ 1296/2010, ΑΠ 409/2003).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ίδιου ν.δ. "1. Δι` αποφάσεως του επί του Εμπορίου Υπουργού δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδιδομένης μετά γνώμην της κατά το άρθρον 19 Επιτροπής δύναται να παρασχεθή εις τον διαχειριζόμενον Γεν. Αποθήκην το δικαίωμα ν` αναγνωρίζη ως παραρτήματα αυτής και ιδιωτικάς αποθήκας βιομηχανιών και εμπόρων, κειμένας εν τη περιφερεία αυτού, η χρήσις των οποίων παρέχεται αυτώ δωρεάν επί τω σκοπώ τούτω...3.
Εις τα ιδιωτικά ταύτα παραρτήματα Γεν. Αποθηκών επιτρέπεται η αποθήκευσις ειδών μόνον του εμπορίου των εν λόγω βιομηχανιών ή εμπόρων, οι δ` επ` αυτών τίτλοι αποθηκεύσεως εκδίδονται μόνον εις διαταγήν των αιτησαμένων την αναγνώρισιν του παραρτήματος βιομηχάνων ή εμπόρων ή των πιστοδοτουσών τούτους Τραπεζών", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 εδ.
α'και 25 παρ. 4 "Ο διαχειριζόμενος Γενικήν Αποθήκην υποχρεούται να αποδώση το αποθηκευθέν αυτούσιον, ως παρέλαβε τούτο" και "Οι ανάδοχοι Γενικών Αποθηκών υπέχουν ευθύνην έναντι παντός έχοντος νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των Αποθηκών.
Απαλλάσσονται όμως πάσης ευθύνης 1)...4. Δι` ελλείψεις, ζημίας ή βλάβας οφειλομένας εις περιπτώσεις ανωτέρας βίας ιδία σεισμικάς δονήσεις, εκρήξεις οφειλομένας εις τυχαία γεγονόντα, πλημμύρας, στάσεις ή ταραχάς, στρατιωτικάς κατοχάς, εχθρικάς πράξεις, απεργίας ως και διά πυρκαϊας οφειλομένας εις την τύχην, ή εμπρησμόν γενόμενον υπό του τρίτου ή αιτίαν μη οφειλομένην εις υπαιτιότητα του αναδόχου ή των υπαλλήλων αυτού. 5)...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι βασική υποχρέωση των αναδόχων των Γενικών Αποθηκών είναι η φύλαξη των αποθηκευμένων αναλόγως, είτε στα ιδιόκτητα καταστήματά τους, είτε στα αναγνωρισθέντα από αυτές ιδιωτικά παραρτήματά τους, εμπορευμάτων και η απόδοσή τους αυτούσιων στον αποθέτη ή στον ενεχυρόγραφο δανειστή ή η εκποίησή τους με πλειστηριασμό.
Η οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία αποδόσεως των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και προϊόντων, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε κλοπή ή αφαίρεση αυτών, συνιστά περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεως προς απόδοση αυτών. Σε μία τέτοια περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, το πταίσμα των αναδόχων των Γενικών Αποθηκών για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους για απόδοση των αποθηκευμένων τεκμαίρεται κατ' άρθρο 335 ΑΚ, ενώ οι Γενικές Αποθήκες, ως οφειλέτες, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη τους, έχουν την υποχρέωση να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθρο 336 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η αδυναμία δεν είναι απότοκος πταίσματος (δόλου η αμέλειας κατ' άρθρο 330 ΑΚ) του ιδίου ή των νομίμων αντιπροσώπων του ή των προσώπων που ενδεχομένως χρησιμοποιούν για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 664/2016, ΑΠ 1296/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 1223 ΑΚ, το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσό αποζημίωσης, ιδίως σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος. Επομένως, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι την (ενδοσυμβατική από τη σύμβαση παρακαταθήκης και το ενέχυρο, αλλά και την εξωσυμβατική λόγω αδικοπραξίας, εφόσον υπάρχει) αξίωση, έναντι των Γενικών Αποθηκών προς αποζημίωση, εξ αιτίας της αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, έχει όχι μόνο ο αποθέτης, κύριος των πραγμάτων, αλλά και κάθε άλλος ο οποίος έχει "νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων" (άρθρο 25), άρα και ο δανειστής του αποθέτη, στον οποίο μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση το ενεχυρόγραφο, αφού με τον τρόπο αυτό συνεστήθη υπέρ αυτού ως κομιστή ενέχυρο επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση της χρηματικής απαιτήσεώς του κατά του αποθέτη(ΑΠ 664/2016, ΑΠ 1297/2010, ΑΠ 1296/2010, ΑΠ 419/2003).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των από 27-10-2011 και 31-10-2011 Συμβάσεων Παραχώρησης Χώρου και Συστάσεως Ιδιωτικού Παραρτήματος Γενικών Αποθηκών βάσει του ν.δ. 3077/1954 "περί Γενικών Αποθηκών" μεταξύ της "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών" (...) ...
και της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας), η τελευταία αναγνώρισε ως Ιδιωτικά Παραρτήματα Γενικών Αποθηκών Ελλάδος δυο αποθηκευτικούς χώρους, ιδιοκτησίας της αντισυμβαλλόμενης της και πιστούχου της εκκαλούσας [ενν. την δικαιοπάροχο της αρχικής ενάγουσας ...(...) Α.Ε.] ... ..., ευρισκόμενους στο ... και στην ... ...
αντιστοίχως, που τέθηκαν στην αποκλειστική "υπό κλείδα" διαχείρισή της με την τοποθέτηση σε όλες τις θύρες εισόδου των περιφραγμένων χώρων, αφενός μεν πινακίδων με την ένδειξη της επωνυμίας αυτή(ς), αφετέρου δε των υπηρεσιακών της κλείθρων (λουκέτων) και μολυβοσφραγίδων. Εν συνεχεία η εφεσίβλητη ανέλαβε για λογαριασμό της αποθέτριας ... ...
τη φύλαξη και αποθήκευση στους προαναφερθέντες χώρους εκκοκκισμένου βάμβακος συνολικής ποσότητας 3.856 δεμάτων ελληνικής παραγωγής συνολικού βάρους 852.914 χιλ/μων, για το οποίο εξέδωσε τους υπ' αριθ. 402/26, 411/15 και 412/15 τίτλους αποθήκευσης (αποθετήρια - ενεχυρόγραφα) εις διαταγή της αποθέτριας ... .... Ακολούθως στις 01-11-2011 και 08-11-2011, τα ταυτάριθμα ενεχυρόγραφα των ανωτέρω τίτλων, μεταβιβάστηκαν δι' οπισθογραφήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.δ. 3077/1954, από την αποθέτρια στην ...
και στα πλαίσια της 99/11-7-2011 Σύμβασης Πίστωσης με Ανοιχτό Αλληλόχρεο Λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, συνολικού ύψους 6.600.00(0),00 ευρώ. Εν συνεχεία, τα ανωτέρω μεταβιβασθέντα ως άνω ενεχυρόγραφα με οπισθογραφήσεις, μεταγράφηκαν στο τηρούμενο από την εφεσίβλητη, ως διαχειρίστρια των Γενικών Αποθηκών, βιβλίο μεταγραφών.
Ως εκ τούτου, συνεστήθη υπέρ της ... ενέχυρο επί της ως άνω ποσότητας βάμβακος προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της ... ..., που απέρρεαν από την ...2011 σύμβαση μεταξύ τους πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, συνολικού ποσού 6.600.000 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναγράφεται επί των τίτλων αποθηκεύσεως ενεχυρογράφων.
Εν συνεχεία και με την συναίνεση της αρχικής δανείστριας ..., αποδεσμεύτηκε του ενεχύρου ποσότητα 1.434 δεμάτων εκ του 412/25 αποθετηρίου - ενεχυρογράφου και έτσι απέμειναν υπό ενέχυρο τα υπόλοιπα 246 δέματα βάρους 55.104 χιλ/μων, που αντιστοιχούσαν στον 412/25 τίτλο και συνολικά, 3.856 δέματα (συνολικού) βάρους 852.914 χιλ/μων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, με την από 11-10-2012 εξώδικη δήλωσή της, ή εφεσίβλητη γνωστοποίησε εγγράφως στην Τράπεζα ... (αρχική ενάγουσα), στην οποία και δυνάμει της από 27.7.2012 "Σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πιστωτικού ιδρύματος", η εν τω μεταξύ τεθείσα σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης(ενν. ...) (4/1/27.7.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της ΤτΕ) μεταβίβασε τις αναφερόμενες στην ανωτέρω Σύμβαση και απόφαση συμβατικές σχέσεις μεταξύ των οποίων και (την) 99/11- 7/2011 σύμβαση, την κλοπή του εναπομείναντος συνόλου των ενεχυρασμένων εμπορευμάτων εκκοκκισμένου βάμβακος, συνολικής αξίας ποσού 1.373.191,54 ευρώ, καθώς και ότι είχε υποβάλει ήδη την από 22-05-2012 μήνυση-έγκληση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ...
για την πράξη της κλοπής κατά των Α. Π., Α. Μ. και Χ. Κ., Προέδρου του ΔΣ, Διευθυντή Τεχνικής Υποστήριξης και Διευθυντή της ... ..., αντίστοιχα. Πλέον των ανωτέρω, αποδείχθηκε και ότι η εφεσίβλητη, εκτός από την επισήμανση των υπόστεγων χώρων των Ιδιωτικών Παραρτημάτων, όπου ήταν αποθηκευμένα τα τιτλοποιημένα εμπορεύματα με σχετικές ταμπέλες και την τοποθέτηση μολυβοσφραγίδων, δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης η οποία όπως αποδείχθηκε φέρει όλα τα στοιχεία της σύμβασης παρακαταθήκης, ήταν δε με αμοιβή του θεματοφύλακα ευθυνόμενου έτσι τούτου για παν πταίσμα και ως εκ τούτου γεννά τα οικεία δικαιώματα και τις οικείες υποχρεώσεις, επομένως και την λήψη των απαιτούμενων μέτρων, ώστε να διαφυλαχθούν αποτελεσματικά οι ως άνω ενεχυρασθείσες ποσότητες βάμβακος και, συγκεκριμένα, ούτε προσέλαβε φύλακες ειδικά για τη συνεχή φύλαξη των επιδίκων υπόστεγων, ούτε είχε λάβει, είτε η ίδια, είτε η οφειλέτρια ..., οποιοδήποτε άλλο μέτρο φύλαξης των επιδίκων ποσοτήτων βάμβακος, ενώ δεν αποδείχθηκε η διενέργεια τακτικών ελέγχων, αλλά ούτε και συστηματικών μηνιαίων εκ μέρους της εφεσίβλητης, παρά μόνο για τον μήνα Ιούνιο 2012, οπότε και έλαβαν χώρα τέσσερις έλεγχοι στις 5, 6, 19 και 20/6/2012.
Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι η αδυναμία του (ενν. της) να επιστρέψει το παρακατατεθέν πράγμα οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός (ενν. αυτή) ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του (ενν. της) πταίσμα. Η κλοπή, εξάλλου, των εν λόγω ποσοτήτων φέρεται ότι τελέστηκε από τους Α.
Π., Πρόεδρο του ΔΣ της ... ..., Κ. Λ., Δ. Κ., Α. Κ. και Ε. Π., μέλη του επταμελούς ΔΣ, δια των υπαλλήλων τους Α. Μ., Ν. Α. και Ι. Α. και όχι από τρίτο πρόσωπο. Ειδικότερα, άπαντες οι ανωτέρω και δυνάμει του 93/2021 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ..., το οποίο εκδόθηκε στις 27-7-2021, ήτοι μετά την έκδοση της εκκαλούμενης, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξης του άρθρου 71 ν.δ. 3077/1954 σε συνδυασμό με το άρθρο 374 περ.
ε' παλαιού ΠΚ, οι εξ αυτών Α. Π., Κ. Λ., Δ. Κ., Α. Κ. και Ε. Π. και της πράξης της συνέργειας στην ανωτέρω πράξη (άρθρο 49§1 β ν. ΠΚ) οι λοιποί. Εξάλλου, η συμφωνία μεταξύ της εφεσίβλητης και της πιστούχου ..., ότι η τελευταία ευθύνεται έναντι της πρώτης και στην περίπτωση της κλοπής ή οποιασδήποτε αφαίρεσης των αποθηκευμένων στο ιδιωτικό παράρτημα προϊόντων από τρίτους (όρος 5 των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών), δεν αναιρεί την ευθύνη της εφεσίβλητης απέναντι στην εκκαλούσα, στο πλαίσιο της μεταξύ τους επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι η τότε ... (και εν συνεχεία Τράπεζα ...), δεν έχει συμβληθεί ως τρίτη στα εν λόγω από 27-10-2011 και 31-10-2011 ιδιωτικά συμφωνητικά και επομένως δε δεσμεύεται από τους συνομολογηθέντες μεταξύ της εφεσίβλητης και της ... ...
όρους, οι δε δράστες της κλοπής των επιδίκων ποσοτήτων βάμβακος, δεν είναι τρίτα πρόσωπα, αλλά ο Πρόεδρος του ΔΣ της ... ... και τέσσερα εκ των μελών του, με συνεργούς υπαλλήλους της, με αποτέλεσμα, η ίδια η ... ... να φέρει ευθύνη για την παράνομη πράξη των παραπάνω, την οποία διέπραξαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους (άρθρο 71 ΑΚ).
Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η εκκαλούσα τελούσε σε γνώση της ειδικότερης αυτής συμφωνίας αποκλεισμού της δικής της ευθύνης σε περίπτωση κλοπής των αποθηκευμένων στο ιδιωτικό παράρτημα εμπορευμάτων δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι στα προαναφερόμενα αποθετήρια-ενεχυρόγραφα δε γίνεται οποιαδήποτε μνεία της ως άνω συμφωνίας, όπως θα έπρεπε να περιλαμβάνεται, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 27 περ.
ζ' εδ. β' του ν.δ. 3077/1954, ενώ από καμία διάταξη του εν λόγω ν.δ. δεν συνάγεται ότι η σύσταση ιδιωτικού παραρτήματος απαλλάσσει την εφεσίβλητη από την υποχρέωση αποζημίωσης της δανείστριας σε περίπτωση κλοπής ή απώλειας των αποθηκευμένων στο ιδιωτικό παράρτημα προϊόντων από τρίτους. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η άνω συμφωνία αποκλεισμού της ευθύνης της εφεσίβλητης έχει περιληφθεί ως όρος στα από 27-10-2011 και 31-10-2011 ιδιωτικά συμφωνητικά" Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την κυρία βάση της αγωγής της αρχικής ενάγουσας, αφού απέρριψε την ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας ότι η αδυναμία της να επιστρέψει τα ενεχυρασθέντα εμπορεύματα οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 15, 22 παρ. 1, 25 παρ. 4, 27, 28, 30, 31, 33, 34 και 42 Ν.Δ. 3077/1954 και 1223, 330, 335, 336 Α.Κ., καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, α) η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (...) ...
μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στη δικαιοπάροχο της αρχικής ενάγουσας ... (...) Α.Ε., με οπισθογραφήσεις και μεταγραφή αυτών, τα αναφερόμενα στην απόφαση τρία ενεχυρόγραφα προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της ... κατ' αυτής από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχαν συνάψει, β) τα ενεχυρόγραφα αυτά και τα αντίστοιχα αποθετήρια είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα εις διαταγήν της ... ...
για τις αναφερόμενες στην απόφασης ποσότητες εκκοκκισμένου βάμβακος, ιδιοκτησίας της ... ..., τη φύλαξη των οποίων σε δύο αποθήκες της ... ..., τις οποίες χαρακτήρισε ως Ιδιωτικά Παραρτήματά της, ανέλαβε η αναιρεσείουσα με δύο αντίστοιχες συμβάσεις, που κατάρτισε με αυτήν, γ) η αναιρεσείουσα αδυνατούσε να αποδώσει στην αρχική ενάγουσα - ενεχυρούχο δανείστρια τις αναφερόμενες στα ενεχυρόγραφα ποσότητες εκκοκκισμένου βάμβακος, επί των οποίων είχε συσταθεί νόμιμα ενέχυρο υπέρ αυτής και των οποίων ποσοτήτων είχε αναλάβει την αποθήκευση και φύλαξη, γιατί τα εμπορεύματα αφαιρέθηκαν παρανόμως από τις αποθήκες από τους αναφερόμενους στην απόφαση υπαλλήλους της ... ...
με τη συνέργεια των επίσης αναφερόμενων στην απόφαση μελών του Δ.Σ. αυτής και δ) για την αφαίρεση αυτή ευθύνεται η αναιρεσείουσα, αφού δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και ελέγχου για την αποτροπή της και, συνεπώς, αυτή, εξ αιτίας της αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, υποχρεούται να αποζημιώσει την αρχική ενάγουσα, υπέρ της δικαιοπαρόχου της οποίας συνεστήθη το ενέχυρο, για τη ζημία που υπέστη από την απώλεια των ενεχυρασθέντων εμπορευμάτων αξίας 1.373.191,54 ευρώ.
Ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., γιατί εμμέσως και χωρίς να το αναφέρει ρητά δέχθηκε ευθύνη της για την αδυναμία απόδοσης των εμπορευμάτων από σχέση πρόστησης, που τη συνέδεε, με τους προστηθέντες από αυτήν υπαλλήλους της ... ...
είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν δέχθηκε ευθύνη της αναιρεσείουσας από σχέση πρόστησης, αλλά μόνο ευθύνη της προς αποζημίωση κατά τις ανωτέρω διατάξεις και συνεπώς δεν εφάρμοσε το άρθρο 922 Α.Κ. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια,, από τον αρ. 1 (όχι δε και από τον αρ. 19, κατά την νοηματική εκτίμηση των λόγων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).
Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 αρ.1 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, το οποία αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία.
Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή τις προτάσεις, η δε ύπαρξη της κρίνεται αντικειμενικά. Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εξέταση κατ' ουσίαν της ένστασής της ότι δεν ευθύνεται έναντι της αρχικής ενάγουσας προς αποζημίωση, γιατί κατά ρητό όρο των από 27-10-2011 και 30-10-2011 συμβάσεων, που είχε συνάψει με την ... ..., είχε ρητά συμφωνηθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ευθύνεται έναντι της ... ...
και για κλοπές των αποθηκευθέντων εμπορευμάτων από τρίτους και ότι η δικαιοπάροχος της αρχικής ενάγουσας ... γνώριζε και είχε αποδεχθεί σιωπηρά την ανωτέρω ρήτρα περιορισμού της ευθύνης της, δεν έλαβε υπόψη του την επικληθείσα από την ίδια δικαστική ομολογία, που περιλαμβανόταν τόσο στην αγωγή όσο και στην έφεση της αναιρεσίβλητης, ότι ήταν σε γνώση και σιωπηρή αποδοχή της ...
τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά και έτσι απέρριψε την ένστασή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής και της έφεσης, σαφώς προκύπτει ότι σε αυτές αναφέρονται διηγηματικά μόνο οι μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ... ...
συμβάσεις, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι πριν την οπισθογράφηση των ενεχυρογράφων η ... γνώριζε το περιεχόμενό των συμβάσεων και ιδίως την ανωτέρω συμφωνία και ότι την είχε αποδεχθεί και συνεπώς δεν προκύπτει από τα δικόγραφα αυτά η επικαλούμενη στον λόγο αναίρεσης δικαστική ομολογία. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η προβληθείσα ως άνω ένσταση δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, η μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ... ...
συμφωνία απαλλαγής της αναιρεσείουσας δεν αφορούσε την αφαίρεση των εμπορευμάτων από υπαλλήλους της ... ..., όπως και κατά την ένσταση έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά από τρίτα προς τους συμβληθέντες πρόσωπα, η εν λόγω συμφωνία, ακόμα και αν αφορούσε και την αφαίρεση των εμπορευμάτων από υπαλλήλους της ... ...
και η ... γνώριζε το περιεχόμενό της και την είχε αποδεχθεί, το γεγονός αυτό, δεν αναιρεί το δικαίωμα αυτής να ζητήσει αποζημίωση από την αναιρεσείουσα, αφού ουδεμία δέσμευσή της δημιουργείται από τη μεταξύ του αναδόχου και του αποθέτη συμφωνία, δεδομένου ότι η δική της αξίωση ως ενεχυρούχου δανείστριας κατά της αναδόχου - αναιρεσείουσας προκύπτει αμέσως από τις προπαρ...θείσες διατάξεις.
Συνεπώς ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε την ομολογία, δεν ήταν ουσιώδης. Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Από την πιο πάνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση(ΑΠ 1/2022).
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του(ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 354/2022). Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι` αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 354/2022, 1406/2021, ΑΠ 867/2020).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης ης αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472/1983,ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 760/2019).
Τέλος, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 παρ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υποβληθείσα πρωτοδίκως με τις προτάσεις της και επαναφερθείσα στο Εφετείο ένστασή της περί συντρέχοντος πταίσματος της δικαιοπαρόχου της αρχικής ενάγουσας κατά ποσοστό 99% και έτσι έκανε δεκτή την αγωγή, η οποία ένσταση είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η αντίδικος (ενν.
η δικαιοπάροχος αυτής, ... ΤΡΑΠΕΖΑ), γνώστρια των όρων και συνθηκών της αποθηκεύσεως, έχοντας ενδελεχή και πολυδεκαετή εμπειρία στις χρηματοδοτήσεις συνεταιρισμών και αγροτικών προϊόντων, γνώριζε σαφώς την οικονομική κατάσταση της πελάτισσάς της, με την οποία είχε πολυετή συνεργασία. Όπως δε προκύπτει από τις ΕΤΗΣΙΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ 31ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012 (περιόδου 1η Ιανουάριου - 31η Δεκεμβρίου 2012) της ... ...: "4-3 Κίνδυνος ρευστότητας:
Ο κίνδυνος ρευστότητας σχετίζεται με τη δυσκολία μιας επιχείρησης στην εκπλήρωση δεσμεύσεων που συνδέονται με τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις. Το σύνολο των βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων της Ένωσης υπερβαίνει το σύνολο των κυκλοφορούντων περιουσιακών της στοιχείων κατά € 10.939.395,92· Επιπρόσθετα μέρος των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων της, συνολικού ποσού € 7.310.201,33 έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, εκ των οποίων ποσό € 6.706.924,18 αφορά σε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τραπεζικά ιδρύματα και ποσό € 603.277,15 αφορά σε υποχρεώσεις προς εργαζομένους της.
Για την αντιμετώπιση των ανωτέρω θεμάτων, ήδη η Ένωση προέβη σε μείωση του μισθολογικού κόστους καθώς και σε μείωση των λοιπών λειτουργικών της εξόδων. Η προσπάθεια της Διοίκησης προς αυτή την κατεύθυνση μείωσης ή συγκράτησης των λειτουργικών εξόδων συνεχίζεται και στη χρήση 2013. Παράλληλα έχει ανατεθεί σε ειδικό χρηματοοικονομικό σύμβουλο η εκπόνηση σχεδίου αναδιοργάνωσης των λειτουργιών και υπηρεσιών της (Μελέτη Βιωσιμότητας).
Επιπλέον η Ένωση ευρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τις πιστώτριες τράπεζες, (... και Τράπεζα ...) για την επαναδιαπραγμάτευση των όρων του συνόλου των υφιστάμενων τραπεζικών υποχρεώσεων, με σκοπό την παράταση του χρόνου αποπληρωμής αυτών. Οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και με την ολοκλήρωσή τους αναμένεται η απαιτούμενη ενίσχυση της ρευστότητας της Ένωσης, ώστε να δύναται να συνεχίσει απρόσκοπτα την ομαλή άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της.
Μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης των υφιστάμενων τραπεζικών υποχρεώσεων της Ένωσης, ενδέχεται να μεταβληθεί το χρηματοοικονομικό κόστος.". Επίσης, βάσει όσων προαναφέραμε και καταγράφουμε στην μήνυσή μας: ο Διευθυντής της ... ..., Χ. Κ., εδήλωσε στον Διευθυντή μας ότι, μετά από επανειλημμένα αιτήματα της ... ...
προς την ... ΤΡΑΠΕΖΑ να προβεί στην απαλλαγή των εμπορευμάτων από το ενέχυρο και τις αρνήσεις αυτής, και επειδή τα βαμβάκια είχαν πωληθεί πολύ νωρίτερα και ο αγοραστής πίεζε την ... ... για την παράδοση αυτών, το ΔΣ της ... ... συνεδρίασε και αποφάσισε να φορτωθούν τα βαμβάκια και να παραδοθούν στον αγοραστή. Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι: (α).
το ασφαλιζόμενο δάνειο ήταν σε καθυστέρηση κατά την επίμαχη περίοδο και (β). ότι η ... ... πίεζε την αντίδικο να προβεί στην αποδέσμευση των επίδικων εμπορευμάτων από το ενέχυρο, γεγονότα τα οποία η αντίδικος γνώριζε αλλά ουδέποτε μας τα γνωστοποίησε, την στιγμή που η Εταιρεία μας ούτε τα γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να τα γνωρίζει.
Βάσει της γνώσης των ανωτέρω περιστατικών, που καταδείκνυαν ότι η ... ... πλέον δεν ευρίσκετο σε κατάσταση ομαλούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και η επιβαλλόμενη επιμέλεια και πρόνοια στοιχειοθετούσε την υποχρέωση της αντιδίκου να μας τα υποδείξει, ώστε να λάβουμε επιπλέον μέτρα ασφαλείας, πέραν των συνήθως εφαρμοζόμενων.
Η ... ... ήταν ως εκ τούτου ένας φερέγγυος συναλλασσόμενος που ετύγχανε στήριξης του τραπεζικού συστήματος και της αντιδίκου, χωρίς να έχει υπάρξει στο παρελθόν φαινόμενο αφερέγγυων ενεργειών της ή τυχόν κλοπής εμπορευμάτων, διότι η αντίδικος γνώριζε πλέον το κρίσιμο διάστημα (Απρίλιο 2012 και εντεύθεν) ότι πλέον δεν εξυπηρετούσε τα δάνειά της και ζητούσε την παράδοση των εμπορευμάτων στον αγοραστή τους στον οποίον είχε επιλέξει να τα πωλήσει κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Τα μέτρα φύλαξης και εποπτείας που θα εφαρμόζαμε τότε, θα ήταν τα αρμόζοντα σε μη φερέγγυο αποθέτη, ήτοι, ανά ημέρα επιθεώρηση των εμπορευμάτων από διαχειριστές μας και 24ωρη φύλαξη από την εταιρεία φύλαξης που συνεργαζόμεθα (G4S).
Συνεπώς, όχι μόνο δεν φέρει ευθύνη η ... για το γεγονός (ένσταση εκ της ΑΚ 336), αλλά την αποκλειστική ή κατά κύριο μέρος συντρέχουσα ευθύνη για τη ζημία της φέρει η ίδια η ενάγουσα (ένσταση εκ της ΑΚ 300), η οποία καταχρηστικά και κακόπιστα στρέφεται τώρα κατά των Γενικών Αποθηκών. Διότι, εάν η ενάγουσα είχε ενημερώσει με οποιονδήποτε τρόπο την ...
ότι η αποθέτρια εταιρεία δεν ανταποκρίνεται στις προς αυτήν οικονομικές της υποχρεώσεις ή ότι προτίθεται να προβεί στην παράδοση στον πλειοδότη των τιτλοποιημένων εμπορευμάτων, η ... θα μπορούσε να έχει θέσει περαιτέρω μέτρα ασφαλείας στο ιδιωτικό παράρτημα. Η αντίδικος γνώριζε ότι τα ενεχυρασμένα εμπορεύματά της φυλάσσονται σε ιδιωτικό παράρτημα και όχι στις Κεντρικές Αποθήκες της ..., γνώριζε ότι η αποθέτρια τελούσε σε οικονομική αδυναμία, γνώριζε ότι η αποθέτρια είχε πρόσβαση στον ενιαίο χώρο όπου φυλάσσονταν τα επίδικα εμπορεύματα, και παρά ταύτα δεν μετήλθε καμιά ενέργεια προκειμένου έστω κατ' ελάχιστον να προστατεύσει τα ενεχυρασμένα υπέρ αυτής εμπορεύματα από τον κίνδυνο αφαίρεσής τους από τον σε οικονομική δυσπραγία ευρισκόμενο οφειλέτη της.
Όχι μόνο δεν άσκησε τα στο νόμο διαγραφόμενα δικαιώματά της για εκποίηση το ταχύτερον των ενεχύρων της, αλλά δεν ενημέρωσε έστω την ... για τους κινδύνους που είχαν ενσκήψει λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, στην οποία είχε περιέλθει ο πελάτης της, ώστε έστω να ληφθούν πρόσθετα μέτρα ασφάλειας. Ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος δεν θα επιδείκνυε τέτοια αδράνεια, πόσο μάλλον ένα πιστωτικό ίδρυμα ως η ενάγουσα.
Συνεπεία των ανωτέρω, θα πρέπει [...] όλως επικουρικώς να γίνει δεκτή η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας κατά τα ανωτέρω και κατά ποσοστό 99°/o και να μην επιδικασθεί υπέρ της αντιδίκου η αιτηθείσα τόσο κυρίως όσο και επικουρικώς αποζημίωση." Επίσης με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την ίδια ανωτέρω πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη της υποβληθείσας πρωτοδίκως και επαναφερθείσας στο Εφετείο ένστασής της, ότι η αρχική ενάγουσα ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της να ζητήσει αποζημίωση και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, η οποία έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η αγωγή της αντιδίκου τυγχάνει καταχρηστική, αντιστρατευόμενη πλήρως την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς δι' αυτής επιχειρείται να ικανοποιηθεί η αντίδικος πλήρως από την Εταιρεία μας χωρίς να έχει κάνει την παραμικρή ενέργεια έναντι της ... ...
ή/και του τρίτου στον οποίον κατέληξαν τα εμπορεύματα για την ανάκτηση των εμπορευμάτων και του χορηγηθέντος δανεισμού. Από την μια λοιπόν πλευρά, η Εταιρεία μας: Είχε δια των ανωτέρω τίτλων και των συμφωνητικών περιγράψει επακριβώς τόσο τους χώρους απόθεσης των εμπορευμάτων όσο και τις συνθήκες φύλαξης.
Εφάρμοζε τα συμφωνηθέντα συνήθη μέτρα φύλαξης και εποπτείας σε ομαλώς λειτουργούντα αποθέτη (θέση ταμπελών και μολυβδοσφραγίδων, περιοδικούς και έκτακτους ελέγχους με καταμετρήσεις των δεμάτων). Έθεσε, μετά την διαπίστωση του ελλείμματος, προ των ευθυνών τους τα όργανα διοίκησης της ... ..., ήτοι τον Πρόεδρο ΔΣ αυτής, Α.
Π., και τον Διευθυντή αυτής, Χρήστο Καρόπουλο. Κατέθεσε την από 22.08.2012 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... για την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 71 του ΝΔ κατά των υπευθύνων ζητώντας την καταδίκη του επί κακουργήματι. Ενημέρωσε άμεσα την ... ΤΡΑΠΕΖΑ, ως ενεχυρούχο δανείστρια της ... ... σχετικά με τα ανωτέρω, με την από 11.10.2012 εξώδικη επιστολή μας, η οποία επεδόθη σε αυτήν στις 22.10.2012 δυνάμει της υπ' αριθμ. 3664/22.10.2012 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ουρανίας Δημητρακοπούλου.
Ενώ, από την άλλη δε πλευρά, η αντίδικος: Ήταν σε πλήρη γνώση τόσο των χώρων αποθήκευσης των επίδικων εμπορευμάτων και των συνθηκών λειτουργίας τους όσο και των συνθηκών φύλαξης αυτών από την ίδια της ... ... με την περιοδική από πλευράς μας επιθεώρηση. Τις συνθήκες αυτές, πέραν του ότι τις γνώριζε, τις είχε πλήρως αποδεχθεί στην πράξη και ουδέποτε μας είχε παραπονεθεί σχετικά με αυτές ζητώντας μας κάποιο επιπλέον μέτρο φύλαξης/εποπτείας πέραν όσων ήδη είχαμε βάσει των συμφωνηθέντων με τα ανωτέρω συμφωνητικά, τα οποία επίσης καλώς γνώριζε.
Σήμερα το πρώτον με την υπό κρίσιν αγωγή της είναι που παραπονείται πως τα μέτρα εποπτείας ήταν πλημμελή. Γνώριζε καλώς, πριν την παράνομη απομάκρυνση των εμπορευμάτων, ότι: (α). το ασφαλιζόμενο δάνειο ήταν σε καθυστέρηση κατά την επίμαχη περίοδο και (β). ότι η ... ... πίεζε την αντίδικο να προβεί στην αποδέσμευση των επίδικων εμπορευμάτων από το ενέχυρο, γεγονότα τα οποία η αντίδικος γνώριζε αλλά ουδέποτε μας τα γνωστοποίησε, την στιγμή που η Εταιρεία μας ούτε γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να τα γνωρίζει.
Δεν προέβη σε καμία εξώδικη ή δικαστική ενέργεια προς την ... ... ή τον πλειοδότη στον οποίον κατέληξαν τα εμπορεύματα, για την ανάκτηση των εμπορευμάτων ή/και του χορηγηθέντος δανεισμού. Αντ' αυτού, προτίμησε να εγείρει την υπό κρίσιν αγωγή σε βάρος της Εταιρείας μας, ως την ευκολότερη λύση...Φρονούμε λοιπόν ότι, σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίσιν αγωγή αντίκειται, υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που ασκείται, στην διάταξη του άρθρου 281ΑΚ.".
Οι λόγοι αναίρεσης αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τις πρωτόδικες προτάσεις της και έτσι δεν μπορεί να διακριβωθεί αν αυτή υπέβαλε πράγματι τις ανωτέρω ενστάσεις με το ανωτέρω περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι ενστάσεις αυτές προβλήθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας με το περιεχόμενο που αναφέρεται στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί υπό τα εκτιθέμενα σε αυτές οι ενστάσεις είναι μη νόμιμες και συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να τις εξετάσεις δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, η επικαλούμενη στην ένσταση συντρέχοντος πταίσματος παράλειψη της ... να ενημερώσει την αναιρεσείουσα ότι το επίδικο δάνειο, που είχε χορηγήσει στην ... ... ήταν σε καθυστέρηση και ότι η ... ... την πίεζε να προβεί στην αποδέσμευση των εμπορευμάτων από το ενέχυρο και η παράλειψη της ιδίας να ασκήσει τα διαγραφόμενα στον νόμο δικαιώματά της για εκποίηση των ενεχυρασθέντων εμπορευμάτων, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, όπως ότι η ..., δια των αρμοδίων υπαλλήλων της γνώριζε ή από αμέλεια αγνοούσε ότι η ... ...
επρόκειτο να αφαιρέσει και εκποιήσει η ίδια τα εμπορεύματα αυτά, δεν αποτελούν οικείο πταίσμα της ... κατά την έννοια του άρθρου 300 Α.Κ., το οποίο δικαιολογεί τη μη επιδίκαση αποζημίωσης στην αρχική ενάγουσα ή τη μείωση της αποζημίωσης αυτής, ενόψει και του ότι η αναιρεσείουσα ήταν αυτή που είχε τη βασική υποχρέωση φύλαξης των εμπορευμάτων και οι ανωτέρω φερόμενες παραλείψεις της ...
δεν συνδέονται αιτιωδώς με την αφαίρεση των εμπορευμάτων από την ... ..., η οποία σε κάθε περίπτωση θα είχε αποφευχθεί εάν η αναιρεσείουσα είχε λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα φύλαξης και ελέγχου των αποθηκών. Επίσης, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της, που κατά το μεγαλύτερο μέρος της ταυτίζεται με το περιεχόμενο της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αρχικής ενάγουσας, που προέβαλε η αναιρεσείουσα, είναι μη νόμιμη, γιατί, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, τα οποία ουσιαστικά δεν αποτελούν ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, η άσκηση με την επίδικη αγωγή του δικαιώματος της αρχικής ενάγουσας να διεκδικήσει από την αναιρεσείουσα αποζημίωση για την από υπαιτιότητα αυτής, ως αποθέτριας και εκδόσασας τους σχετικούς τίτλους, αδυναμία να αποδώσει στην αρχική ενάγουσα τα εμπορεύματα, επί των οποίων η τελευταία είχε ενέχυρο, δεν ήταν καταχρηστική, δηλαδή ευρισκόμενη σε προφανή αντίθεση με τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, ενόψει και του ότι η άσκηση αυτή δεν συνοδεύεται και από πρόσθετα στοιχεία, όπως πάροδο μακρού χρόνου αδράνειας της αρχικής ενάγουσας και συμπεριφορά αυτής, η οποία δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, η άσκηση του οποίου ακολούθως επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην αναιρεσείουσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Αποθηκών Ελλάδος Μονοπρόσωπη Α.Ε.(...)" για αναίρεση της υπ' αριθμ.5001/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ