Supreme Court allows appeal against company debt settlement, ruling lower court erred on invalidity law application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected a company's claim to offset a debt based on a prior debt settlement agreement. The appellant argued that the settlement was void under Article 23a of the Companies Law because it was signed by a director without proper corporate interest, a point the lower court incorrectly applied. The Court found the lower court erred in applying the law as amended, holding that the specific exception for director-related guarantees did not exist at the time of the agreement, thus validating the invalidity claim and remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 23a of the Companies Law; The lower court erred in applying the law as amended regarding the invalidity of debt settlement agreements signed by company directors, as the specific exception for corporate interest did not exist at the time of the agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1157 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1157/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου – Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «... ΦΑΡΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΖΩΪΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ» και με διακριτικό τίτλο «... ΦΑΡΜ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αμφιτρίτη Αλεξανδρούπολης Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αγγελίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου:
Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής, Ανώνυμη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μάριο Παναγιωτόπουλο και Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.01.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2218/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3603/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.10.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 23.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 3603/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 2218/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 12.01.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση περί συμψηφισμού της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν την ένσταση περί συμψηφισμού της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα αφενός στο δικαιούχο της (αντ)απαίτησης να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, αφετέρου στους δανειστές και οφειλέτες να προβούν σε συμβατικό συμψηφισμό. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού είναι: α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, β) το ομοειδές του αντικειμένου των απαιτήσεων αυτών, γ) το έγκυρο, νομικώς τέλειο και ληξιπρόθεσμό τους και δ) το επιτρεπτό του συμψηφισμού. Ειδικότερα, οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 132/2017, ΑΠ 450/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 23α του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018 και ειδικότερα όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 33 του ν. 3604/8-8-2007, ορίζονταν τα εξής:
«1. Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγους των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ’ οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Επίσης δάνεια της εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.
2. Οιαδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των ως άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της [...]».
Ακολούθως, με το άρθρου 33 του ν. 3604/8-8-2007 στο ως άνω άρθρο 23α του ν. 2190/1920 προστέθηκε ο τίτλος «Συμβάσεις της εταιρείας με μέλη του διοικητικού συμβουλίου" και το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε ως εξής:
1. α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και του άρθρου 16α του παρόντος νόμου, δάνεια της εταιρείας προς τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυρα. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για την παροχή πιστώσεων προς τα πρόσωπα αυτά με οποιονδήποτε τρόπο ή την παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ αυτών προς τρίτους.
β) Κατ’ εξαίρεση, η παροχή εγγύησης ή άλλης ασφάλειας υπέρ των προσώπων της παραγράφου 5 επιτρέπεται μόνο εφόσον: αα) η εγγύηση ή η ασφάλεια υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, ββ) [...].
5. Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω [...]».
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 του ν. 3604/2007 οι διατάξεις αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Η ως άνω δε διάταξη του άρθρου 23α του ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν.δ. 4237/1962 και τροποποιήθηκε με το π.δ. 409/1986 και το άρθρ. 2 π.δ. 498/1987, θεσπίστηκε για την πρόληψη ενδεχόμενων καταχρήσεων εκ μέρους των ιθυνόντων προσώπων μιας ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ασκούν έλεγχο αυτής και διαχειρίζονται την περιουσία της (ΑΠ 316/2020, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1512/2011). Με την ως άνω διάταξη απαγορεύεται απολύτως η κατάρτιση συμβάσεων δανείων ή παροχή εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των αναφερομένων προσώπων, χωρίς να προβλέπονται εξαιρέσεις, όπως η παροχή εγγύησης ή ασφάλειας που υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον και η οποία (εξαίρεση) καθιερώθηκε για πρώτη φορά με την τροποποίηση του σχετικού άρθρου με το άρθρο 33 του ν. 3604/8-8-2007.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ ΑΠ 30/1998).
Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης «κατ’ ουσίαν», υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση.
Αλλά και στην περίπτωση που η αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' αποδοχή αντίστοιχου λόγου έφεσης του εναγομένου έκρινε ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη, με βάση επίσης το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (και δεν μεσολάβησε άλλος νεότερος νόμος με αναδρομική εφαρμογή), όταν στη συνέχεια το Εφετείο προβεί στην κατ' άρθρ. 535 του KΠολΔ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το κατά το ίδιο άρθρο 535 ΚΠολΔ στάδιο της «κατ’ ουσίαν» εκδίκασης της υπόθεσης δεν εξικνείται περαιτέρω επεκτατικά, πέραν της απόρριψης της αγωγής ως νομικά αβάσιμης, με βάση το αμέσως προηγηθέν πόρισμά του της παραδοχής του λόγου της έφεσης και με βάση τις ίδιες διατάξεις που κρίθηκε το βάσιμο του ίδιου λόγου, και όχι με την παράλληλη εφαρμογή άλλων νεότερων διατάξεων, που δεν έχουν αναδρομική ισχύ αλλά και δεν καταλαμβάνουν χρονικά την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ 952/2019, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 837/2015, ΑΠ 2105/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ κάθε νέος νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε γεγονότα και νομικές πράξεις προγενέστερες της ισχύος του. Με τη διάταξη αυτή εκφράζεται η γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, η οποία αποβλέπει στην κατά το δυνατό επίτευξη βεβαιότητας των δικαιωμάτων, ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου. Με τα δεδομένα ο νέος νόμος που ρυθμίζει ενοχικές σχέσεις δεν έχει εφαρμογή και για τις ήδη υπό τον παλαιό νόμο συσταθείσες και δημιουργηθείσες ενοχές.
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:
«Δυνάμει της από 18.05.2007 έγγραφης συμφωνίας συμβιβασμού κατ’ άρθρο 44 Ν. 1892/1990, νομίμως επικυρωθείσας από το αρμόδιο Εφετείο Θράκης δυνάμει της υπ’ αριθμ. 349/2008 απόφασης αυτού, η οποία συμφωνία καταρτίστηκε ανάμεσα στην ενάγουσα και την εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενες, οι ως άνω διάδικοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις ρύθμισαν επισφαλείς απαιτήσεις της εναγόμενης προς την ενάγουσα ύψους 15.613.384,94 ευρώ και ειδικότερα συμφώνησαν η μεν ενάγουσα να περιορίσει τις ως άνω απαιτήσεις της σε ποσοστό 15% του ως άνω ποσού, ήτοι σε 2.342.101,17 ευρώ, η δε εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ως άνω ποσό σε δέκα ισόποσες ετήσιες δόσεις των 234.210,12 ευρώ, αρχής γενομένης την 31.07.2009 έως και την 31.07.2018, μολονότι κατέβαλε εμπροθέσμως τις δόσεις στις 31.07.2009, 31.07.2010 και 31.07.2011, αρνείται να καταβάλει τις δόσεις της 31.07.2012, 31.07.2013 και 31.07.2014, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας.
Περαιτέρω, στις 22.02.2007 καταρτίστηκε έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους και ρύθμισης οφειλής μεταξύ αφ’ ενός της ενάγουσας και αφετέρου της εναγομένης, του Τ. Ζ. του Δ., του Ι. Ζ. του Δ., του Κ. Ζ. του Δ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΒΙΟΚΑΤ ΠΤΗΝΟΣΦΑΓΕΙΑ ΑΤΤΙΚΟΒΟΙΩΤΙΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ.
Υπό την επιγραφή ΙΣΤΟΡΙΚΟ αναγράφεται ότι στις 07.12.2004 ο Τ. Ζ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα δύο ανήλικα τέκνα του Ε. και Δ. Ζ. την κατοικία του και ο Ι. Ζ. ομοίως μεταβίβασε στο γιο του Δ. Ζ. λόγω γονικής παροχής δυνάμει των με αριθμ. ... και .../7-12-2004 αντιστοίχως νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων του Συμ/φου Μαραθώνος Σταύρου Παπαδογεωργή, παρακρατώντας το δικαίωμα οικήσεως εφ’ όρου ζωής για τους εαυτούς τους.
Επίσης στις 09.12.2004 ο K. Ζ. μεταβίβασε στα ανήψια του Ε. και Δ. Ζ. του Τ., λόγω δωρεάς την κατοικία του παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα οικήσεως εφ’ όρου ζωής, δυνάμει του με αριθμό .../2004 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου του ιδίου ως άνω Συμ/φου Μαραθώνος. Οι τρεις ως άνω κατοικίες έχουν κτισθεί στο υπ’ αριθμ.
… οικόπεδο του υπ’ αριθμ. 52 οικοδομικού τετραγώνου του ρυμοτομικού διαγράμματος της πρώην Κοινότητας ... στη θέση ..., κείμενο στη θέση ... πρώην Δήμου ... στην περιοχή ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, αναλυτικά περιγραφόμενων στο άνω συμφωνητικό. Η αξία δε εκάστης εκ των ως άνω τριών κατοικιών ανέρχεται στο ποσό του 1.000.000 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 3.000.000 ευρώ.
Όλοι δε οι αντισυμβαλλόμενοι με την ενάγουσα πλην της εταιρείας ΒΙΟΚΑΤ ΑΕ κατά το χρόνο μεταβίβασης των ανωτέρω ακινήτων ήταν οφειλέτες της ενάγουσας με συνολική οφειλή 34.362.251,26 ευρώ δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/1998, …/1999, …/2002, …/2002, …/2003, …/2003, …/2004 συμβάσεων δανείων και πρόσθετων πράξεων. Επειδή δε οι άνω συμβαλλόμενοι ζημίωσαν την ενάγουσα με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις ακινήτων κατά το ποσό των 3.000.000 ευρώ, η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προχώρησε στις κάτωθι δικαστικές ενέργειες:
Α) Υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 15.03.2005 μήνυση κατά των πέντε πρώτων αντισυμβαλλομένων της και
Β) κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τις από 17.12.2004 και με αριθμό κατάθεσης 1721/151/2005 και 1709/150/2005 αγωγές διάρρηξης – καταδολίευσης δανειστών των άρθρων 939 επ. ΑΚ, οι οποίες προσδιορίστηκαν για συζήτηση στις 03.05.2007. Στο συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται ρητώς ότι οι ως άνω συμβαλλόμενοι προς εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς συμφωνούν τα ακόλουθα:
1ον) Οι προαναφερόμενοι αντισυμβαλλόμενοι της ενάγουσας αναγνωρίζουν ρητώς και ανεπιφύλακτα την ύπαρξη της οφειλής τους προς αυτήν, η οποία τον Δεκέμβριο 2004 ανήρχετο σε 34.362.251,26 ευρώ.
2ον) και 3ον) Οι αντισυμβαλλόμενοι της ενάγουσας αποδέχονται να ρυθμίσουν τη ζημία που έχει προκληθεί σε αυτήν από την ως άνω άκυρη μεταβίβαση των άνω περιουσιακών τους στοιχείων στο ποσό των 711.000 ευρώ, το οποίο αναγνωρίζουν ως δίκαιο και εύλογο για την ανωτέρω αιτία, παρά το γεγονός ότι δεν προέβησαν στις μεταβιβάσεις εκ δόλου. Αναγνωρίζουν ρητώς και ανεπιφύλακτα κατ' άρθρα 873 επ. ΑΚ το χρέος τους ποσού 711.000 ευρώ ως αποζημίωση της ενάγουσας και προτείνουν να το καταβάλουν σε δέκα (10) ισόποσες ετήσιες δόσεις της πρώτης δόσης καταβλητέας την 30.04.2008.
Με τον τέταρτο όρο του συμφωνητικού, οι αντισυμβαλλόμενοι της ενάγουσας δήλωσαν ότι δεν θα αντιλέξουν στις από 17.12.2004 ως άνω αγωγές της ενάγουσας κατά των πέντε πρώτων εξ αυτών.
Με τον πέμπτο όρο οι αντισυμβαλλόμενες εταιρείες ρητώς εγγυήθηκαν την καταβολή του ποσού των 711.000 ευρώ προς την ενάγουσα, παραιτούμενες των δικαιωμάτων τους κατ’ άρθρα 847-853-855 ΑΚ, γιατί η αρχική οφειλή τους αφορά την εμπορική τους δραστηριότητα.
Με τον έβδομο όρο του εν λόγω συμφωνητικού η ενάγουσα δηλώνει ότι εφόσον τηρηθούν όλοι οι όροι, δεσμεύσεις και συμφωνίες της άνω σύμβασης, δεν επρόκειτο να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα στην από 15.03.2005 και με ABM Α05/1204 υποβληθείσα μήνυσή της κατά των παραπάνω αντισυμβαλλομένων της.
Τέλος με τον όγδοο όρο του άνω συμφωνητικού οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ρητώς ότι η παρούσα σύμβαση αφορά την αποζημίωση της ενάγουσας από τις σε βάρος της πράξεις των άνω συμβαλλόμενων φυσικών προσώπων και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί περιορισμό της οφειλής των αντισυμβαλλομένων από τις δανειστικές συμβάσεις ή ότι το ποσό αυτό ήτοι των 711.000 ευρώ, αποτελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιορισμό της οφειλής.
Με αυτό το περιεχόμενο της από 22.02.2007 σύμβασης των διαδίκων, γίνεται φανερό, όπως η βούληση των συμβληθέντων ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε καταρχήν συμβιβασμός κατ’ άρθρο 871 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι θα αναγνώριζαν αφενός το χρέος τους έναντι της ενάγουσας από τις άνω δανειστικές συμβάσεις, ύψους 34.362.251,26 ευρώ και αφετέρου θα κατέβαλαν στην ενάγουσα το ποσό των 711.000 ευρώ ως αποζημίωση αυτής για τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις ακινήτων.
Η ενάγουσα δε με τη σειρά της δεν θα παρίστατο ως πολιτικώς ενάγουσα στην προαναφερόμενη μήνυσή της σε βάρος των αντισυμβαλλομένων της. Α) Η καταβολή δηλαδή του ποσού των 711.000 ευρώ εκ μέρους των τελευταίων δεν ήταν μόνο προς αποζημίωση της ενάγουσας αλλά όρος και προϋπόθεση για να παραιτηθεί τούτη από πολιτικώς ενάγουσα, στα πλαίσια της προαναφερόμενης σύμβασης συμβιβασμού.
Για την κατάρτιση συμβιβασμού συνηγορεί και η έκφραση του συμφωνητικού «προς εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς». Β) Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι αν και στο κείμενο του από 22.02.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους και ρύθμισης οφειλής, αναφέρεται ρητά η αιτία του χρέους των 711.000 ευρώ, πλην όμως προκύπτει σαφώς ότι η ρητή παραπομπή του άρθρου 873 ΑΚ στο κείμενο του άνω συμφωνητικού δεικνύει τη βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών να δημιουργήσουν μια νέα αυτοτελή ενοχή, αφηρημένη και ανεξάρτητη από την αιτία της, που θα αποτελούσε νέα νομική βάση δικαστικής διεκδίκησης της οφειλής των αντισυμβαλλόμενων της ενάγουσας.
Γ) Σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, εάν τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν να παραπέμψουν στις διατάξεις της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, θα παρέπεμπαν ρητώς στο άρθρο 361 ΑΚ με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας συνάψεως των συμβάσεων και καθορισμού του περιεχομένου αυτών, εφόσον δεν προσκρούουν σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Δ) Επίσης ο όγδοος όρος του εν λόγω συμφωνητικού κατά τον οποίο το ποσό των 711.000 ευρώ ουδόλως συνιστά μείωση του χρέους των 34.362.251,06 ευρώ σε συνδυασμό με την αναφορά του άρθρου 873 ΑΚ, επιρρωνύει την κρίση του Δικαστηρίου για το ότι πρόκειται για σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους, καθόσον καταφαίνεται η βούληση των συμβαλλόμενων μερών να απαλλάξουν την καταβολή των 711.000 ευρώ από οποιαδήποτε τυχόν ένσταση εκ μέρους των καταβαλλόντων αναφορικά με την αιτία καταβολής αυτού.
Η εναγομένη εταιρεία ως εγγυήτρια κατέβαλε αρχικώς στις 21.03.2007 στην ενάγουσα το ποσό των 425.460,18 ευρώ προερχόμενο από ρευστοποίηση των μετοχών της εταιρείας ALTIUS και στις 30.12.2009 κατέβαλε 285.539,82 ευρώ, με αποτέλεσμα να εξοφλήσει ολοσχερώς το χρέος των 711.000 ευρώ. Το εν λόγω όμως χρέος δεν κατεβλήθη αχρεωστήτως λόγω ελλείψεως νόμιμης αιτίας, καθόσον η σύμβαση στις 22.02.2007, αποτελώντας κατά τα προαναφερόμενα αφηρημένη υπόσχεση χρέους, εξοπλίζει την καταβολή του ποσού αυτού με την εν λόγω νόμιμη αιτία, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Ε) Επίσης κατά την κατάρτιση της από 22/2/2007 σύμβασης οι οφειλέτες της ενάγουσας Ι. Ζ., Τ. Ζ. και Κ. Ζ. του Δ., ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει γνώση της ενάγουσας ότι η συγκεκριμένη σύμβαση εξέφευγε του εταιρικού σκοπού της.
Εξάλλου κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο Ν. 2190/1920 η νομότυπη δημοσίευση του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας δεν συνιστά απόδειξη γνώσης του καλόπιστα συμβληθέντος μαζί της τρίτου. Επιπλέον με τον πέμπτο όρο της από 22.02.2007 σύμβασης η εναγομένη ως εγγυήτρια παραιτούμενη των δικαιωμάτων των άρθρων 847-853-855 ΑΚ ρητά συνομολογεί με την ενάγουσα ότι η αρχική οφειλή αφορά την εμπορική της δραστηριότητα και είναι προς όφελος του σκοπού της.
Με τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα κρίνεται ότι είναι καλόπιστη συμβληθείσα με αποτέλεσμα να δεσμεύεται κατ' άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 2190/1920 η εναγομένη. Επίσης η χορηγηθείσα εγγύηση κατ' άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμφωνα με τα προαναφερόμενα εξυπηρετεί την εμπορική της δραστηριότητα όπως συνομολογεί και η ίδια δια των νόμιμων εκπροσώπων της που έθεσαν την ιδιόχειρη υπογραφή τους επί της άνω από 22.02.2007 συμφωνίας, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και ως εκ τούτου δεν επέρχεται ακυρότητα της σύμβασης εγγυήσεως κατά το άρθρο 23α παρ. 1β περ.
αα του Ν. 2190/1920. Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση ελέγχονται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Με τα δεδομένα όμως αυτά κρίνεται ότι δεν υφίσταται η επικαλούμενη από την εναγόμενη ανταπαίτηση ύψους 711.000 ευρώ και ως εκ τούτου η ένσταση συμψηφισμού κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να γίνει ολικά δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 702.630,36 ευρώ με το νόμιμο τόκο κάθε δόσης περιεχόμενης σ' αυτό (το συνολικό ποσό) ύψους 234.210,12 ευρώ, ήτοι από 1/8/2012, 1/8/2013 και 1/8/2014". Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 23α του ν. 2190/1920, εφαρμόζοντας εσφαλμένα αυτήν, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3607/8-8-2007, αντί του ορθού της εφαρμογής αυτής, όπως ίσχυε κατά τα ως άνω πριν την εν λόγω τροποποίησή της.
Τούτο δε διότι το Εφετείο, μετά την κατά τα ως άνω εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, όφειλε μεν κατ' αρχάς να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης περί συμψηφισμού, που παραδεκτά πρόβαλε η αναιρεσείουσα, το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του (2019), εφόσον όμως στην περίπτωση αυτή ο εν λόγω νεότερος νόμος καταλάμβανε χρονικά την επίδικη έννομη σχέση.
Ενόψει όμως του ότι η ένδικη σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους και ρύθμισης οφειλής), μεταξύ της αναιρεσίβλητης και, εκτός των άλλων, και της αναιρεσείουσας, καταρτίστηκε την 22.02.2017, ήτοι πριν την ως άνω ισχύ του νόμου 3604/8-8-2007, η επικαλουμένη από την τελευταία προς συμψηφισμό (αντ)απαίτησή της μετά την καταβολή εκ μέρους της προς την πρώτη του προαναφερόμενου ποσού των 711.000 ευρώ ως απορρέουσα από τη σύμβαση αυτή και ειδικότερα την ακυρότητά της ως προς την ίδια (ανώνυμη εταιρεία) λόγω παραβίασης της διάταξης του άρθρου 23α του ν. 2190/1920, διεπόταν από τη διάταξη αυτή, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το νόμο αυτό (3604/2007).
Επιπλέον, το πραγματικό της διάταξης αυτής ήταν διαφορετικό απ' αυτό που ίσχυε μετά την ως άνω τροποποίησή της, αφού δεν προέβλεπε εξαιρέσεις ως προς την ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων της ανώνυμης εταιρείας με μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής και μάλιστα την εξαίρεση στην περίπτωση που η εγγύηση ή ασφάλεια υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον.
Επομένως, έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι δεν πληρούται το πραγματικό της διάταξης αυτής και συγκεκριμένα ότι η χορηγηθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την ένδικη σύμβαση εγγύηση προς τους λοιπούς συμβαλλομένους μέλη του διοικητικού της συμβουλίου εξυπηρετεί την εμπορική δραστηριότητα αυτής (ανώνυμης εταιρείας) και ως εκ τούτου δεν επέρχεται ακυρότητα αυτής, παρά το ότι το πραγματικό της εφαρμοστέας διάταξης δεν προέβλεπε τέτοια εξαίρεση της ακυρότητας.
Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 3603/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ