Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to dissolve partnership due to partner exclusion failure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's refusal to dissolve the partnership, finding the lower court erred in law. The lower court rejected the dissolution request because the partner exclusion claim lacked substantive merit, yet failed to recognize that a transfer of shares occurred without the dissenting partner's consent. The court ruled that this procedural error violated specific partnership law provisions and mandated the case be remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 256, 259, 263, 267 of Law 4072/2012; The court must examine the substantive validity of a partner's exclusion request before ruling on dissolution, and a failure to grant exclusion due to lack of merit does not preclude dissolution if the remaining partners' actions violate statutory requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1157 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1157/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Φ. του Π., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως συνδιαχειρίστριας της εδρεύουσας στον Πειραιά και νομίμως εκπροσωπουμένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) Β. Μ. του Χ. και 3) Π. Μ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Τσαβδαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Π. Φ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως συνδιαχειρίστριας της εδρεύουσας στον Πειραιά και νομίμως εκπροσωπουμένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 9-2-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με την από 5-2-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων, καθώς και με την διά των προτάσεων παρέμβαση των ήδη 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4078/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2019 αίτησή τους και τους από 30-10-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισαγόμενες από 08-07-2019 αίτηση αναίρεσης και από 30-10-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 286/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 29-11-2015 έφεσης της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 4078/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε συνεκδικάσει α) την από 22-01-2014 αίτηση της αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταίρου και συνδιαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "..." για τη λύση της ομόρρυθμης εταιρείας εξαιτίας σπουδαίου λόγου κατ' άρθρο 259 του Ν 4072/2012, β) την από 09-02-2015 αίτηση των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης της ύπαρξης σπουδαίου λόγου στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης για τον αποκλεισμό της από την ίδια εταιρεία, άλλως της ύπαρξης σπουδαίου λόγου για την παύση της εξουσίας διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας από την τελευταία, γ) την από 05-02-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση της πρώτης αναιρεσείουσας και δ) την πρόσθετη παρέμβαση των δεύτερου και τρίτου αναιρεσειόντων υπέρ της πρώτης, ως καθ' ης της από 22-01-2014 αίτησης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22-01-2014 αίτηση της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την προσεπίκληση, την πρόσθετη παρέμβαση και την από 09-02-2015 αίτηση των αναιρεσειόντων. Το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε τις δύο αγωγές, την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την από 09-02-2015 αίτηση των αναιρεσειόντων και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 22-01-2014 αίτηση της αναιρεσίβλητης και διέταξε τη λύση της ομόρρυθμης εταιρείας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 § 1 του Ν 4072/2012, η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, ενώ στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρείας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 § 1 του ίδιου νόμου, ομόρρυθμη είναι η εταιρία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό, για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον, ενώ σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 249 του Ν 4072/2012, εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο αντίστοιχο κεφάλαιο, εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρεία οι διατάξεις του Αστικού Δικαίου για την εταιρεία, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 758 και 761 ΑΚ.
Μάλιστα κατ' άρθρο 294 § 1 του Ν 4072/2012 περί μεταβατικών διατάξεων, ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες που -κατά την έναρξη της ισχύος του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 11/4/2012, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις (άρθρο 330 § 2 Ν 4072/2012)- δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του νέου νόμου 4072/2012 συνάγεται, ότι οι λόγοι λύσης προσωπικών εταιρειών (Ο.Ε. και Ε.Ε.) διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιρειών.
Η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρείας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσης της προσωπικής εταιρείας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Ωστόσο, στην εκάστοτε εταιρική σύμβαση, μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρείας (άρθρο 259 παρ. 1 εδ.
β' ν. 4072/2012, ως ανωτέρω), τέτοιοι δε λόγοι δεν αποκλείεται να είναι και γεγονότα που επιφέρουν άλλωστε και την έξοδο εταίρου από την εταιρία, που αφορούν σε μεταβολές στο πρόσωπο των εταίρων (όπως θάνατος ή πτώχευση εταίρου ή θέση του, υπό δικαστική συμπαράσταση κλπ., κατ' άρθρο 260 §§ 1-2 Ν. 4072/2012) ή και η καταγγελία της εταιρείας από μέρους εταίρου.
Συνεπώς, η καταγγελία αποτελεί πλέον λόγο λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας, μόνον αν προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση και με τους όρους που προβλέπονται σ' αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 259, 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 του Ν 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11-04-2012), συνάγεται ότι, κατά τα προαναφερόμενα, μεταξύ άλλων η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο στην εταιρία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως, μόνο σε περίπτωση που δεν ανευρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου.
Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος, η συνδρομή ή μη του οποίου αξιολογείται με αντικειμενικά κριτήρια.
Η ύπαρξή του θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας. Αυτές οι επιπτώσεις είναι απαραίτητο να παρουσιάζουν το στοιχείο της μονιμότητας και να μην έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Εξάλλου, ο σπουδαίος λόγος, πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.
Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο είναι, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη συνεργασίας, οι διαφωνίες μεταξύ των εταίρων, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, που έχουν ως επακόλουθο είτε την παράλυση της λειτουργίας είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της.
Με τη διάταξη του άρθρου 259 § 2 του Ν. 4072/2012, η αίτηση για τη λύση της εταιρείας εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012 με τον τίτλο "Αποκλεισμός εταίρου" "Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας σύμφωνα με την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου".
Ο αποκλεισμός εταίρου είναι δυνατός και στις διμελείς εταιρείες, εφόσον ο σπουδαίος λόγος που καθιστά αδύνατη τη συνέχιση τnς εταιρείας με τον αιτούντα αφορά στο πρόσωπο του καθ' ου η αίτηση, αφού, μετά τον αποκλεισμό και μέσα στο τετράμηνο που ακολουθεί, ο εναπομείνας εταίρος μπορεί να συνεχίσει την εταιρία με νέο εταίρο, σύμφωνα με το άρθρο 267 του ίδιου ως άνω Νόμου, που ορίζει ότι "Αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε τέσσερις μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ.
η είσοδος νέου εταίρου". Η θέση ότι δεν είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου σε διμελή εταιρεία, διότι, ενώ το δικαστήριο αποφασίζει τον αποκλεισμό του ενός εταίρου για να συνεχισθεί η εταιρική επιχείρηση, η συνέπεια αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αιτούντος τον αποκλεισμό, έρχεται σε αντίθεση με την παραπάνω ρύθμιση του νόμου.
Συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 267 που, κατά το γράμμα του, ρυθμίζει τις περιπτώσεις "αποχώρησης" "για οποιονδήποτε λόγο", χωρίς να διακρίνει ειδικότερα, εντάσσεται και ο αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρείας. Άλλωστε, η ερμηνευτική συστολή του πεδίου των άρθρων 263 και 267, ώστε να μην είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου στις διμελείς εταιρείες, οδηγεί κατ' αποτέλεσμα στη δυνατότητα περιέλευσης της εταιρικής επιχείρησης σε ένα από τους δύο εταίρους με βάση την "ΚΠολΔ 483" (Διανομή επιχειρήσεων που αποτελούν οικονομικό σύνολο), η οποία προβλέπει τη διανομή της επιχείρησης με τη δυνατότητα του δικαστηρίου κατόπιν αίτησης κάποιου από τους κοινωνούς να επιδικάσει την επιχείρηση που πρέπει να διανεμηθεί σε εκείνον που το ζητεί έναντι καταβολής χρηματικού ποσού ίσου προς την αξία της επιχείρησης, η οποία όμως τελεί υπό προϋποθέσεις, οι οποίες είναι διαφορετικές από αυτές, με τις οποίες κρίνεται ο αποκλεισμός εταίρου.
Με βάση το σκοπό της διατήρησης της επιχείρησης που διακατέχει το Ν 4072/2012, δεν πρέπει να αποκλείεται ο δικαστικός αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρείας, όταν αυτός δεν έχει τη δυνατότητα συμμετοχής στην εταιρεία, επειδή π.χ. αδυνατεί να εισφέρει την εργασία του, όπως προβλέπει η εταιρική σύμβαση για όλους τους εταίρους (διότι έχει απωλέσει την επαγγελματική ιδιότητα που είναι απαραίτητη ή για άλλο λόγο) ή ενεργεί κατ' εξακολούθηση πράξεις εις βάρος του συμφέροντος της εταιρείας, π.χ.
πράξεις ανταγωνισμού. Η θέση ότι δεν είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρίας οδηγεί σε αδιέξοδο, όταν ζητείται ο αποκλεισμός εταίρου για παράβαση των υποχρεώσεών του, ενώ ο καθ' ου η αίτηση αποκλεισμού υποβάλλει αίτηση λύσης της εταιρίας ασκώντας καταχρηστικά το σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 37/2019).
Επίσης, η διάταξη του άρθρου 263 του Ν 4072/2012 αποσκοπεί προφανώς να υποκαταστήσει τη ρύθμιση του άρθρου 771 του ΑΚ, που ισχύει επί αστικών εταιρειών και εφαρμοζόταν, μέχρι πρότινος και στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες. Με τη ρητή πλέον δυνατότητα του αποκλεισμού του εταίρου στις προσωπικές εταιρείες, επήλθε η διαφοροποίηση του νόμου κατά δύο στοιχεία.
Συγκεκριμένα, από τη σύγκριση των δύο διατάξεων, δηλαδή των άρθρων 771 ΑΚ και 263 Ν 4072/2012, προκύπτει η απουσία από το κείμενο της νεότερης διάταξης του άρθρου 263 Ν 4072/2012 του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου και διευρύνεται η έννοια του σπουδαίου λόγου, που μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό, καθώς το άρθρο 771 ΑΚ αξιώνει ο σπουδαίος λόγος να ανάγεται στην παράβαση των εταιρικών υποχρεώσεων του υπό αποκλεισμό εταίρου, ενώ κατά το άρθρο 263 του Ν 4072/2012 απαιτείται περιστατικό που θα δικαιολογούσε την λύση της εταιρείας, κατ' άρθρο 259 παρ. 1 δ' (σπουδαίος λόγος), ο οποίος να συντρέχει στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου (ΑΠ 473/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 256 του Ν 4072/2012 η εταιρική συμμετοχή στην ομόρρυθμη εταιρεία μεταβιβάζεται ολικά ή μερικά, αν τούτο προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση ή συναινούν όλοι οι εταίροι. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι η συναίνεση για τη μεταβίβαση της εταιρικής συμμετοχής στην ομόρρυθμη εταιρεία απαιτείται, εφόσον δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στην εταιρική σύμβαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων και τα εξής: "Δυνάμει του από 12/12/1980 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Συστάσεως Ομορρύθμου Εταιρίας που καταρτίστηκε μεταξύ του Π.
Φ. του Κ., της Ε. συζ. Ι. Κ. το γένος Π. Φ. και της Κ. συζ. Χ. Μ., το γένος Π. Φ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αύξοντα αριθμό .../15.12.1980, συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", εδρεύουσα στον … και στο επί της οδού ... κατάστημα, με αντικείμενο την εμπορία ειδών οικιακής χρήσεως.
Από το έτος 1984 η ως άνω εταιρία απέκτησε υποκατάστημα, το οποίο λειτουργεί στα ευρισκόμενα στην οδό ... αυτοτελή καταστήματα με στοιχεία 11 και 12, τα οποία ήταν αρχικά μισθωμένα από τους τότε ιδιοκτήτες τους, Γ. Γ., Σ. Γ., Α. Γ. και Μ. Γ. και επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω διόδου που κατασκευάστηκε με την αφαίρεση τμήματος της εσωτερικής διαχωριστικής τους τοιχοποιίας, προκειμένου να λειτουργούν ως ένα ενιαίο κατάστημα.
Το έτος 1986 η Ε. Κ. απέκτησε την κυριότητα του υπ' αριθμ. … καταστήματος δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1986 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Γάντζια - Μπέσκου, η δε Κ. Φ. απέκτησε την κυριότητα του υπ' αριθμ. … καταστήματος δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1986 συμβολαίου της ως άνω ιδίας Συμβολαιογράφου, τη χρήση των οποίων και οι δυο παρείχαν άνευ ανταλλάγματος στην εταιρία για την κάλυψη ων λειτουργικών αναγκών της.
Στη συνέχεια, δυνάμει του από 12/11/1990 Ιδιωτικού Συμφωνητικού έλαβε χώρα τροποποίηση του ως άνω Καταστατικού Σύστασης της εταιρίας, η οποία τροποποίηση δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό 3841/26.11.1990, με την οποία συμφωνήθηκε η παράταση διάρκειας της εταιρίας αρχικώς για 5 έτη, η συνέχισή της επ' αόριστο και η μεταφορά της έδρας της από την οδό ...
στην οδό ... και ορίσθηκε διευθυντής, διαχειριστής και εκπρόσωπός της ο Παναγιώτης Φ.ς του Κ.. Δυνάμει νέας τροποποίησης που έλαβε χώρα με το από 20/11/1996 Ιδιωτικό Συμφωνητικό αποφασίσθηκε η μείωση του εταιρικού κεφαλαίου από 200.000 δραχμές σε 140.000 δραχμές εξαιτίας της αποχώρησης του Π. Φ. μαζί με την εταιρική του μερίδα, αξίας 60.000 δραχμών, η συνέχιση της εταιρίας με τις Ε.
Κ. και Κ. Φ. κατά ποσοστό 50% η κάθε μία, οι οποίες ορίσθηκαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι και συνδιαχειρίστριες της εταιρίας, η μεταβολή της επωνυμίας της εταιρίας σε "..." και η μεταφορά της έδρας της από την οδό ... στην οδό ..., αρχική της έδρα. Η εν λόγω τροποποίηση δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό .../30.12.1996.
Τέλος, δυνάμει τροποποίησης που έλαβε χώρα με το από 7/7/2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό μεταξύ των ως άνω εταίρων (που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό 1262/14.7.2008) αποφασίσθηκε η μετατροπή του εταιρικού κεφαλαίου από 140.000 δραχμές σε 410,86 ευρώ και η μετατροπή του εταιρικού κεφαλαίου κάθε μια των εταίρων σε 205,43 ευρώ.
Η Ε. Κ. ανέλαβε τη λειτουργία του κεντρικού καταστήματος της εταιρίας και η Κ. Φ. ανέλαβε τη λειτουργία του υποκαταστήματος της εταιρίας. Οι σχέσεις των ανωτέρω ομόρρυθμων εταίρων όμως κλονίστηκαν το έτος 2007 και κυρίως το έτος 2008 [...] Από το έτος 2008 η Ε. Κ. ασχολείται αποκλειστικά με το κεντρικό κατάστημα η δε Κ.
Φ. διαχειρίζεται αποκλειστικά το υποκατάστημα, έχοντας διακόψει κατ' ουσία κάθε διαπροσωπική σχέση, διάθεση συνεργασίας και πρόθεση για τη λήψη κοινών αποφάσεων για οποιοδήποτε εταιρικό θέμα. Η σχέση εμπιστοσύνης στην οποία έπρεπε να βασίζεται η συνεργασία τους, αντικαταστάθηκε από την απόλυτη καχυποψία και αμφισβήτηση των καλών προθέσεων της μίας προς την άλλη, δοθέντος ότι κάθε μία ισχυρίζεται ότι η άλλη επιβουλεύεται την καλή πορεία της εταιρίας, παραλείπει να ανταποκρίνεται στις εταιρικές υποχρεώσεις της και ζημιώνει με την πλημμελή διαχείριση και αδιαφορία τη λειτουργία της εταιρείας [...] Τέλος η Κ.
Φ. χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερώσει την Ε. Κ. πώλησε και μεταβίβασε στους υιούς της Β. και Π. Μ. ποσοστό 2% στον καθένα επί της εταιρικής της μερίδας. Η μεταβίβαση αυτή προκάλεσε την αντίδραση της Ε. Κ. η οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 19/8/2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6212/2013 αγωγή της ζητώντας την ακύρωση της μεταβίβασης αυτής διότι δεν έχει συναινέσει για αυτήν ούτε την εγκρίνει.
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων εταίρων είναι σοβαρά διαταραγμένες και κακές και δεν έχει καταστεί δυνατό ν' αποκατασταθούν. Έχει δε η διατάραξη αυτή μόνιμο και εξακολουθητικό χαρακτήρα και δεν διαφαίνεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο βελτίωση των μεταξύ των εταίρων σχέσεων, ενώ η εξαιτίας των σχέσεων αυτών αδυναμία συνεργασίας των τελευταίων έχει ως επακόλουθο την παράλυση της λειτουργίας της εταιρίας και την αδυναμία εκπλήρωσης του σκοπού της.
Τούτο καταδεικνύεται εναργώς και από το ότι η μεταξύ τους επικοινωνία γίνεται εξαρχής, σταθερά και ανελλιπώς μόνο μέσω εξωδίκων δηλώσεων και διά πληρεξουσίων δικηγόρων και όχι με προσωπική τους επαφή, όπως απαιτείται για τη λειτουργία της συγκεκριμένης εταιρίας, στην οποία το μερίδιο συμμετοχής καθεμιάς των εν λόγω εταίρων είναι ίσο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 259 και 271 του ν. 4072/2012 ο υπερκερασμός του αδιεξόδου που δημιουργήθηκε από την αδυναμία συνύπαρξης και συνδιαχείρισης της εταιρίας από τις αδελφές Φ. θα γίνει είτε με τη λύση της εταιρίας, όπως ζητεί η Ε. Κ., είτε με τον αποκλεισμό της τελευταίας από την εταιρία, όπως ζητεί η Κ.
Φ., καθόσον δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διασωθεί η επιχείρηση. Με δεδομένο ότι προτιμάται ο αποκλεισμός του εταίρου και η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρίας, αποκλεισμός όμως που προϋποθέτει ότι ζητείται από δυο τουλάχιστον εταίρους, πρέπει να εξετασθεί αν πράγματι εισήλθαν στην εταιρία ως ομόρρυθμοι εταίροι οι Β.
και Π. Μ. μετά την πώληση και μεταβίβαση σε αυτούς από τη μητέρα τους Κ. Φ. ποσοστού 4% της εταιρικής μερίδας της. Στην παράγραφο 5 του άρθρου
ΙΙΙ του από 30/12/1996 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης Ομορρύθμου Εταιρείας που καταρτίστηκε μεταξύ των Ε. Κ. και Κ. Φ. ορίστηκε ότι : "Μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου επιτρέπεται μόνο σε κατιόντες των δύο παραπάνω συμβαλλομένων - συνδιαχειριστριών από την εταιρική τους μερίδα, όποτε η κάθε μια αποφασίσει τούτο, η μεταβίβαση όμως θα γίνει στο εταιρικό κεφάλαιο, το εταιρικό μερίδιο, τα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας, δεν επιτρέπεται όμως σε καμιά περίπτωση μεταβίβαση του δικαιώματος διαχείρισης ή εκκαθάρισης της εταιρείας".
Είναι προφανές ότι σκοπός της ανωτέρω διάταξης είναι ο αποκλεισμός της εισόδου τρίτου προσώπου μη μέλους της οικογένειας Φ. στην ομόρρυθμη εταιρία με την προοπτική αυτή να συνεχίσει να λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο από τους κατιόντες των εταίρων εάν κάποια επιθυμούσε να αποχωρήσει από αυτή. Με βάση τη διάταξη αυτή η Κ.
Φ. δυνάμει του από 6/3/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της Ε. Κ. πώλησε και μεταβίβασε σε κάθε ένα από τα τέκνα της Π. και Β. Μ. ποσοστό 2% επί του εταιρικού μεριδίου, ενημερώνοντας δε τη Ε. Κ. με σχετική εξώδικη δήλωση μετά την κατάρτιση της ως άνω πώλησης. Η απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 256 του ν. 4072/2012 αναγκαία συναίνεση εκ μέρους της Ε.
Κ. για τη μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου αποκλειστικά στους κατιόντες δεν εξαντλήθηκε στην ανωτέρω καταστατική πρόβλεψη, διότι διατηρεί το δικαίωμά της να δηλώσει τη συγκατάθεσή της και ως προς το πρόσωπο των κατιόντων που θα εισέλθουν με τον τρόπο αυτό στην εταιρία. Τούτο διότι η υποχρέωση πίστης, στο συγκεκριμένο ζήτημα, εξειδικεύεται ως υποχρέωση μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής σε πρόσωπο που είναι κατάλληλο να αποκτήσει την ιδιότητα του εταίρου της συγκεκριμένης εταιρίας και μπορεί να συνεργασθεί με την Ε.
Κ. για την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού. Τα όρια της ελευθερίας ως προς τη μεταβίβαση της συμμετοχής στην εταιρία καθορίζονται από την αρχή που θεσπίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 766 και 771 του ΑΚ και των άρθρων 263 και 259 παρ. 1 περ. δ' του ν. 4072/2012 με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι υπάρχει υπέρβασή τους, όταν στο πρόσωπο του νέου εταίρου συντρέχει λόγος που θεμελιώνει δικαίωμα των άλλων εταίρων να ζητήσουν τον αποκλεισμό του (263 ν. 4072/2012).
Τέτοιος λόγος υπάρχει όταν o εκδοχέας της εταιρικής συμμετοχής έχει εκδηλώσει αρνητική συμπεριφορά προς την εταιρία, όπως όταν είναι ανταγωνιστής. Η συναίνεση στην περίπτωση αυτή, θεωρείται ότι δεν δόθηκε και η μεταβίβαση παραμένει ανενεργή μέχρι οι εταίροι να δώσουν τη συγκατάθεσή τους. Πάντως η συγκατάθεση των εταίρων που δόθηκε πριν τη μεταβίβαση είναι δυνατόν να ανακληθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 237 του ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης ανάκλησης της συναίνεσης σε συνδυασμό με τη γενική αρχή που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 672, 752, 766 του ΑΚ και των άρθρων 263 και 259 παρ. 1 περ.
δ' του ν. 4072/ 2012 όταν υπάρχει "σπουδαίος λόγος" που δικαιολογεί την ανάκληση, όταν δηλ. ο λήπτης της δήλωσης συναίνεσης, με τη μεταβίβαση της εταιρικής του συμμετοχής, παραβαίνει υποχρεώσεις του από την εταιρική σχέση, όπως την υποχρέωση πίστης σε περίπτωση μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής σε ακατάλληλο για εταιρική δραστηριότητα πρόσωπο (...).
Εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι ο υιός της Κ. Φ., Β. Μ., είχε συμμετάσχει ως ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας στην επωνυμία "....", που συστήθηκε το από 31/8/2001 καταστατικό με το οποίο ορίσθηκε διαχειριστής της εταιρίας. Η εταιρία αυτή, στην οποία συμμετείχε ως ετερόρρυθμο μέλος και ο σύζυγος της Κ.
Φ., Χ. Μ. και λύθηκε την 3/8/2011 ασκούσε ανταγωνιστική προς την εταιρία "...." εμπορική δραστηριότητα, καθόσον σύμφωνα με το καταστατικό σκοπός της ήταν η αγορά και πώληση κάθε είδους προϊόντος ή πράγματος κινητού χονδρικώς ή λιανικώς η αντιπροσώπευση ειδών σε τοπική κλίμακα η παραγγελιοληψία και κάθε άλλη συναφής δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος.
Η πορεία της εταιρίας αυτής όμως δεν ήταν η προσδοκώμενη αφού με την από 20/11/2003 τροποποίηση του καταστατικού της αποχώρησαν οι έτεροι ετερόρρυθμοι εταίροι Γ. Π. και Ι. Β. διότι, όπως επί λέξει αναφέρεται στην τροποποίηση "διαπιστώνουν ότι η μέχρις σήμερα λειτουργία της εταιρείας δεν απέφερε κέρδη παρά μόνον λειτουργικά έξοδα τα οποία θα καταλήξουν ασφαλώς σε ζημιά στο τέλος της χρήσεως και για δικούς τους λόγους αδυνατούν να εισφέρουν τον χρόνον και τις υπηρεσίες και να επηρεάσουν την κατάσταση και τα αποτελέσματα που πρακτικά προκύπτουν για λειτουργία της εταιρείας και αποχωρούν άνευ ουδεμίας αξιώσεως".
Σημειωτέον ότι έκτοτε στην εταιρία παρέμειναν οι υιοί της Κ. Φ. και ο σύζυγος της, Χ. Μ., ο οποίος ουσιαστικά λειτουργούσε την εταιρεία κατέχων ποσοστό 57% του εταιρικού κεφαλαίου, ενώ σύμφωνα με το από 1/8/2011 συμφωνητικό λύσης της η εταιρία από την 31/12/2006 είχε διακόψει κάθε είδους εργασία. Επίσης ο υιοί της Κ.
Φ. συμμετείχαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρία με την επωνυμία "....", η οποία την 11/11/2004 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Πειραιά, ασκούσα ανταγωνιστική εμπορική δραστηριότητα με αυτή της εταιρίας των αδελφών Φ. όπως αποδεικνύεται από το σκοπό της (μεταξύ άλλων πώληση πάσης φύσεως οικιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, ειδών καθαριότητας, διακοσμητικών, εποχικών ειδών, ειδών διακόσμησης και δώρων, ειδών χαρτοπωλείου, ηλεκτρικών μικροσυσκευών κ.λ.π.).
Η άδεια σύστασης της εταιρίας αυτής, την οποία ουσιαστικά λειτουργούσε ο Χ. Μ., ανακλήθηκε τρία έτη αργότερα, με την υπ' αριθμ. 6567/23.7.2007 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά. Αποδεικνύεται επομένως ότι ανεξάρτητα από την ερμηνεία που δίδεται στην παρ. 5 του άρθρου
ΙΙΙ του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας "...", αποτελεί δικαίωμα της Ε. Κ. και δεν συνιστά αντιεταιρική ενέργεια με σκοπό να οδηγήσει στη λύση της εταιρίας, ούτε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της, κατά τον ισχυρισμό των εφεσίβλητων, να αρνηθεί να συναινέσει στη μεταβίβαση μέρους της εταιρικής μερίδας της Κ.
Φ. στους υιούς της και στην είσοδο των τελευταίων στην ανωτέρω εταιρία, την οποία στηρίζει στο βάσιμο ισχυρισμό ότι με τη μεταβίβαση εισέρχονται στην εταιρία κατιόντες μεν της αδελφής της, οι οποίοι όμως από το έτος 2001 συμμετείχαν σε ανταγωνιστικές εταιρίες υπό τη σκέπη του πατέρα τους Χ. Μ., χωρίς οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες να έχουν στεφθεί με επιτυχία, αφού σε αυτές δημιούργησαν μάλλον οφειλές προς τρίτους παρά κέρδη και επομένως πρόκειται για πρόσωπα που αδυνατεί να συνεργαστεί μαζί τους και πάντως ακατάλληλα για την άσκηση της εταιρικής δραστηριότητας.
Δοθέντος επομένως ότι η συναίνεση της Ε. Κ. αποτελεί προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης ποσοστού 4% της εταιρικής μερίδας, μην υπάρχουσας συναίνεσης η εν λόγω μεταβίβαση παραμένει ανενεργής, οι Β. και Π. Μ. δεν κατέστησαν ομόρρυθμοι εταίροι της εν λόγω εταιρίας, η οποία εξακολουθεί να έχει ως μοναδικούς εταίρους την Ε.
Κ. και την Κ. Φ., Τούτων δοθέντων και σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, το αίτημα της Κ. Φ. να διαταχθεί ο αποκλεισμός της Ε. Κ. για σπουδαίο λόγο είναι απορριπτέος, διότι αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη περισσότερων των δυο εταίρων ώστε να είναι δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρίας και μετά από την αποχώρησή της.
Μετά ταύτα εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω σπουδαίοι λόγοι στο πρόσωπο και των δυο εταίρων που καταλήγουν στην αδυναμία συνύπαρξης και συνεργασίας των αδελφών Φ. και μην υπάρχουσας άλλης επιλογής, αφού και η αφαίρεση της διαχειριστικής ιδιότητας από την Ε. Κ., κατά το επικουρικό αίτημα της Κ. Φ. δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ομαλοποίηση της λειτουργίας της εταιρίας και σε εξομάλυνση των σχέσεων των εταίρων, θα πρέπει κατ' άρθρο 259 παρ. 1 περ.
δ' να διαταχθεί η λύση της εταιρίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αφενός μεν ότι η μεταβίβαση από την Κ. Φ. ποσοστού 4% της εταιρικής μερίδας της στους υιούς της Β. και Π. Μ. είναι ισχυρή, διότι δεν απαιτείτο η συναίνεση της Ε. Κ. και αφετέρου ότι μόνο η τελευταία προέβη σε αντιεταιρική συμπεριφορά που συνίσταται στη μεταβίβαση στον υιό της του πιο πάνω περιγραφόμενου καταστήματος που είχε χρησιδανίσει στην εταιρία και στην αποδοχή της αποβολής της εταιρίας από αυτό, που αποτελούν σπουδαίο λόγο αποκλεισμού της από την εταιρία, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε αντιεταιρική συμπεριφορά της Κ.
Φ. συνιστάμενη ότι μέσω του συζύγου της και των τέκνων της ασκούσε ανταγωνιστική προς την εταιρία τους δραστηριότητα και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η μεταβίβαση του ποσοστού της εταιρικής μερίδας της αδελφής της στα τέκνα της ήταν ισχυρή μην απαιτούμενης της έγκρισής της πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικοί βάσιμοι...".
Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, παρότι υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο ισχύον καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρείας των διαδίκων, που επέτρεπε τη μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου σε κατιόντες των δύο ομορρύθμων εταίρων-συνδιαχειριστριών από την εταιρική τους μερίδα, όποτε η καθεμία αποφάσιζε τούτο, το Εφετείο έκρινε, ότι απαιτείτο συναίνεση της αναιρεσίβλητης για τη μεταβίβαση από την πρώτη αναιρεσείουσα σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες γιούς της ποσοστού 2% επί του εταιρικού μεριδίου της.
Περαιτέρω δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα να αρνηθεί να δώσει τη συναίνεσή της και ότι ως εκ τούτου δεν ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του ποσοστού 4% του εταιρικού κεφαλαίου στους 2ο και 3ο αναιρεσίβλητους. Μετά ταύτα έκρινε, ότι η εταιρεία των διαδίκων παρέμεινε διμελής και ότι δεν είναι δυνατός ο δικαστικός αποκλεισμός εταίρου στη διμελή ομόρρυθμη εταιρεία και προχώρησε στην έρευνα της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη λύση της ίδιας εταιρείας, ως έσχατη λύση μετά τη μη ευδοκίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης περί αποκλεισμού της αναιρεσίβλητης εταίρου της ομόρρυθμης εταιρείας.
Εντούτοις, εφόσον η μεταβίβαση μέρους του εταιρικού μεριδίου της πρώτης αναιρεσείουσας προς τους γιούς της έγινε σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του καταστατικού, δεν απαιτείτο η συναίνεση της αναιρεσίβλητης για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης, πέραν του ότι είναι δυνατός ο δικαστικός αποκλεισμός εταίρου στη διμελή ομόρρυθμη εταιρεία κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη.
Ενόψει τούτων, με την αντίθετη κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 256, 259 περ. δ, 263 και 267 του Ν 4072/2012 και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τους βάσιμους 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και 1ο πρόσθετο λόγο αυτής, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, διότι η αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης - καθόσον προηγείται η διερεύνηση των προϋποθέσεων για τον αποκλεισμό του εταίρου, σε περίπτωση μη συνδρομής των οποίων θα ερευνηθούν αυτές (προϋποθέσεις) της λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας - καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των έτερων λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερόμενων λόγων της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ,. όπως ισχύει). Το σύνολο της δικαστικής δαπάνης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η πρώτη αναιρεσείουσα είναι συγγενής δευτέρου βαθμού εξ αίματος με την αναιρεσίβλητη (αδέλφια), αλλά και διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 και 193 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 08-07-2019 (αριθμ. κατάθ. 49/08-07-2019) αίτηση αναίρεσης και τους από 30-10-2020 (αριθμ. κατάθ. 95/30-10-2020) πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 286/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας.
Αναιρεί την 286/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ