Supreme Court dismisses appeal against bank judgment regarding property transfer and debt calculation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision against them and the bank. The appellants argued that the lower court failed to correctly apply substantive law regarding property transfers and miscalculated the debt amount. The court found these arguments baseless, noting the lower court had sufficient legal grounds despite some minor reasoning errors that did not affect the final outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged misapplication of substantive law or lack of legal basis is inadmissible if the lower court's decision rests on sufficient grounds, even if the reasoning contains minor errors that do not alter the result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1156 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1156/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Ε. , κατοίκου ... και 2) Α. Τ. του Σ. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 9-2-2024 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE", πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 833/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2945/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (Ολ.Α.Π. 18/1998).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 14/2022, Α.Π. 1321/2015, A.Π.119/ 2014, Α.Π. 2015/2014).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Α.Π. 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (Α.Π. 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (Α.Π. 28/2017, Α.Π. 778/2015, Α.Π. 1217/2014). Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή και συνεπώς χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση.
Εξάλλου, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (Ολ.Α.Π. 15/2012, Α.Π. 28/2017).
Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (Ολ.Α.Π. 15/2012, ΑΠ 1539/2022, Α.Π. 1001/2007, Α.Π. 651/2008) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (Α.Π. 928/2014).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 Εμπ.Ν., 112 Εισ.Ν.Α.Κ. και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (Α.Π. 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (Α.Π. 621/2016, Α.Π. 28/2017, Α.Π. 1079/2015).
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (Α.Π. 914/2020, Α.Π. 1491/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 8/7/2011 αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων, με την οποία ιστορούσε ότι με την υπ' αριθ. ... /4-6-2007 σύμβαση πίστωσης, χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...
ΑΕ" (τελούσα από 3-8-2009 σε κατάσταση πτώχευσης) πίστωση ποσού 100.000 ευρώ. Ότι την ανωτέρω σύμβαση είχε υπογράψει, ως εγγυητής, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων, ευθυνόμενος απεριορίστως και εις ολόκληρον με την πιστούχο, ως άνω εταιρία. Ότι για την εξυπηρέτηση της άνω πίστωσης τηρήθηκε σχετικός λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε μέχρι τις 10-3-2010, οπότε και έκλεισε οριστικά και γνωστοποιήθηκε το κλείσιμο αυτού στον πρώτο εναγόμενο, με εξώδικη καταγγελία, εμφανίζοντας χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 105.032,38 ευρώ.
Ότι σε βάρος του πρώτου εναγομένου, εγγυητή, εκδόθηκε, κατόπιν αίτησής της, σχετική διαταγή πληρωμής (δεν αναφέρεται τελεσιδικία αυτής), με την οποία της επιδικάστηκε το ανωτέρω ποσό (των 105.032,38 ευρώ), έντοκα (με επιτόκιο υπερημερίας 11,9%) και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από της 11-3-2010 (επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού), μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.
Ότι, πριν το κλείσιμο του λογαριασμού και ενώ αυτός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, ο πρώτος εναγόμενος, με το υπ' αριθ. ... /26-5-2009 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Τίγκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στη θυγατέρα του, δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στην αγωγή δύο (2) ακίνητα.
Ότι η αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 198.461,88 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και στο ποσό των 40.036 ευρώ για το δεύτερο ακίνητο, η, δε, εμπορική αξία αυτών, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν σε 280.000 ευρώ για το πρώτο και σε 30.000 ευρώ για το δεύτερο. Ότι η ανωτέρου εκποιητική δικαιοπραξία έγινε προς σκοπό βλάβης της ενάγουσας, ώστε να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησής της από την άνω σύμβαση πίστωσης, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι, με τη μεταβίβαση των άνω ακινήτων του, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην του απομένουν επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.
Ότι η δεύτερη εναγομένη τελούσε σε γνώση της οφειλής του πρώτου εναγομένου, αλλά και του γεγονότος, ότι ο τελευταίος απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας, σε κάθε, δε, περίπτωση η γνώση αυτής δεν απαιτείται λόγω του χαριστικού χαρακτήρα της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη της προαναφερομένης εκποιητικής δικαιοπραξίας, στο σύνολο της, (ήτοι και για τα δυο ακίνητα), ως καταδολιευτικής.
Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 833/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και απήγγειλε τη μερική διάρρηξη της ως άνω εκποιητικής δικαιοπραξίας, και δη, κατά ποσοστό 38,16% αναφορικά με το πρώτο ακίνητο. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση τόσο η ενάγουσα όσο και οι εναγόμενοι ζητώντας η μεν ενάγουσα να γίνει δεκτή, στο σύνολο της, η ως άνω αγωγή της, οι δε εναγόμενοι να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον τους αγωγή της αντιδίκου τους.
Επί αυτών εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ.2945/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη της ως άνω εκποιητικής δικαιοπραξίας στο σύνολό της (ως προς αμφότερα τα ακίνητα).
Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του Κ.Πολ.Δ. καθώς και 939, 941 και 942 του Α.Κ. απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία. Τούτο διότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της:
α) τα παραγωγικά της απαίτησής της περιστατικά, ήτοι τη σύμβαση πίστωσης την οποία υπέγραψε ως εγγυητής ο πρώτος εναγόμενος, που ήταν γεννημένη κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, ήτοι το χρεωστικό κατάλοιπο της πίστωσης κατά τον ως άνω χρόνο, τα κονδύλια πίστωσης και χρέωσης έως το κλείσιμο του λογαριασμού πριν την άσκηση της αγωγής, β) τη μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων (καθορίζοντας την αξία τους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) από τον πρώτο εναγόμενο προς τη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του γ) την πρόθεση του πρώτου εναγομένου να βλάψει την ενάγουσα, ήτοι τη γνώση του ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών αυτών στοιχείων θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας, δ) τη βλάβη της ενάγουσας, ήτοι την ελάττωση της περιουσίας του πρώτου εναγομένου σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση της ενάγουσας, δηλαδή την αφερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής.
Επομένως, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα περιέλαβε για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, όλα τα απαιτούμενα, κατά τις ως άνω διατάξεις στοιχεία, που αποτελούν προϋποθέσεις για τη διάρρηξη ως καταδολιευτικής της ένδικης απαλλοτρίωσης, μεταξύ των οποίων και την αφερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, ενώ δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και η αναφορά σ' αυτή της εμφανούς περιουσίας του πρώτου εναγόμενου (οφειλέτη), που απέμεινε μετά την απολλοτρίωση καθώς και της αξίας αυτής τόσο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης όσο και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής.
Είναι δε διάφορο το θέμα, αν οι εναγόμενοι αποκρούοντας την αγωγή ισχυριστούν ότι η υπολειπόμενη περιουσία επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που επίσης την είχε κρίνει ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 21 του ν.3994/2011, "αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες".
Πριν την άνω αντικατάστασή της η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 220 ΚΠολΔ δεν περιελάμβανε, μεταξύ των εγγραπτέων πράξεων και την αγωγή διάρρηξης δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής, όταν αφορά ακίνητα και δεν υπήρχε, συνεπώς, υποχρέωση εγγραφής τέτοιων αγωγών στα βιβλία διεκδικήσεων. Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 21 του ν.3994/2011 δεν ορίζει, ρητά, ούτε συνάγεται από το περιεχόμενο της, ότι έχει αναδρομική ισχύ, το αντίθετο, δε, προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 77 του ιδίου νόμου, όπου αναφέρεται ότι, πλην εξαιρέσεων, που αναφέρονται στο νόμο, οι λοιπές διατάξεις ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που, εν προκειμένω, έλαβε χώρα στις 25-7-2011 (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011).
Σύμφωνα, δε, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ.2 του ανωτέρω ν.3994/2011, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, δεν υπάρχει άλλη μεταβατική διάταξη, που να ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ και ορίζει ότι "στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες, όμως, είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο", συνάγεται, ότι αγωγές διάρρηξης, των οποίων είχε λάβει χώρα η διαδικαστική πράξη της κατάθεσης αυτών, προ της ενάρξεως ισχύος του ανωτέρω νόμου, δεν εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν απαιτείται για την παραδεκτή άσκηση της ένδικης αγωγής, που κατατέθηκε στις 13-7-2011, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του ν.3994/2011 (την 25-7-2011) και κρίνεται κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, να έχει λάβει χώρα εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 32/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 658/2019, Α.Π. 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμό ... /4-6-2007 σύμβασης, που καταρτίστηκε στην Αθήνα, μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" (και ήδη "Τράπεζα Eurobank ανώνυμη εταιρία" ως οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω τράπεζας, λόγω διάσπασης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας) και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...
Α.Ε.", χορηγήθηκε από την πρώτη στη δεύτερη πίστωση ποσού 100.000 ευρώ. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων), Σ. Τ. , ανέλαβε, ως εγγυητής, την ευθύνη για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου αυτής, πλέον τόκων και εξόδων, ευθυνόμενος, ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος από το ευεργέτημα διζήσεως και κάθε δικαιώματός του, που απέρρεε από τις διατάξεις των άρθρων 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.
Προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός. Η πιστούχος στην ανωτέρω σύμβαση, αν και έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης, δεν εκπλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα, στις 10-3-2010, να κλείσει οριστικά ο ανωτέρω λογαριασμός, με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 105.032,38 ευρώ.
Το κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού πίστωσης και το χρεωστικό υπόλοιπο γνωστοποιήθηκε τόσο στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια όσο και στον πρώτο εναγόμενο, με την από 12-3-2010 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, η οποία επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 30-3-2010..., ενώ, στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, εκδόθηκε σε βάρος του εγγυητή η με αριθμό ... /2010 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 105.032,38 ευρώ, έντοκα με επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το συμβατικό επιτόκιο (9,4%) κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, ήτοι 11,9% και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από τις 11-3-2010 (επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού και μεταφοράς του καταλοίπου της πίστωσης σε οριστική καθυστέρηση), μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.
Βάσει της άνω διαταγής πληρωμής, η ενάγουσα επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, στις 29-11-2010... την από 24-11-2010 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία τον επέταξε να της καταβάλει: α) ποσό 105.032,38 ευρώ, για επιδικασθέν κεφάλαιο και τούτο, έντοκα, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας 11,9% από την 11-3-2010, μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, β) ποσό 1.785,50 ευρώ, για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, γ) ποσό 20 ευρώ, για σύνταξη της επιταγής και δ) ποσό 35 ευρώ, για δαπάνη επίδοσης της επιταγής.
Κατά της άνω υπ' αριθμ. ... /2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε την από 13-12-2010 και με αριθμό κατάθεσης 219677/14591/2010 ανακοπή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2646/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του.
Κατ' αυτής, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5437/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απερρίφθησαν όλοι οι λόγοι της ανακοπής, που έβαλαν, κατά της απαίτησης (εξεταζόμενοι ως λόγοι έφεσης), εξαφανίστηκε, εν μέρει, η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και ακυρώθηκε, εν μέρει, η υπ' αριθμ. ... /2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον κατά το μέρος, που διέτασσε τον καθού να καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 105.032,38 ευρώ από 11-3-2010, αντί του ορθού από 31-3- 2010.
Επομένως, η ως άνω διαταγή πληρωμής, μετά την τελεσίδικη απόρριψη, ως ουσιαστικά αβάσιμης της άνω ανακοπής, που ασκήθηκε κατ' αυτής, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και προσομοιάζει, κατά τα αποτελέσματά της, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια, ότι δεν μπορεί, πλέον, να αμφισβητηθεί, ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η με αυτή βεβαιουμένη απαίτηση...
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες της δεύτερης των συνεκδικαζομένων εφέσεων (αναιρεσείοντες) αμφισβητούν το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας, ισχυριζόμενοι ότι δεν ανέρχεται, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η εκκαλουμένη, κατά κεφάλαιο στο ποσό των 105.032,38 ευρώ και συνολικά, υπολογιζομένων των δικαστικών εξόδων και των εξόδων σύνταξης και επίδοσης επιταγής, στο ποσό των 106.872,88 ευρώ, αλλά σε μικρότερο ποσό, το οποίο δεν μπορούν να προσδιορίσουν, διότι πρέπει να αφαιρεθούν κονδύλια, που κατά τους ισχυρισμούς τους είναι μη νόμιμα (π.χ.
εισφορά ν. 128/1975), πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμος, αφού το ύψος της ένδικης απαίτησης έχει βεβαιωθεί τελεσίδικα, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ανακοπής κατά της άνω διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, στις 26-5-2009, διαρκούσης της περιόδου, κατά την οποία η πιστούχος έκανε χρήση της ανωτέρω σύμβασης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... /26-5-2009 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ευγενίας Τρίγκα, που μεταγράφηκε, νόμιμα..., μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, προς την δεύτερη εναγόμενη (δεύτερη αναιρεσείουσα), θυγατέρα του, κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και κατά ψιλή κυριότητα του υπολοίπου 1/3 εξ αδιαιρέτου, τα κάτωθι περιγραφόμενα ακίνητα:
Α) Ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 1.056,43 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "... ", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Χώρας του Δήμου ... και στην κτηματική περιφέρεια του ομώνυμου δήμου, τέως Δήμου ... , του νομού Μεσσηνίας, το οποίο έχει πρόσωπο επί της δημοτικής οδού ... και επί δημοτικής οδού...Επί του ανωτέρω οικοπέδου είχαν ανεγερθεί, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως, προ του έτους 1937, διώροφη οικία, επιφανείας 123,11 τ.μ., ισόγεια αποθήκη επιφανείας 18,15 τ.μ..
και ισόγειο εργαστήριο μαρμάρων επιφανείας 92,40 τ.μ. και, στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμό ... /10-04-2001 άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας ... της Νομαρχίας Μεσσηνίας, ανεγέρθηκε, κατά προσθήκη, διώροφο τμήμα, ώστε τα επί του οικοπέδου υπάρχοντα σήμερα κτίσματα είναι: διώροφη οικία, συνολικής επιφανείας 247 τ.μ., αποτελούμενη από ισόγειο όροφο επιφανείας 110 τ.μ.
και πρώτο (Α) πάνω από το ισόγειο όροφο επιφανείας 137 τ.μ. και β) συνεχόμενο ισόγειο κτίσμα (εργαστήριο μαρμάρων, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως και ήδη, σήμερα αποθήκη) 92,40 τ.μ. Β) Ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 276,10 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "... ", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Χώρας του Δήμου ...
και στην κτηματική περιφέρεια του ομώνυμου Δήμου, τέως Δήμου ... , του νομού Μεσσηνίας, το οποίο έχει πρόσωπο επί της δημοτικής οδού ... ... Τα ανωτέρω ακίνητα, εκτιμήθηκαν από τη αρμόδια Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό, το μεν πρώτο στο ποσό των 198.461,88 ευρώ, το δε δεύτερο στο ποσό των 40.036 ευρώ, ήτοι, συνολικά και τα δύο ακίνητα στο ποσό των 238.497,88 ευρώ.
Η εμπορική (αγοραία) αξία των παραπάνω ακίνητων, όπως εκθέτει η ενάγουσα και συνομολογούν οι εναγόμενοι, μη αρνούμενοι την εμπορική αξία αυτών, ανερχόταν, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, για το, μεν, πρώτο στο συνολικό ποσό των 280.000 ευρώ, αναλυόμενο, ειδικώς, για το ισόγειο στο ποσό των 70.000 ευρώ, για το συνεχόμενο ισόγειο στο ποσό των 110.000 ευρώ και για τον πρώτο όροφο στο ποσό των 100.000 ευρώ, για το, δε, δεύτερο στο ποσό των 30.000 ευρώ, ήτοι, συνολικά, στο ποσό των 310.000 ευρώ.
Το πρώτο, δε, των ανωτέρω ακινήτων βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για ποσό 50.000.000 δραχμών, ήδη 146.735,14 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας κατά του πρώτου εναγομένου, εγγραφείσα στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... - Χώρας Μεσσηνίας..., από τις 28-5-2001, δυνάμει της υπ' αριθ. 16733Σ/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας.
Λαμβανομένου, δε, υπόψη του ότι η κατά τα άνω προσημείωση υποθήκης συμφωνήθηκε για ορισμένο ποσό (για 146.735,14 ευρώ), χωρίς περισσότερη εξειδίκευση, το ποσό αυτό θεωρείται ως ανώτατο όριο, δηλαδή περιλαμβάνει κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, εν γένει, οπότε δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1289 ΑΚ , εφόσον είναι καθορισμένο, εν συνόλω, το ποσό μέχρι του οποίου με την εγγραφή της προσημείωσης επιβαρύνεται το ακίνητο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο, που έλαβαν χώρα οι ανωτέρω μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες από τον πρώτο εναγόμενο, αυτός είχε τη ιδιότητα του αυτοφειλέτη, συνεπεία των υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει, ως εγγυητής, στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης και η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της δανείστριας, το γεγονός, δε, ότι οι επίδικες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες έλαβαν χώρα προ του κλεισίματος του εξυπηρετούντος τη σύμβαση λογαριασμού (10-3-2010) δεν ασκεί καμία επιρροή στην κατάφαση της καταδολιευτικής ευθύνης του, ...., καθόσον, κατά το χρόνο, που έλαβαν χώρα οι ανωτέρω δικαιοπραξίες, είχε προκύψει, ήδη, παθητικό υπόλοιπο από τη λειτουργία της σύμβασης πίστωσης σε βάρος της πιστούχου, αλλά και του εγγυητή, το οποίο, ήδη, κατά το χρόνο εκείνο (26-5-2009) ανέρχονταν στο ποσό των 101.711,02 ευρώ, γεγονός, που γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος.
Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως, στα πλαίσια της γενικότερης άρνησης περί συνδρομής των προϋποθέσεων διάρρηξης των επίδικων απαλλοτριώσεων, αφενός ότι ο πρώτος αυτών ήταν φερέγγυος, αφού διέθετε ακίνητη περιουσία αξίας 250.000 ευρώ, η οποία επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, επί της οποίας, μάλιστα, η τελευταία έχει επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης, προς εξασφάλιση της ιδίας ως άνω απαίτησής της, αφετέρου ότι δεν είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, καθόσον μέχρι τις 31-12-2009, ήτοι για επτά (7) μήνες μετά τις ένδικες μεταβιβάσεις, τη διάρρηξη των οποίων ζητεί η ενάγουσα, εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς αυτήν, η, δε, πρωτοφειλέτιδα εταιρία, η οποία έχει, ήδη, τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης, διέθετε επαρκούς αξίας πτωχευτική περιουσία για την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.
Τους ανωτέρω ισχυρισμούς επαναφέρουν οι εναγόμενοι με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της κρινόμενης έφεσής τους, συνδυαστικά εκτιμώμενους, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν κατωτέρω. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει στην κυριότητά του, επιπλέον των ακινήτων, που μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, δύο (2) ακίνητα, ήτοι:
α) την με αριθμό 41 αυτοτελή και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, επιφανείας 264 τ.μ., η οποία αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο αγροτεμάχιο 1,734/00, που βρίσκεται στη θέση Κάτω Σούλι της Κτηματικής Περιφέρειας Μαραθώνα Αττικής και β) το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός ελαιοπεριβόλου, εκτάσεως τεσσάρων (4) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "... " της κτηματικής περιφέρειας Χώρας του Δήμου ...
του νομού Μεσσηνίας. Επί των ακινήτων αυτών, η ενάγουσα έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης για συνολικό ποσό 121.000 ευρώ, με βάση την ανωτέρω υπ' αριθμ. ... /2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης, από τα δυο αυτά ακίνητα η ενάγουσα έχει κατάσχει αναγκαστικώς το πρώτο ακίνητο, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... /23-3-2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Μ. , για ικανοποίηση της ένδικης απαίτησής της από την ανωτέρω υπ' αριθμ. ... /2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αξία του πρώτου των άνω ακινήτων έχει εκτιμηθεί από τον άνω δικαστικό επιμελητή στο ποσό των 5.700 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στο ποσό των 3.800 ευρώ, χωρίς ο πρώτος εναγόμενος να αιτηθεί την διόρθωση της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης.
Η, δε, ενάγουσα, με τις έγγραφες προτάσεις της προσδιορίζει ότι η εμπορική αξία του άνω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, όπως προκύπτει και από αναρτημένα συγκριτικά στοιχεία στο διαδίκτυο με ημερομηνία 22-10-2013. Μεγαλύτερη εμπορική αξία του ακινήτου αυτού, κατά το χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, δεν αποδεικνύεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, ούτε από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα των εναγομένων, ο οποίος αναβιβάζει την αξία αυτού σε 250.000 ευρώ, χωρίς να έχει ιδία αντίληψη του ακινήτου, αλλά εκτιμώντας αυτήν από συζητήσεις, που είχε με τον πρώτο εναγόμενο.
Η εκπλειστηρίαση του ακινήτου αυτού είχε οριστεί, αρχικώς, να διεξαχθεί στις 20-7-2011, αλλά δεν διεξήχθη, λόγω αναστολής του πλειστηριασμού, δυνάμει του ν.3986/2011. Ακολούθως, η ενάγουσα επέσπευσε εκ νέου την εκπλειστηρίαση του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1633/21-7-2011 Α' επαναληπτικής έκθεσης κατάσχεσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή και ο πλειστηριασμός προσδιορίστηκε για τις 25-1-2012, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έγινε η εκπλειστηρίαση αυτού, ούτε ότι έλαβε χώρα επανάληψη του πλειστηριασμού.
Όσον αφορά το δεύτερο ως άνω ακίνητο, η εμπορική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από αναρτημένα συγκριτικά στοιχεία στο διαδίκτυο με ημερομηνία 22-10-2013. Μεγαλύτερη εμπορική αξία αυτού κατά το χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων και το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν αποδεικνύεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι.
Πέραν των ανωτέρω ακινήτων, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία, κινητά ή ακίνητα. Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, ο πρώτος εναγόμενος δεν διέθετε άλλη περιουσία, πέραν των ένδικων ακινήτων, που μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη και των προπεριγραφομένων δύο ακινήτων, των οποίων η εμπορική αξία ανέρχεται στα ποσά των 15.000 ευρώ και 4.000 ευρώ, αντίστοιχα και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων, που επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης, ότι πρώτος αυτών διαθέτει και άλλη περιουσία, συνολικού ύψους 250.000 ευρώ, που επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες εκποιητικές δικαιοπραξίες έγιναν με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και συγκεκριμένα, με σκοπό να αποστερηθεί αυτή τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί από τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος είχε, κατά το χρόνο των ανωτέρω ένδικων μεταβιβάσεων, θετική γνώση, ότι με τις ένδικες απαλλοτριώσεις θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας και ειδικότερα ότι δεν θα είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία ικανά, ώστε να εξοφλήσει την απαίτηση της ενάγουσας, δεδομένου ότι η αξία των ακινήτων, που παρέμειναν στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου (15.000 ευρώ + 4.000 ευρώ) υπολείπεται κατά πολύ της απαίτησης της ενάγουσας.
Το γεγονός, δε, ότι οι ένδικες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες έλαβαν χώρα πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας και συγκεκριμένα, πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, ως προελέχθη, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κατάφαση της καταδολιευτικής ευθύνης του. Επιπροσθέτως, ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων, είχε γνώση ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρία, της οποίας ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και ως εκ της θέσεως του αυτής είχε θετική γνώση περί της ακριβούς οικονομικής κατάστασης αυτής, θα αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τον προαναφερθέντα αλληλόχρεο λογαριασμό, με συνέπεια να κληθεί, ακολούθως, ο ίδιος ως εγγυητής να ικανοποιήσει την ενάγουσα.
Συγκεκριμένα, ήδη, από τις αρχές του έτους 2009 η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ... ΑΕ" αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με συνέπεια να αιτηθεί να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, με την από 27-4-2009 αίτησή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, με την υπ' αριθμ. 747/2009 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και ορίστηκε ημέρα παύσης πληρωμών η 24η-7-2009, ενόψει του ύψους των χρεών αυτής προς τρίτους, καθόσον οι καταστάσεις των ταμειακών της ροών παρουσίαζαν αρνητικό υπόλοιπο ύψους 1.047.334,76 ευρώ, το οποίο το Δεκέμβριο του έτους 2009 θα ανερχόταν στο αρνητικό υπόλοιπο των 2.161.482,81 ευρώ, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της άνω δικαστικής απόφασης.
Ο ειδικότερος ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο πρώτος αυτών δεν είχε δόλο, κατά την κατάρτιση των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, επειδή συνέχισε να προβαίνει σε καταβολές προς εξόφληση της απαίτησης της ενάγουσας, με τελευταία καταβολή στις 31-12-2009, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των επτά (7) μηνών, αφότου καταρτίστηκαν οι ένδικες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο δόλος καταδολίευσης, κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ συνίσταται, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αποκλειστικά, στη γνώση της ανεπάρκειας της υπόλοιπης περιουσίας του να ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας, καθώς και στη γνώση ότι έχει οφειλές έναντι της ενάγουσας.
Η, δε, γνώση του, σχετικά με το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας, πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, το ακριβές, δε, ύψος αυτής (οφειλής) ήταν, τουλάχιστον, για το οφειλόμενο κεφάλαιο ανερχόμενο, κατά το χρόνο κατάρτισης των ένδικων δικαιοπραξιών, στο ποσό των 101.711,02 ευρώ, γνωστό σ' αυτόν, λόγω της ιδιότητός του από την αναλυτική κατάσταση της κίνησης του ανωτέρω λογαριασμού, αντίγραφο της οποίας είχε κοινοποιηθεί στην ως άνω εταιρία στις 19-5-2009...
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος είχε θετική γνώση, ως προελέγχθη, της επικείμενης πλήρους αδυναμίας της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τρίτους και του γεγονότος ότι αυτή επρόκειτο να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και επομένως, είχε γνώση ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρία έως τα τέλη του έτους 2009 δεν θα είχε τη οικονομική, αλλά και νομική (λόγω της πτώχευσης) δυνατότητα, να προβαίνει σε καταβολές για την εξυπηρέτηση του εν λόγω λογαριασμού, ενώ ο ίδιος δεν διέθετε άλλους οικονομικούς πόρους, ώστε να συνεχίσει τις καταβολές προς την ενάγουσα.
Σημειώνεται, επίσης, ότι η πρόθεση βλάβης του δανειστή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίησή του, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία, που συντρέχουν, αποκλειστικά και μόνον στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών και συνεπώς, είναι αδιάφορο, εάν ο πρωτοφειλέτης ήταν φερέγγυος και είχε περιουσία, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε ούτε το γεγονός αυτό, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους, δεδομένου ότι η πρωτοφειλέτιδα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΉ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...
ΑΕ", στις 27-4-2009, ήτοι μόλις ένα μήνα πριν τις ένδικες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, είχε υποβάλλει αίτηση πτώχευσης, η, δε, πτωχευτική περιουσία της δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, καθόσον οι απαιτήσεις κατά της άνω εταιρίας ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.205.000 ευρώ, ...ώστε να παρίσταται εντελώς αδύνατη η ικανοποίηση της ενάγουσας απ' αυτήν.
Επιπροσθέτως, ο πρώτος εναγόμενος βαρύνεται με υπέρογκα χρέη, αφού, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, όφειλε το ποσό των 2.105.000 ευρώ από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατά το έτος 2009... και ως εκ τούτου είχε γνώση της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της ενάγουσας καθώς και της συνακόλουθης ανεπάρκειας της εναπομείνασας περιουσίας του, κατά το χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων.
Εξάλλου, ο σκοπός καταδολίευσης δεν αναιρείται από την βούληση του πρώτου εναγομένου προς εκπλήρωση του ηθικού καθήκοντος αυτού προς τη θυγατέρα του, δεύτερη εναγόμενη, αφού, όπως σημειώθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εκπλήρωση ιδιαίτερου καθήκοντος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη βλάβη των δανειστών ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών.
Αυτός, που προβαίνει σε δωρεές, πρέπει να μεταβιβάζει το ενεργητικό της περιουσίας του, δηλαδή, από εκείνο, που απομένει μετά την αφαίρεση των χρεών του και την εκπλήρωση των προς τρίτους υποχρεώσεών του, διαφορετικά αυτές υπόκεινται σε διάρρηξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 945 του ΑΚ, διότι σε διαφορετική περίπτωση, αν ήταν επιτρεπτές, κατά νόμο, θα μπορούσε να προβαίνει σε γονικές παροχές με χρήματα των δανειστών του.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο σκοπός του πρώτου εναγόμενου ήταν η βλάβη της δανείστριας τράπεζας, αφού επεδίωκε να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσης της τελευταίας, την οποία και πράγματι ματαίωσε, καθόσον τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά του στοιχεία ήταν απαραίτητα, προκειμένου να μπορέσει να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής της από τη σύμβαση πίστωσης.
Περαιτέρω, οι ένδικες δικαιοπραξίες θεωρούνται, ως χαριστικές και επομένως, δεν απαιτείται να έχει γνώση η δεύτερη εναγόμενη, ως αποκτώσα, του δόλου καταδολίευσης του πρώτου εναγόμενου, κατ' άρθρο 942 ΑΚ. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ήχθη στην ίδια κρίση και απέρριψε, ως αβασίμους τους άνω ισχυρισμούς των εναγομένων, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των σχετικών λόγων έφεσης, ως ουσιαστικά αβασίμων.
Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε η συνδρομή όλων των κατά νόμο προϋποθέσεων, δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει τη διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριώσεων, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτησή της (κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα), που επιδικάστηκε με την υπ' αριθμ.... /2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...
που αφορούν (εννοείται οι απαλλοτριώσεις) ακίνητα συνολικής εμπορικής αξίας 310.000 ευρώ και μάλιστα, στο σύνολο τους, διότι η διάρρηξη, μόνον, της πρώτης αυτών και δη, κατά μέρος, μόνον, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της, λαμβανομένων υπόψη: α) του ύψους της οφειλής (ανερχομένη, κατά κεφάλαιο στο ποσό των 105.032,28 ευρώ και τούτο, έντοκα, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας 11,9% από 31-3-2010 μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, το οποίο μαζί με τους τόκους, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έχει αυξηθεί και κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης των κρινόμενων εφέσεων ανέρχεται στο ποσό των 262.824,48 ευρώ, βαίνει, δε, συνεχώς αυξανόμενη, λόγω των τόκων υπερημερίας, αφού δεν έχει εξοφληθεί, β) τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα και τα έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας, που θα ακολουθήσει, γ) το υφιστάμενο βάρος επί του πρώτου ακινήτου, ήτοι εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για ποσό 146.735,14 ευρώ, δ) το γεγονός ότι, κατά τον πλειστηριασμό, είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την εμπορική αξία των ακινήτων και ε) το γεγονός ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού η τιμή της πρώτης προσφοράς θα είναι στα 2/3 της εμπορικής αξίας των ακινήτων, όπως αυτή θα προσδιοριστεί, κατά το χρόνο της κατάσχεσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ότι, για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, την οποία καθόρισε στο ποσό των 106.872,88 ευρώ (υπολογίζοντας ποσό 105.032,38 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 1.785,50 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 20 ευρώ για σύνταξη της επιταγής και 35 ευρώ για δαπάνη επιδόσεως της επιταγής), χωρίς να λάβει υπόψη του ότι η απαίτηση ήταν έντοκη, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, όπως, ρητά, αναφέρεται στην υπ' αριθμ. ... /2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και στην κρινόμενη αγωγή και το συνεχώς αυξανόμενο ποσό των τόκων, λόγω μη ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας, αρκεί η εν μέρει διάρρηξη, κατά ποσοστό 38,16% εξ αδιαιρέτου, της μεταβίβασης μόνο του πρώτου ακινήτου, ήτοι ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1.056,43 τ.μ., κείμενου στη θέση "... ", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Χώρας του Δήμου ...
Μεσσηνίας, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, που έχουν ανεγερθεί, εμπορικής αξίας 280.000 ευρώ, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το μοναδικό λόγο έφεσης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και είχε απαγγείλει την εν μέρει διάρρηξη της επίμαχης δικαιοπραξίας και δη κατά ποσοστό 38,16% εξ αδιαιρέτου του πρώτου μόνο από τα μεταβιβασθέντα ακίνητα, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε τη διάρρηξη της επίμαχης δικαιοπραξίας στο σύνολό της.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας στο σύνολό της, ως καταδολιευτικής, αφού υφίστατο γεννημένη απαίτηση της αναιρεσίβητης (ενάγουσας), κατά το χρόνο κατάρτισής της, κατά του πρώτου αναιρεσείοντος (πρώτου εναγομένου) και ο τελευταίος ενήργησε προς βλάβη της, γνωρίζοντας ότι η εναπομείνασα περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) κατά το χρόνο που ο πρώτος αναιρεσείων (πρώτος εναγόμενος) μεταβίβασε προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη) τα επίμαχα ακίνητα, λόγω γονικής παροχής, που αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, είχαν συντελεστεί τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, αφού από τη λειτουργία της καταρτισθείσας σύμβασης πίστωσης μεταξύ της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και της πιστούχου εταιρείας, την οποία ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε ως εγγυητής, είχε προκύψει παθητικό υπόλοιπο από τη λειτουργία της σύμβασης πίστωσης ανερχόμενο στο ποσό των 101.711,02 ευρώ, κατά τη συζήτηση δε της αγωγής η απαίτηση αυτή της αναιρεσίβλητης είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, β) ο πρώτος αναιρεσείων ενήργησε με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, αφού γνώριζε το ύψος του λογαριασμού της πίστωσης και ότι με την απαλλοτρίωση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας.
Περαιτέρω, υπό τις προεκτεκθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, τραπεζικής εταιρείας και της πιστούχου εταιρείας καταρτίσθηκε, το έτος 2007, σύμβαση δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε από την πρώτη στη δεύτερη πίστωση ποσού 100.000 ευρώ, στην οποία υπέγραψε ως εγγυητής ο πρώτος αναιρεσείων - πρώτος εναγόμενος, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, προς εξυπηρέτηση δε της ως άνω σύμβασης πίστωσης τηρήθηκε σχετικός λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε οριστικά στις 10-3-2010, ήτοι πριν την άσκηση της αγωγής, με χρεωστικό υπόλοιπο 105.032,38 ευρώ.
β) Ότι ο πρώτος εναγόμενος στις 26-5-2009, καθ' ο χρόνο δηλαδή ήταν γεννημένη η απαίτηση της ενάγουσας μεταβίβασε με συμβόλαιο γονικής παροχής προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα - δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του, δύο ακίνητα συνολικής εμπορικής αξίας, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, 310.000 ευρώ. γ) Ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, γνώριζε το ύψος της οφειλής αυτής προς την τράπεζα και ενήργησε την ως άνω μεταβίβαση εν γνώσει του προς βλάβη αυτής, καθόσον γνώριζε ότι η εναπομείνασα περιουσία του, συνολικής εμπορικής αξίας 19.000 ευρώ, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, δηλαδή η αφερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου, συνέτρεχε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ενώ τέτοια πρόθεση βλάβης δεν απαιτείται στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης λόγω του χαριστικού χαρακτήρα (γονική παροχή) της ως άνω μεταβίβασης.
δ) Ότι η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριώσεων στο σύνολό τους, ήτοι των δύο ακινήτων συνολικής εμπορικής αξίας 310.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται μόνο κατά κεφάλαιο στο ποσό των 105.032,28 ευρώ και τούτο έντοκα, με συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας 11,9% από 31-3-2010 μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, το οποίο μαζί με τους τόκους και τα λοιπά έξοδα αυξήθηκε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (στις 7-5-2015) και λαμβάνοντας επίσης υπόψη και το υφιστάμενο βάρος, εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, επί του πρώτου ακινήτου για ποσό 146.735,16 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας επαρκείς αιτιολογίες, αν και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, ήτοι εκθέτοντας την αύξηση της αξίας της απαίτησης της ενάγουσας κατά το χρόνο της συζήτησης των εφέσεων των διαδίκων και όχι αυτό της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η οποία, όμως, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, αφού, λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές ως άνω περιστάσεις, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9/10/2019 αίτηση του Σ. Τ. και Α. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2945/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ