Supreme Court overturns appeal decision on Ottoman land law ownership of pastureland by Greek citizen.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeals' decision regarding a property ownership dispute involving Ottoman-era land laws. The appellant, the Greek State, argued that the respondent acquired ownership of a pastureland through continuous possession, violating specific provisions of the Ottoman Law on Lands and subsequent Greek statutes. The Court agreed that the lower court incorrectly applied these laws by finding the respondent had acquired ownership rights over land that was not arable pastureland, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedAccording to Article 2 of the Ottoman Law on Lands of 1856, as maintained by Article 2(4) of Law 147/1914, private land ownership in New Countries is regulated by Ottoman law; according to Articles 51 and 55 of the Introductory Law to the Civil Code, acquisition of real rights before the Civil Code's introduction is judged by the law prevailing at the time of the factual circumstances, while their protection is governed by current Civil Code provisions; the Court held that the respondent failed to acquire ownership of the disputed pastureland because the land was not arable and the respondent's continuous possession did not meet the legal requirements for ownership under the cited Ottoman and Greek statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1157 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1157/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τη πληρεξουσία του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Σ. συζ. Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Παντελιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 140/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/12/2011 αίτηση και τους από 11/12/2012 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των επ' αυτής προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, όπως προαναφέρθηκε, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, ορίζεται ότι: "Αι ιδιόκτηται γαίαι είναι τεσσάρων ειδών.
Πρώτο είδος. Τα εντός των χωρίων και κωμών ευρισκόμενα οικόπεδα, ως και τα εις τα άκρα αυτών κείμενα, ως παράρτημα δε των κατοίκων θεωρούμενα γήπεδα, άτινα δεν δύνανται να ώσι περιπλέον του ημίσεος στρέμματος. Δεύτερον είδος. Αι εκ των δημοσίων γαιών χωρισθείσαι γαίαι, αι αδεία του Ιερού νόμου εις την πλήρη κυριότητα τινός υπαχθείσαι, ίνα εξουσιάζωνται κατά τους διαφόρους τρόπους της πλήρους κυριότητας.
Τρίτον είδος υποκείμενοι εις δεκάτην. Τέταρτον είδος. Αι υποκείμενοι εις τον ειδικόν φόρον χαράτζ ...". Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του ίδιου Οθωμανικού Νόμου περί γαιών "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.
και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζΐι - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους, αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν (ιδιώτη) δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293 ή 7-2-1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μόνιμης εγκατάστασης) είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος, ήτοι ότι η γαία αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσεως δημόσια γαία.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου (ΑΠ 995/2012, ΑΠ 385/2012, ΑΠ 1429/2010, ΑΠ 1349/2010).
Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.
τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Φιλιατών Ν.
Θεσπρωτίας και στη θέση "...", εμβαδού 113.108,70 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Κ., ιδιοκτησία Κ. και Δ. Κ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ., με δρόμο πλάτους 10 μέτρων, αφεθέντα κατά τη διανομή του αγροκτήματος "..." Φιλιατών, πέραν δε του δρόμου με ιδιοκτησίες κληρονόμων Χ. Κ., κληρονόμων Λ.
Κ., κληρονόμων Ε. Κ., κληρονόμων Α. Κ., κληρονόμων Χ. Κ. και κληρονόμων Α. Κ.. Το ακίνητο αυτό είχε αγοράσει ο προπροπάππος (παππούς του πατέρα) της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Σ. Δ. Κ. από τov Αλβανό μουσουλμάνο Χ. Χ. Ι. Μ. το έτος 1937, δυνάμει του .../6-5-1937 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Φιλιατών Χρήστου Κωνσταντόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.
Από τον χρόνο της ως άγω αγοράς του επίδικου ακινήτου (έτος 1937) αυτός το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό του, δηλαδή, βόσκοντας τα πρόβατα που είχε "μισιακά" με τις οικογένειες Λ., Ε., Α. και Χ. Κ. μέχρι το έτος 1960, οπότε πώλησε τα πρόβατά του και συνέχισε τις πράξεις νομής με εκμίσθωση του ακινήτου στην οικογένεια Ε.
Κ. για τη βοσκή των προβάτων της μέχρι του θανάτου του, το έτος 1965. Ακολούθως, το ακίνητο αυτό κληρονόμησε από τον παππού του ο πατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Σ. Κ. του Έ., δυνάμει της .../1962 δημόσιας διαθήκης του Συμβολαιογράφου Φιλιατών Απόστολου Μπάκουλη, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία από το Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας κατά τη συνεδρίασή του στις 13-5-1965.
Ο πατέρας της αναιρεσίβλητης αποδέχθηκε την κληρονομιά και υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομιάς, καταβάλλοντος τον αναλογούντα φόρο, χωρίς να προβεί στη σύνταξη πράξεως αποδοχής κληρονομιάς, υπεισήλθε σε αυτήν με την άσκηση πράξεων νομής, με καλή πίστη και πλήρη πεποίθηση ότι είναι αποκλειστικός κύριος, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τρίτους.
Ειδικότερα, αυτός συνέχισε να εκμισθώνει το ακίνητο προς τον Ε. Κ. και αργότερα προς τον Θ. Κ. για την βόσκηση των προβάτων τους. Ακόμη, κατά τα τέλη του έτους 1966 με αρχές του έτους 1967 ο ίδιος ζήτησε και έλαβε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα Φιλιατών, προκειμένου να φυτέψει σε τμήμα του ακινήτου 1.000 δενδρύλια αμυγδαλιάς και για τον λόγο αυτό περιέφραξε την έκταση αυτή με ξύλινους πασσάλους και 5 σειρές συρματόπλεγμα και κατασκεύασε δεξαμενή 8 κυβικών στην εκεί υπάρχουσα πηγή, η οποία αναφερόταν και στο συμβόλαιο του προπροπάππου της αναιρεσίβλητης.
Όμως, η καλλιέργεια των δένδρων αυτών δεν ευδοκίμησε και έτσι όλο το ακίνητο εκμισθώθηκε στον Λ. Κ. το έτος 1970 και στην συνέχεια στον Θ. Κ. για βοσκή των προβάτων τους, ο τελευταίος δε εξακολουθεί να το εκμισθώνει και μέχρι σήμερα είτε ο ίδιος είτε στο όνομα της αδελφής του. Το έτος 1972 (έτος γεννήσεως της αναιρεσίβλητης), ο πατέρας της προέβη σε άτυπη δωρεά του ακινήτου αυτού προς αυτήν και έτσι η αναιρεσίβλητη συνέχισε να νέμεται αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, μέσω του πατέρα της, ο οποίος το διαχειριζόταν, εκμισθώνοντάς το για βοσκή προβάτων, μέχρι την ενηλικίωσή της, οπότε η ίδια συνέχισε να ασκεί όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, όπως εκμίσθωση για βοσκή προβάτων, γενόμενη έτσι κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενόψει της κατά τα άνω ασκήσεως πράξεων νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου για συνεχή χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας στη νομή της και εκείνη των προκτητόρων της εγγυτέρων, απωτέρων και απωτάτων, μεταξύ των οποίων και του πωλήσαντος στον προπροπάππο της Χ.
Χ. Ι. Μ.. Ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του Σ. Δ. Κ., Χ. Χ. Ι. Μ., Αλβανός Μουσουλμάνος, ήταν, κατά τον χρόνο της ανωτέρω μεταβίβασης, κύριος του ακινήτου αυτού, το οποίο ήταν λιβάδι-χορτολιβαδική έκταση κείμενη επί κλιτύων ορέων, καθόσον είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης αυτού κατά την 20-5-1917, αφού το εξουσίαζε και το διακατείχε ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του εκμεταλλευόμενος αυτό ως βοσκότοπο επί δέκα τουλάχιστον χρόνια πριν από το έτος 1915 χωρίς αμφισβήτηση.
Την αναγνώριση αυτή της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του Σ. Δ. Κ., Αλβανού μουσουλμάνου Χ. Χ. Ι. Μ., ως "ελεύθερη γαία" βάσει του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου, νομίμως αποκτηθείσα πριν από το έτος 1913, δέχθηκε και το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο με την 67.174/6-9-1928 Βεβαίωση του Διευθυντή της Ανταλλαγής, η οποία επισυνάφθηκε στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (.../6-5-1937) για το νόμιμο της μεταβίβασης, βεβαιώνει ότι ο Αλβανός αυτός μουσουλμάνος "δεν υπάγεται εις ανταλλαγήν ως Αλβανός, την καταγωγήν και η παρούσα εκδίδεται αυτώ ίνα χρησιμεύση δια την ελευθέραν διάθεσιν της περιουσίας του ανωτέρω μουσουλμάνου ...".
Επί πλέον, κατά την διανομή του έτους 1957 του "... Φιλιατών Θεσπρωτίας" στους κτηματολογικούς πίνακες διανομής, ενώ τα κτήματα που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του τουρκικού κράτους, χαρακτηρίσθηκαν ως "διαθέσιμα" και αργότερα παραχωρήθηκαν σε ακτήμονες, τα οποία και εφάπτονται του επιδίκου, το επίδικο, το οποίο έλαβε αριθμό κτηματολογίου 124, χαρακτηρίσθηκε ως "ιδιοκτησία" και στην στήλη "ιδιοκτήτης" αναγράφεται το όνομα Κ.
Σ. του Δ.. Σημειωτέον ότι, η έκταση της ιδιοκτησίας αυτής με αριθμό 124, έχει εμβαδόν 405 στρεμμάτων και 250 μέτρων, από αυτά δε τα 113.108,70 τ.μ. παραχώρησε με την ανωτέρω διαθήκη ο προπροπάππος της αναιρεσίβλητης στον πατέρα της Σ. Έ. Κ. και τα υπόλοιπα στρέμματα παραχώρησε με την ίδια διαθήκη στον υιό του Ε. Σ. Κ..
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) ο οποίος επαναφέρεται με τον μοναδικό λόγο εφέσεως, ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα βάσει του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συμβάσεως περί Ειρήνης της 1/14-11-1913" σε συνδυασμό με τον ν. 147/1914 κατά τον οποίο η κυριότητα στα λιβάδια δεν ανήκε πλέον στο Τουρκικό δημόσιο αλλά στο Ελληνικό Κράτος, δικαιώματι πολέμου, δεν αποδείχθηκε.
Αντίθετα, το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο τόσο κατά το έτος 1928, εξέδωσε το ανωτέρω έγγραφο περί ελεύθερης διαθέσεως του επίδικου ακινήτου, όσο και κατά το έτος 1957 αναγνώρισε ότι αυτό αποτελεί ιδιοκτησία του Κ. Σ. του Δ., όταν καταρτίσθηκε ο κτηματολογικός πίνακας διανομής του "... Φιλιατών Θεσπρωτίας", το ίδιο δε έπραξε και για όσα ακίνητα είχαν αγοράσει προ του έτους 1945 Έλληνες, όπως ο προπροπάππος της αναιρεσίβλητης και ο πρώην συνορίτης αυτής Σίμος Μάλλιος, ενώ για όσα ακίνητα πέριξ του επιδίκου ανήκαν σε Οθωμανούς που τα εγκατέλειψαν και έφυγαν μέχρι το έτος 1945 τα χαρακτήρισε "διαθέσιμα" και τα μοίρασε στους ακτήμονες με κλήρο.
Επομένως, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επ' αυτού ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους. Εξάλλου, η επίδικη έκταση, η οποία από το τοπογραφικό διάγραμμα του Εθνικού Κτηματολογίου ταυτίζεται με τμήμα της ιδιοκτησίας με αριθμό 124 του κτηματολογικού πίνακα διανομής του έτους 1957 (είναι το κυκλικό σχήμα προς Ανατολάς), έχει λάβει στο Εθνικό Κτηματολόγιο αριθμό ΚΑΕΚ ...
και αναφέρεται ως αποκλειστική του ιδιοκτήτρια η αναιρεσίβλητη, ενώ, όταν μετά την δεύτερη ανάρτηση εμφανίσθηκε στα έγγραφα του Κτηματολογίου η φράση "δικαιώματα δημοσίου" και αυτή υπέβαλε ένσταση, με την οποία ζητούσε την διόρθωση του εμβαδού του κτήματος και την αναγνώριση της πλήρους κυριότητάς της και την μη ύπαρξη δικαιωμάτων του Δημοσίου, αυτή έγινε δεκτή και κατά τα δύο σκέλη αυτής, όπως προκύπτει από την 01/14/5022 απόφαση της σχετικής επιτροπής.
Τέλος, στην 1061/26-3-2007 πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Θεσπρωτίας αναγράφεται ότι η επίδικη ιδιοκτησία αποτελεί τμήμα της 124 ιδιοκτησίας και χαρακτηρίζεται "ως μη δάσος, μη δασική χορτολιβαδική έκταση, ευρισκόμενη επί κλιτύων ορέων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο είχε αγοράσει ο προπροπάππος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από τον Αλβανό μουσουλμάνο Χ. Χ. Ι. Μ. δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου του έτους 1937, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο οποίος ανωτέρω Αλβανός Μουσουλμάνος πωλητής ήταν, κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, κύριος του ακινήτου αυτού, το οποίο ήταν λιβάδι-χορτολιβαδική έκταση κείμενη επί κλιτύων ορέων, καθόσον είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης αυτού κατά την 20-5-1917, γιατί το εξουσίαζε και το διακατείχε ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του εκμεταλλευόμενος αυτό ως βοσκότοπο επί δέκα τουλάχιστον χρόνια πριν από το έτος 1915 χωρίς αμφισβήτηση, ήτοι εκμεταλλευόταν αυτό ως βοσκότοπο και όχι ως κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη γαία, γιατί δεν είχε τέτοια ιδιότητα, και ότι στη συνέχεια τόσο ο απώτατος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, όσο και οι μετέπειτα δικαιόπαροχοί της καθώς και η ίδια ασκούσαν συνεχώς με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής και ότι έτσι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του ακινήτου.
Ακολούθως, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, του άρθρου 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", του ν. 1072/1917, των άρθρων 49 και 50 του ν. 2052/1920, καθώς και των άρθρων 101-104 του κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 εκδοθέντος διατάγματος της 11/12-11-1929, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον έκρινε ότι ο ανωτέρω Αλβανός Μουσουλμάνος απέκτησε το δικαίωμα εξουσίασης στο επίδικο ακίνητο, ενώ αυτό ήταν βοσκότοπος, ήτοι ενώ η επίδικη έκταση δεν ήταν κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη, αφού επρόκειτο για άλλης φύσεως δημόσια γαία.
Επίσης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς και αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης προπροπάππο της Σ.
Δ. Κ., καθώς και από το δικαιοπάροχο του τελευταίου Αλβανό μουσουλμάνο Χ. Χ. Ι. Μ.. Ειδικότερα, το Εφετείο, μολονότι δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν βοσκότοπος και ως βοσκότοπο το εκμεταλλευόταν ο ανωτέρω Αλβανός Μουσουλμάνος, δηλαδή ότι δεν ήταν γαία κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη, εν τούτοις δέχτηκε περαιτέρω ότι αυτός απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης αυτού κατά την 20-5-1917, αν και επρόκειτο για έκταση που δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί και εξουσιάζονταν μόνο με ταπί, και ότι παρά ταύτα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, πρέπει κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 140/2011 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ