Legislator Case Law & Legislation
1157/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to propose distinct legal issues.

Case Number 1157/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the lower court's decision regarding a labor contract termination. The court found that three of the five grounds for appeal were inadmissible because they either lacked independent legal existence, were merely arguments rather than distinct issues, or relied on facts not properly proposed. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 168, 169, 648, 669 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 3 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955; Article 176 of the Code of Civil Procedure: Only independent legal claims that have been properly proposed and are legal constitute grounds for appeal; mere arguments or unsupported assertions do not qualify.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal distinct legal issue properly proposed claim labor contract termination legal costs award appeal review scope civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168, 169, 648, 669 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 3 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1157 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1157/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Δ., 2) Γ. Τ. του Ι., 3) Β. Σ. του Γ., 4) Α. Μ. του Π., 5) Π. Μ. του Β., 6) Κ. Λ. του Α., 7) Ξ. Σ. του Π., 8) Α. Δ. του Β., 9) Β. Μ. του Α. και 10) Κ. Α. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χριστόφορου Παπαϊωάννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Τιμόθεου Σιγάλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.

Εκδόθηκαν η 125/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 33/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 169 παρ.2, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 3 παρ.1 και 5 του β.δ. της 16/18-7-1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2556/1997, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και είτε έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα μισθολόγια που τηρούνται για το ΙΚΑ είτε αυτός έχει ασφαλισθεί προσηκόντως.

Η καταγγελία του εργοδότη αναπτύσσει την άμεση, διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο εργαζόμενος, στον οποίο απευθύνεται, δύναται να λάβει γνώση αυτής, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τη βούληση του εργοδότη για λύση της σύμβασης. Η εκδήλωση της βούλησης αυτής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο η επιθυμία του εργοδότη να μην υφίσταται πλέον σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο εργοδότης, με το πρόσχημα οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού, αρνείται να αποδεχθεί στο μέλλον την προσφερόμενη από αυτόν εργασία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, οποιαδήποτε αξίωση, η οποία απορρέει από την για οποιοδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας, καθίσταται απαράδεκτη, εάν η σχετική αγωγή δεν επιδοθεί στον εργοδότη μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από τη διενέργεια της καταγγελίας.

Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εντός συντόμου χρονικού διαστήματος εκκαθάριση των αξιώσεων που απορρέουν από την τυχόν ακυρότητα, ώστε να μην επιτείνονται από την καθυστέρηση οι εξ αυτής δυσμενείς συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους.

Η εν λόγω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (ΑΚ 280) και καταλαμβάνει οποιαδήποτε αξίωση συνδέεται με την ακυρότητα ή την προϋποθέτει. Στην περίπτωση της σιωπηρής καταγγελίας, η ως άνω αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που έπεται της εκ μέρους του μισθωτού γνώσεως των περιστάσεων που εκδηλώνουν τη βούληση του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 10-4-2014, ένδικη αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου την 20-6-2014, ισχυρίζονται ότι, κατά τους χρόνους που εκεί αναλυτικά αναφέρονται, είχαν προσληφθεί με ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που διατηρεί γενική κλινική στο …, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, η δεκάτη ως υπάλληλος γραφείου και οι υπόλοιποι ως νοσηλευτές.

Ότι από το έτος 2010, λόγω οικονομικών προβλημάτων της εναγομένης, προκλήθηκε σοβαρή καθυστέρηση ως προς την καταβολή των αποδοχών όλων των εργαζομένων στην επιχείρηση, με συνέπεια οι ενάγοντες να προβούν σε επίσχεση εργασίας με την από 18-10-2010 έγγραφη δήλωση, που κοινοποίησαν στην εναγόμενη, αρνούμενοι από το μήνα Οκτώβριο 2010 την παροχή της εργασίας τους μέχρι την καταβολή των δεδουλευμένων και ληξιπρόθεσμων αποδοχών τους.

Ότι έκτοτε άρχισε αντιδικία, η οποία συνεχίζεται ακόμη και στο πλαίσιο της οποίας οι ενάγοντες, χωρίς να διακόψουν την επίσχεση εργασίας, επέτυχαν κατά καιρούς την έκδοση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες επιδικάσθηκε προσωρινώς μέρος των οφειλομένων αποδοχών (παραλείπεται η καταχώρηση επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες αναφέρονται στην αγωγή, αλλά δεν θεωρούνται ουσιώδεις στην παρούσα δίκη).

Ότι κατά τη διάρκεια της αντιδικίας αυτής, η εναγομένη υπέβαλε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας την από 1-4-2011 αναγγελία, με την οποία εμφάνισε τους ενάγοντες ως οικειοθελώς αποχωρήσαντες από την εργασία τους. Ότι οι ενάγοντες με την από 18-11-2011 αγωγή και με τον ισχυρισμό ότι αυτοί βρίσκονται νομίμως σε επίσχεση εργασίας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ ενός εκάστου εξ αυτών και της εναγομένης ενεργή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι η τελευταία διατελεί σε υπερημερία εργοδότη.

Ότι η από 18-11-2011 αγωγή έγινε δεκτή με την 314/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Ότι μετά την άσκηση της εν λόγω αγωγής, αλλά πριν από την έκδοση της επ’ αυτής αποφάσεως, η εναγομένη επέδωσε προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων την από 26-10-2012 δήλωση, στην οποία, παράλληλα προς την πρότασή της για διευθέτηση οικονομικών εκκρεμοτήτων μεταξύ αυτής και των εναγόντων, επανέλαβε τη θέση της ότι έχει παύσει να συνδέεται με τους ενάγοντες με σχέση εξαρτημένης εργασίας, διότι αυτοί είχαν αποχωρήσει οικειοθελώς από την υπηρεσία της ήδη από την 1-4-2011.

Ότι οι ενάγοντες απάντησαν με την από 26-10-2012 δική τους δήλωση, στην οποία ανέφεραν ότι προτίθενται να επιστρέψουν στην εργασία από 29-10-2012 και ότι δεν κατανοούν τους λόγους, για τους οποίους η εναγομένη δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και θεωρεί ότι δήθεν έχουν αποχωρήσει οικειοθελώς. Ότι, τέλος, την 16-10-2013, κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, η εναγόμενη επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι δυνάμει της ως άνω, από 26-10-2012 δηλώσεώς της έχει καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας που υπήρξαν μεταξύ τους.

Ότι τότε περιήλθε σε γνώση των εναγόντων η βούληση των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης για λύση των συμβάσεων. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται ενεργή εργασιακή σχέση μεταξύ αυτών και της εναγόμενης, διότι αυτή ουδέποτε κατήγγειλε τις συμβάσεις με επίδοση εγγράφου και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ότι η εναγομένη έχει περιέλθει σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων και ότι η ίδια υποχρεούται να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 125/2015 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι είχε ασκηθεί μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την περιέλευση σε γνώση των εναγόντων της βούλησης της εναγόμενης για τη λύση των μεταξύ τους υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε συντελεσθεί με την κοινοποίηση της από 26-10-2012 εξώδικης δήλωσης.

3. Στη συνέχεια, κατά της ανωτέρω αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 33/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία, χωρίς να ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως, αλλά από την επισκόπηση και μόνο των διαδικαστικών εγγράφων, δέχθηκε ότι η από 26-10-2012 εξώδικη δήλωση έχει το ελάχιστο, αναγκαίο περιεχόμενο για να εκτιμηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, διότι με αυτήν διατυπώνεται σαφώς προς τους ενάγοντες η βούληση της εναγόμενης να μην υφίσταται πλέον σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ τους.

Και ότι για τον εν λόγω νομικό χαρακτηρισμό της δήλωσης αυτής, δεν ασκεί επιρροή ούτε το ότι δεν περιέχει αναφορά στην αιτία της καταγγελίας ούτε το ότι περιέχει αναφορά και σε άλλα εκκρεμή ζητήματα, όπως η ρύθμιση των οφειλόμενων αποδοχών υπερημερίας. Περαιτέρω, ως προς το χρονικό σημείο της πραγματικής περιέλευσης της καταγγελίας στη συνείδηση των εναγόντων, το εφετείο δέχθηκε ότι, ακόμη και αν αυτό δεν συνέβη με την επίδοση της από 26-10-2012 εξώδικης δήλωσης προς το δικηγόρο τους (περιστατικό που συνιστά τη βασική του παραδοχή), συνέβη οπωσδήποτε κατά την εκδίκαση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου στη δικάσιμο της 16-10-2013, όπου, όπως και πάλι αναφέρεται στην αγωγή, προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός από την εναγομένη.

Κατόπιν αυτών, το εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο μόλις την 20-6-2014, αφ’ ενός αμφισβητούσε το κύρος της από 26-10-2012 δήλωσης της εναγομένης ως σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας και εφ’ ετέρου ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, είτε ήθελε υπολογισθεί από την ημερομηνία επίδοσης της δήλωσης είτε από την 16-10-2013, που επιεικώς θα μπορούσε θα εκληφθεί ως η νεότερη ημερομηνία γνώσεως των εναγόντων.

Ήταν, δηλαδή, απαράδεκτη. Γι’ αυτό και απέρριψε την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοδικείου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας με το να υπαγάγει προσηκόντως σ’ αυτές το ιστορικό της αγωγής, από το οποίο σαφώς προέκυπτε ότι, προκειμένου να επέλθει η αιτούμενη έννομη συνέπεια, έπρεπε πρώτα να αναγνωρισθεί ότι η από 26-10-2012 δήλωση ήταν άκυρη ως σιωπηρή καταγγελία των συμβάσεων εργασίας.

Οπότε, προκειμένου να συμβεί αυτό και ανεξάρτητα προς το ότι ούτε έγγραφη δήλωση προς ένα έκαστο των εναγόντων υπήρχε ούτε αντίστοιχη καταβολή αποζημιώσεως, θα έπρεπε να υπάρχει εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση αγωγής για να κριθούν κατ’ ουσίαν τα υπόλοιπα ζητήματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την ουσιαστική κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Εξ αυτού συνάγεται ότι ο εξεταζόμενος λόγος δεν ιδρύεται αφ’ ενός όταν πρόκειται για εκτίμηση διαδικαστικών και όχι αποδεικτικών εγγράφων και αφ’ ετέρου όταν με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, όπως όταν ύστερα από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 26-10-2012 εξώδικης δήλωσης της εναγομένης. Παρατηρείται, όμως, ότι η εκ μέρους του εφετείου αναφορά στην εν λόγω εξώδικη δήλωση έγινε δια μέσου της υπ’ αυτού επισκοπήσεως της ένδικης αγωγής και προκειμένου να διαπιστωθεί το ακριβές ιστορικό αυτής, για να κριθεί αν ήταν παραδεκτή ή όχι.

Και ότι, μετά τη διαπίστωση ότι επιδίωξη της αγωγής ήταν η διάγνωση της ακυρότητας της ως άνω δήλωσης ως σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, το δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ήταν εκπρόθεσμη και για το λόγο αυτό απαράδεκτη, χωρίς να ερευνήσει την ουσία. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται μόνο οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, για να θεωρηθούν ως πράγματα οι εν λόγω ισχυρισμοί, είναι το να έχουν προταθεί παραδεκτά και να είναι νόμιμοι. Διότι οι απαράδεκτοι ή οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν δημιουργούν υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει.

Ως πράγματα, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις, θεωρούνται και οι λόγοι έφεσης. Τέλος, δεν θεωρούνται πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους της αιτήσεως και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες προβάλλουν τα ακόλουθα:

α) Ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη λόγο έφεσης, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για κακή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως εκ μέρους του πρωτοδικείου. Τέτοιος λόγος έφεσης ήταν απαράδεκτος, διότι το πρωτοδικείου είχε απορρίψει την αγωγή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και δεν είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης είναι απαράδεκτος. β) Ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη "το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα του εργοδότη να υποβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων [...] με διαφορετικό περιεχόμενο, ώστε να εφευρίσκει λόγους αναβολών των συζητήσεων των υποθέσεων και ουσιαστικής λύσης της διαφοράς".

Η αιτίαση δεν αναφέρεται σε αυτοτελή ισχυρισμό και κατά συνέπεια ο σχετικός με αυτήν τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι, επίσης, απαράδεκτος. Και γ) ότι το εφετείο στήριξε την κρίση του σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, ήτοι στο ότι ακόμη και αν οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει γνώση της σιωπηρής καταγγελίας κατά την επίδοση της σχετικής δήλωσης, την 26-10-2012, είχαν λάβει οπωσδήποτε γνώση αυτής κατά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων, την 16-10-2013, οπότε η εναγομένη διατύπωσε εκ νέου τον περί καταγγελίας ισχυρισμό.

Η αιτίαση αναφέρεται σε επιχείρημα, το οποίο αυτό το ίδιο το δικαστήριο συνήγαγε από το περιεχόμενο της αγωγής και το οποίο δεν συνιστά πράγμα κατά τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, και ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης είναι απαράδεκτος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 33/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ