Legislator Case Law & Legislation
1156/2023 AI generated

Supreme Court dismissed hotel company's appeal on procedural grounds despite valid arguments regarding evidence and document distortion.

Case Number 1156/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the hotel company's appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the procedural grounds raised were insufficient to overturn the lower court's judgment. Although the appellant argued that the Second Instance Court failed to consider attendance records and distorted employment documents without proof, the Supreme Court found these arguments did not meet the strict requirements for a successful cassation. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to bear the legal costs of the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and mere failure to consider evidence or document distortion without meeting specific statutory criteria does not constitute a valid ground for cassation.

Keywords

AI generated
cassation appeal substantive law violation procedural error evidence admissibility legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556 paragraph 1, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1156 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1156/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Ξ. & Τ. Ε. Α.-Ε. ξενοδοχείων-Υ. Ε. Τ. και Σ. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Δ. του Κ. και 2) Π. Σ. του Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Πίγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 35/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 217/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11.12.2020 με αριθμό καταθ. 3/15.1.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 217/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων ήτοι α) της από 26.3.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ.126/26.3.2018) εφέσεως των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) της από 2.10.2018 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 134/28.3.2018) εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Ξ. Κ. Τ. Ε. Α. - Ε. ξενοδοχείων - Υ. Ε. Τ. και Σ. Ε." κατά της εκδοθείσας την 26.1.2018 υπ' αριθμ. 35/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία κατά την επικουρική της βάση η από 10.11.2015 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 130/2016, 58/2015, 1420/2013). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2019, 295/2017, 247/2014, 1481/2013).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθ. 14 της Αιβ/11261 της 14-12-1981/8-2-1982, αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Α.Ν 2520/1940 και Π.Δ 544/1977 και ισχύει μέχρι τις 23-9-1983, αλλά και κατά το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία αντικατέστησε την πρώτη απόφαση και ισχύει έκτοτε, όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων-ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο κάτοχος του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και να υποβάλλονται σε επανεξέταση και θεωρούν το εν λόγω βιβλιάριο μετά πάροδο έτους από την ημερομηνία εκδόσεως του ή την τελευταία θεώρηση του νωρίτερα αν αυτό κριθεί από την αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία απαραίτητο.

Η γενόμενη σύμβαση εργασίας μεταξύ του εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας ή που είναι εφοδιασμένος αλλά παρέλειψε να το θεωρήσει, είναι άκυρη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις (ΑΠ 904/2004). Η ως άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 904/2004).

Συνεπώς στην περίπτωση της ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εξαιτίας της έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ο εργαζόμενος διατελεί σε απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον εργοδότη του και δικαιούται να αξιώσει από αυτόν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904), την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 771/2017).

Εξ άλλου, από την αναλογική εφαρμογή των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από τον μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόληση του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 18/2011).

Όμως η πρόσθετη αμοιβή δεν οφείλεται αν έχει συμφωνηθεί (άρθ. 361 ΑΚ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή ή η τελευταία να καλύπτεται από τον μισθό της κύριας απασχόλησής του (ΟλΑΠ 861/1984, ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 18/2011).

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.Α.Π. 62/1990, 56/1990).

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/2001).

Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθ' εαυτήν ειδική περίσταση αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη .

Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως (Ολ.

ΑΠ 5/2011, ΑΠ 543/2019, 909/2017,1103/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα λειτουργεί στο κέντρο της ...ς ξενοδοχείο με την επωνυμία "Β." επί της οδού ....

Στα πλαίσια της λειτουργίας του Ξενοδοχείου που διατηρεί, προσέλαβε τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστούν σε αυτό ως καμαριέρες, την 3.4.2006 την πρώτη και την 1.7.2004 την δεύτερη. Στη θέση αυτή οι ενάγουσες απασχολήθηκαν με πλήρη απασχόληση συνεχώς, μέχρι την 16.7.2013 η πρώτη και μέχρι 15.5.2014 η δεύτερη, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις τους και τις απέλυσε.

Όπως είχε ρητά συμφωνηθεί, οι ενάγουσες θα εργάζονταν κατά το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας που ισχύει για όλους τους εργαζομένους στα ξενοδοχεία, επί οκτώ ώρες την ημέρα και σαράντα ώρες την εβδομάδα, ενώ σύμφωνα με την σύμβαση εργασίας τους, θα τους καταβάλλονταν αποδοχές σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα σύμφωνα με την συλλογική σύμβαση εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ τους να παρέχουν την εργασία τους επί πενθήμερο και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, με την αμοιβή που προβλέπεται στις οικείες συμβάσεις εργασίας του κλάδου των ξενοδοχοϋπαλλήλων και με αντικείμενο εργασίας το προβλεπόμενο για την ειδικότητά τους. Οι ανωτέρω ενάγουσες καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης τους, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εφοδιασμένες με το αναγκαίο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη βιβλιάριο υγείας και επομένως η σύμβαση εργασίας τους πάσχει από ακυρότητα και επομένως η στηριζομένη στην ως άνω σύμβαση κύρια βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας από το έτος 2006 για την πρώτη και μέχρι την 16.7.2013, όπου απολύθηκε και από το έτος 2004 η δεύτερη έως την 15.5.2014 που απολύθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες, κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους απασχόλησης στην επιχείρηση της εναγομένης, εκτελούσαν καθημερινά εργασίες λαντζιέρας, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, για χρονικό διάστημα δύο (2) ωρών ημερησίως, γεγονός το οποίο συνομολογεί η εναγομένη. Συγκεκριμένα κάθε ημέρα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, αλλά και Σάββατο ή Κυριακή, οι ενάγουσες, αφού περάτωναν την εργασία τους στα δωμάτια του ξενοδοχείου, σύμφωνα με το αναρτημένο πρόγραμμα εργασίας τους, μετέβαιναν στο μπαρ ή την κουζίνα του ξενοδοχείου, όπου εκτελούσαν εργασίες λαντζιέρας, δηλαδή συγκέντρωση των σερβίτσιων, ξέπλυμα και τοποθέτηση στο πλυντήριο των σερβίτσιων του ξενοδοχείου, βγάλσιμο και επανατοποθέτηση, τα οποία έφερναν μετά την καθαριότητα και στρώσιμο των δωματίων, καθώς και των σερβίτσιων από τους πελάτες στο μπαρ και την καφετέρια του ξενοδοχείου.

Η εργασία της λαντζιέρας σε καμία περίπτωση δεν ήταν σχετική με την εργασία της καμαριέρας, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή τους, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπεται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός.

Η απασχόληση αυτή ήταν καθημερινή και διαρκούσε τουλάχιστον δύο ώρες εντός του νομίμου ωραρίου τους, δεν αποδείχθηκε δε ότι υπήρξε συμφωνία με την εναγομένη, είτε κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας τους, είτε μεταγενέστερα, να εκτελούν χρέη λαντζιέρας, λαμβάνοντας πρόσθετη αμοιβή, ήτοι αμοιβή που θα κατέβαλε η εναγομένη για την εργασία μισθωτού με την ειδικότητα της λαντζιέρας και με τις ίδιες προϋποθέσεις εργασίας, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες γνώριζαν και συμφώνησαν σε αυτό, ότι δηλαδή μαζί με τα καθήκοντα της καμαριέρας, για τα οποία και προσλήφθηκαν, θα εκτελούσαν και καθήκοντα λαντζιέρας, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται.

Άλλωστε εάν υπήρξε τέτοια συμφωνία, είτε στην αρχή της πρόσληψή τους, είτε μεταγενέστερα, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται, για ποιο λόγο δεν περιελήφθη αυτός (όρος) στις έγγραφες συμβάσεις που συνήψε με τις ενάγουσες, προκειμένου να διασφαλίσει τις ενδεχόμενες αξιώσεις των εναγουσών. Οι ενάγουσες δεν εργάζονταν μόνο ως καμαριέρες, αλλά πραγματοποιούσαν παράλληλα με την κύρια εργασία τους, σταθερά και μόνιμα και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα που εργάστηκαν, πρόσθετη εργασία λαντζιέρας των σερβίτσιων των ενοίκων και πελατών του ξενοδοχείου της εναγομένης, διαρκείας δύο (2) ωρών ημερησίως, η παροχή της οποίας δεν είχε ρητά συμφωνηθεί και ούτε συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντά τους ως καμαριέρων και επομένως δικαιούνται για την εργασία αυτή πρόσθετη αμοιβή και ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στις ενάγουσες το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ήτοι την αμοιβή της λαντζιέρας που προβλέπεται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του κλάδου των ξενοδοχοϋπαλλήλων, χωρίς την αναγνώριση προϋπηρεσίας και χωρίς προσωποπαγή επιδόματα. ...

Συνεπώς για την πρόσθετη εργασία λαντζιέρας που παρείχε η πρώτη ενάγουσα από 1.1.2010 έως 16.7.2013 δικαιούται το ποσό των 11.251,75 ευρώ, ποσό το οποίο η εναγομένη όφειλε να καταβάλει σε άλλο εργαζόμενο δυνάμει έγκυρης σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας και κατά το οποίο ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία η εναγομένη με ζημία της πρώτης ενάγουσας....

Επίσης για την πρόσθετη εργασία λαντζιέρας που παρείχε η δεύτερη ενάγουσα από 1.1.2010 έως 16.7.2013 δικαιούται το ποσό των 14.118,75 ευρώ, ποσό το οποίο η εναγομένη όφειλε να καταβάλει σε άλλο εργαζόμενο δυνάμει έγκυρης σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας και κατά το οποίο ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία η εναγομένη με ζημία της δεύτερης ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγουσες απασχολούνταν στην εναγομένη για 20 ημέρες κάθε μήνα και όχι 25 ημέρες πηγάζει από εσφαλμένα δεδομένα καθ' όσον οι εργαζόμενοι με πενθήμερη απασχόληση (Δευτέρα - Παρασκευή) πραγματοποιούν 25 ημερομίσθια το μήνα, άσχετα με το πόσες εργάσιμες ημέρες περιλαμβάνει ο μήνας, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της που αποτελεί και λόγο έφεσης".

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων των εναγουσών, για το λόγο ότι αδράνησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθ' όσον μόνο η πάροδος κάποιου χρονικού διαστήματος από τη γέννηση ως την επιδίωξη των αξιώσεων των εναγουσών ότι δικαιούνται αμοιβής για πρόσθετη εργασία, δεν είναι στοιχείο επαρκές για τη θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού, όπως η εύλογη πεποίθηση που δημιουργήθηκε και η ανατροπή κατάστασης που διαμορφώθηκε, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική βάση της η αγωγή των εναγουσών, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην 1η ενάγουσα το ποσόν των 11.251,75 ευρώ και στη 2η ενάγουσα το ποσόν των 14.118 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653, 659 ΑΚ, και 281 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων. Τούτο δε διότι οι διαλαμβανόμενες σ' αυτήν σαφείς παραδοχές: α) ότι οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους απασχόλησης στην επιχείρηση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, εκτελούσαν καθημερινά εργασίες λαντζιέρας, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, για χρονικό διάστημα δύο (2) ωρών ημερησίως, β) ότι κάθε ημέρα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, αφού περάτωναν την εργασία τους, ως καμαριέρες, στα δωμάτια του ξενοδοχείου, σύμφωνα με το αναρτημένο πρόγραμμα εργασίας τους, μετέβαιναν στο μπαρ ή την κουζίνα του ξενοδοχείου, όπου εκτελούσαν εργασίες λαντζιέρας, δηλαδή συγκέντρωση των σερβίτσιων, ξέπλυμα και τοποθέτηση στο πλυντήριο, βγάλσιμο και επανατοποθέτηση, γ) ότι η εργασία της λαντζιέρας δεν ήταν σχετική με την εργασία της καμαριέρας, η παροχή αυτής δεν είχε ρητά συμφωνηθεί, δεν συμπεριλαμβανόταν και δεν ήταν συναφής με τα καθήκοντά τους ως καμαριέρες, είχε δε το χαρακτήρα πρόσθετης εργασίας για την οποία δικαιούνται αμοιβή και δ) ότι στην έγγραφη σύμβαση εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και όπου καθορίζονταν οι συνθήκες εργασίας και αμοιβής των εναγουσών, ουδόλως περιλήφθηκε ειδικότερος όρος για την παροχή πρόσθετης εργασίας ούτε συμφωνήθηκε για την εργασία αυτή ιδιαίτερη αμοιβή ούτε ότι θα εκτελείται χωρίς αμοιβή, καταφάσκουν τη βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης ότι η εκ μέρους των εναγουσών παροχή εργασίας λαντζιέρας κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης, κατά το άρθρο 659 Α.Κ., εργασίας και ότι συνακόλουθα αυτές δικαιούνται την οριζόμενη με την ίδια διάταξη αμοιβή.

Ούτω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πρόσθετης εργασίας, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η εργασία της λαντζιέρας που παρείχαν οι αναιρεσίβλητες στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας πέραν της εργασιακής τους απασχόλησης ως καμαριέρες, εμπίπτει στην έννοια της πρόσθετης κατ' άρθρο 659 ΑΚ εργασίας και δικαιούνται αμοιβής.

Επιπλέον, η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, καθ' όσον η πάροδος αρκετού χρονικού διαστήματος για προβολή αυτής δεν δικαιολογεί την πεποίθηση της μη προβολής της.

Κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου σχετικοί πρώτος κατά το οικείο σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξ άλλου, ο δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας στο ως άνω ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα του σχετικού ισχυρισμού.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος του με το οποίο η τελευταία παραπονέθηκε ειδικώς για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών για το νόμω και ουσία αβάσιμο της αιτούμενης αμοιβής για πρόσθετη εργασία λόγω παρόδου αρκετού διαστήματος από τη λύση των μεταξύ τους συμβάσεων καθώς και ότι οι ενάγουσες δεν προσέφεραν πρόσθετη εργασία αλλά αν ήθελε γίνει αυτό δεκτό, προσέφεραν την εργασία της λαντζιέρας για 1 ώρα και όχι 2 ώρες ημερησίως επί 20 με 22 ημέρες το μήνα και όχι 25 ημέρες το μήνα.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος και συνεπώς αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον άνω ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως και τον απέρριψε ως μη νόμιμο αφού η πάροδος αρκετού χρονικού διαστήματος δεν δικαιολογεί την πεποίθηση περί μη προβολής της και επιπλέον οι λοιπές αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς σχετικά με το κεφάλαιο της πρόσθετης εργασίας.

Επίσης με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του προβάλλει η αναιρεσείουσα την αιτίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι υπήρξε ομολογία εκ μέρους της ότι οι αναιρεσίβλητες εκτελούσαν καθημερινά εργασία λαντζιέρας για χρονικό διάστημα 2 ωρών ημερησίως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον, κατ' άρθρο 261ΚΠολΔ, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής ή μη ομολογίας, είναι ανέλεγκτη, διότι ανάγεται στην ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 13/2007, 305/2009).

Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ' αυτό ο διάδικος (ΑΠ 1199/2018, 899/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο κατά το οικείο σκέλος του λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των Δελτίων Παρουσίας, τα οποία είχαν προσκομίσει οι διάδικοι ενώπιόν του, τα οποία αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητες προσέφεραν την εργασία της λαντζιέρας για 1 ώρα και όχι 2 ώρες ημερησίως επί 20 με 22 ημέρες το μήνα και όχι 25 ημέρες το μήνα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο κατά το οικείο σκέλος της και έκτο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τα Δελτία Παρουσίας των αναιρεσιβλήτων και β) τις ένορκες βεβαιώσεις των:

Α. Κ., Ε. Κ., Σ. Μ., Χ. Σ. και Μ. Μ., σχετικά με την πρόσθετη εργασία των αναιρεσιβλήτων. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του "και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ' επικλήσεως" και από την ειδική μνεία των ενόρκων βεβαιώσεων σε συνδυασμό προς τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 31/2019, 1241/2019, 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 625/2018, 45/2014, 259/2007).

Με τους τρίτο και πέμπτο κατά το οικείο σκέλος της λόγους της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α) ότι ...Σε κάθε δε περίπτωση οι ενάγουσες είχαν διαμαρτυρηθεί στην οικεία επαγγελματική οργάνωση της οποίας τύγχαναν μέλη...

και β) ότι δικαιούνται αμοιβή για 25 ημέρες το μήνα και για 12 μήνες. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, αφού έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), τα οποία δεν είναι ανάγκη να αξιολογεί το κάθε ένα από αυτά, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό πόρισμα.

Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της Προέδρου του Τμήματος, Μαριάνθης Παγουτέλη, Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τους εξής λόγους:

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Δικαστική ομολογία, δηλαδή, συνιστά η παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 450/2019, ΑΠ 1711/2008).

Η κατά τα παραπάνω δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ (ΑΠ 103/2022, ΑΠ 336/2020, ΑΓΙ 1025/2019).

Αναίρεση δε, χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του αλλά και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία (ΟλΑΠ 498/1978, ΑΠ 719/2020, ΑΠ 365/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησής της, και κατά το οικείο σκέλος του, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε, στην από το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι δέχθηκε εσφαλμένα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αυτή (αναιρεσείουσα) συνομολόγησε ρητά ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εκτελούσαν καθημερινά εργασία ως λαντζιέρες για χρονικό διάστημα 2 ωρών ημερησίως επί 25 ημέρες τον μήνα, ενώ ουδεμία τέτοια ρητή ομολογία υπήρξε από μέρους της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή ενώπιον του Εφετείου, ως προς το ως άνω ζήτημα ανέφερε επί λέξει τα εξής: "... ελάχιστος άλλωστε ήταν και ο χρόνος απασχόλησης τους στην Λάντζα του bar και ο οποίος ήταν περί τη μία ώρα και το ανώτερο 2 ώρες την κάθε ημέρα εργασίας.

Αποδεικνύεται ότι οι αντίδικες δεν απασχολούντο κάθε ημέρα επί 2 ώρες στη λάντζα και λαθεμένα η προσβαλλόμενη επιδίκασε σε αυτές αμοιβή για 2 ώρες εργασίας κάθε ημέρα σε καθήκοντα λαντζέρη, ενώ εάν ορθά εκτιμούσε τις αποδείξεις θα δεχόταν ότι με την λάντζα απασχολούντο κυρίως 1 ώρα την ημέρα που εργάζονταν και κατ' εξαίρεση παραπάνω και θα υπολόγιζε την αμοιβή των αντιδίκων επί 1 ώρα για κάθε ημέρας εργασίας και όχι επί 2 ώρες που σπάνια και κατ' εξαίρεση απασχολήθηκαν.

Αποδεικνύεται ότι η απασχόληση των αντιδίκων είναι πενθήμερη οπότε λαθεμένα η προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι οι αντίδικες απασχολούντο επί 25 ημέρες το μήνα και 2 ώρες την ημέρα σε καθήκοντα λαντζέρη. Άλλωστε δεν εργάζονταν κάθε ημέρα διότι η ανάγκη στη λάντζα δεν ήταν συνεχής αλλά ευκαιριακή, δεδομένου ότι υπήρχε εργαζόμενη αποκλειστικά ως λαντζιέρα.

Αποδεικνύεται ότι οι αντίδικες εργάζονταν επί 1 ώρα την ημέρα και κατ' εξαίρεση περισσότερο και το ανώτερο 2 ώρες σε καθήκοντα λαντζέρη.... ο χρόνος απασχόλησης τους στα καθήκοντα της καμαριέρας ήταν μικρός και οπωσδήποτε δεν ήταν καθημερινά δύο (2) ώρες, όπως αβάσιμα δέχτηκε η εκκαλουμένη...". Με βάση τις ως άνω αναφορές είναι φανερό ότι δεν προκύπτει τέτοιου είδους ρητή ομολογία κατά το άρθ. 352 ΚΠολΔ, περί της ημερήσιας διάρκειας της απασχόλησης των εναγουσών ως λαντζιέρες αλλά προκύπτει απλά μη αμφισβήτηση του γεγονότος ότι εκτός από καμαριέρες είχε συμφωνηθεί να κάνουν και εργασία λαντζιέρας εντός του ωραρίου τους που συνήθως όμως ήταν μία ώρα και σπάνια δύο ώρες.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις ως άνω παραδοχές του, έλαβε υπόψη του ομολογία που δεν έγινε, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ως προς τις ώρες απασχόλησης των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων, ως λαντζιέρες και πρέπει να γίνει δεκτή η αιτίαση αυτή του τετάρτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, ως βάσιμη.

Ο, από τον αριθμό 1 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούται στο πλαίσιο των άρθρων 335 κα 336 έως και 340 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, παραβίασε την υποχρέωσή του αυτή ή όταν παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 532/2008).

Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.

σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση για τη θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά τη σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 49/2Θ15, ΑΠ 2236/2013, 2236/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα ως αληθή μη αποδειχθέντα, (559 αριθ. 10 ΚΠολΔ), ότι δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα {αφού παρότι τα μνημονεύει αυτά έχουν εντελώς διάφορο περιεχόμενο από τα γενόμενα δεκτά ως αληθή, (559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ.)}, άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων και συγκεκριμένα των Δελτίων Παρουσιολογίου, (559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.) δεχόμενο ότι οι ενάγουσες εργάζονταν 25 ημέρες τον μήνα και κάθε μέρα δύο (2) ώρες ως λαντζιέρες και ότι εργάζονταν επί 12 μήνες ανά έτος, παραδοχές που δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νομίμως ήτοι τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και τα Δελτία Παρουσιολογίου των εργαζομένων, αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες δούλευαν 20-22 μέρες τον μήνα επί 11 μήνες τον χρόνο αφού είχαν ένα μήνα άδεια κατ' έτος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των Δελτίων Παρουσιολογίου προκύπτει ότι όσον αφορά την Α. Δ. προκύπτει ότι : "... Το έτος 2010 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2010 εργάστηκε 20 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2010 εργάστηκε 23 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2010 εργάστηκε 15 ημέρες, 8) Τον μήνα Αύγουστο 2010 εργάστηκε 14 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2010 εργάστηκε 22 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2010 εργάστηκε 20 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες.

Το έτος 2011 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2011 εργάστηκε 22 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2011 εργάστηκε 21 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2011 εργάστηκε 24 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 201 1 εργάστηκε 20 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2011 εργάστηκε 23 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2011 εργάστηκε 17 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2011 εργάστηκε 16 ημέρες, 8) Τον μήνα Αύγουστο 2011 εργάστηκε 16 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2011 εργάστηκε 21 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2011 εργάστηκε 21 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2011 εργάστηκε 20 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2011 εργάστηκε 22 ημέρες.

Το έτος 2012: 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2012 εργάστηκε 19 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2012 εργάστηκε 22 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2012 εργάστηκε 22 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2012 εργάστηκε 19 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2012 εργάστηκε 23 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2012 εργάστηκε 22 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2012 εργάστηκε 17 ημέρες, 8) Τον μήνα Αύγουστο 2012 εργάστηκε 18 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2012 εργάστηκε 17 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2012 εργάστηκε 21 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2012 εργάστηκε 21 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2012 εργάστηκε 19 ημέρες.

Το έτος 2013 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2013 εργάστηκε 22 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2013 εργάστηκε 18 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2013 εργάστηκε 24 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2013 εργάστηκε 21 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2013 εργάστηκε 19 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2013 εργάστηκε 4 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2013 εργάστηκε 6 ημέρες. Από τα Δελτία Παρουσίας της Π.

Σ. προκύπτει ότι: Το έτος 2010 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2010 εργάστηκε 19 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2010 εργάστηκε 19 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2010 εργάστηκε 20 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2010 εργάστηκε 17 ημέρες. 6) Τον μήνα Ιούνιο 2010 εργάστηκε 21 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2010 εργάστηκε 18 ημέρες, 8) Τον μήνα Αύγουστο 2010 εργάστηκε 16 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2010 εργάστηκε 20 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2010 εργάστηκε 20 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2010 εργάστηκε 23 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2010 εργάστηκε 18 ημέρες.

Το έτος 2011 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2011 εργάστηκε 22 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2011 εργάστηκε 17 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2011 εργάστηκε 23 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2011 εργάστηκε 21 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2011 εργάστηκε 23 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2011 εργάστηκε 18 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2011 εργάστηκε 22 ημέρες, 8) Τον μήνα Αύγουστο 2011 εργάστηκε 20 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2011 εργάστηκε 18 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2011 εργάστηκε 24 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2011 εργάστηκε 20 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2011 εργάστηκε 23 ημέρες.

Το έτος 2012 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2012 εργάστηκε 16 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2012 εργάστηκε 22 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2012 εργάστηκε 22 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2012 εργάστηκε 20 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2012 εργάστηκε 20 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2012 εργάστηκε 23 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2012 εργάστηκε 15 ημέρες, 8) Τον μήνα Αύγουστο 2012 εργάστηκε 18 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2012 εργάστηκε 16 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2012 εργάστηκε 19 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2012 εργάστηκε 21 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2012 εργάστηκε 19 ημέρες.

Το έτος 2013 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2013 εργάστηκε 20 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2013 εργάστηκε 20 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2013 εργάστηκε 24 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2013 εργάστηκε 20 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2013 εργάστηκε 15 ημέρες, 6) Τον μήνα Ιούνιο 2013 εργάστηκε 21 ημέρες. 7) Τον μήνα Ιούλιο 2013 εργάστηκε 18 ημέρες. 8) Τον μήνα Αύγουστο 2013 εργάστηκε 23 ημέρες, 9) Τον μήνα Σεπτέμβριο 2013 εργάστηκε 14 ημέρες. 10) Τον μήνα Οκτώβριο 2013 εργάστηκε 22 ημέρες. 11) Τον μήνα Νοέμβριο 2013 εργάστηκε 21 ημέρες. 12) Τον μήνα Δεκέμβριο 2013 εργάστηκε 18 ημέρες.

Το έτος 2014 : 1) Τον μήνα Ιανουάριο 2014 εργάστηκε 22 ημέρες. 2) Τον μήνα Φεβρουάριο 2014 εργάστηκε 15 ημέρες, 3) Τον μήνα Μάρτιο 2014 εργάστηκε 22 ημέρες. 4) Τον μήνα Απρίλιο 2014 εργάστηκε 4 ημέρες 5) Τον μήνα Μάιο 2014 εργάστηκε 2 ημέρες...". Για τις παραπάνω ημέρες και ώρες δικαιούνται οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εργαζόμενες την απόδοση της αμοιβής τους με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη λόγω μη υπάρξεως βιβλιαρίου υγείας, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στη σχετική μείζονα σκέψη.

Επομένως με το να υπολογίσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πρόσθετη αμοιβή των αναιρεσίβλητων στην εργασία του λαντζέρη επί 25 ημέρες τον μήνα, ενώ αυτές εργάστηκαν στην επιχείρηση με βάση τα ως άνω δελτία παρουσιολογίου τους, (που δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά) λιγότερες από 25 ημέρες κάθε μήνα όχι μόνο σε καθήκοντα λαντζέρη αλλά και στα κύρια καθήκοντά τους ως καμαριέρες, υπέπεσε πρωτίστως στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επιδικάζοντας αμοιβή παραβιάζοντας τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για πρόσθετη εργασία για ημέρες και ώρες που δεν εργάστηκαν στη λάντζα αφού δεν πήγαιναν κάθε ημέρα αλλά υπήρξαν και ημέρες που ουδόλως εργάστηκαν στο ξενοδοχείο.

Συγχρόνως το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην παράβαση του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τα Δελτία Παρουσίας των αναιρεσίβλητων, όπως με βεβαιότητα συνάγεται από την προσβαλλόμενη, με την οποία έγινε δεκτή απασχόληση των εναγουσών σε πρόσθετη εργασία λαντζέρη για 12 μήνες και επί 25 ημέρες κάθε μήνα για κάθε μία ενάγουσα - αναιρεσίβλητη.

Επίσης το ως άνω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Συγκεκριμένα δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες δικαιούνται αμοιβή για 25 ημέρες τον μήνα και για 12 μήνες ανά έτος, χωρίς αυτό να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο και μάλιστα χωρίς να προκύπτει τέτοια απασχόληση όχι μόνο στη φερόμενη ως πρόσθετη εργασία τους, της λαντζιέρας αλλά ούτε και στο ξενοδοχείο της αναιρεσείουσας για την κύρια εργασία τους, της καμαριέρας.

Τέλος το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε και στην πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα Δελτία Παρουσίας των εναγουσών που νόμιμα και παραδεκτά είχαν προσκομιστεί ενώπιον του από την αναιρεσείουσα.

Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος με βάση τις ως άνω ειδικότερες αιτιάσεις του και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά απ' αυτά, πρέπει κατά τη μειοψηφούσα γνώμη του ως άνω μέλους του Δικαστηρίου Μαριάνθης Παγουτέλη, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 217/2020, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά παραδοχή των ως άνω τετάρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Σημειωτέον ότι μετά απ' αυτό και αφού η εμβέλεια των ως άνω δύο λόγων αναιρέσεως εκτείνεται στο κύρος όλης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, ως άνευ αντικειμένου. Τέλος ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών και κατά την πλειοψηφούσα άποψη, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.12.2020 αίτηση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Ξ. Κ. Τ. Ε. Α. - Ε. ξενοδοχείων - Υ. Ε. Τ. και Σ. Ε." για αναίρεση της 217/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ