Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to improper warning cone placement distance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a traffic accident, finding a procedural error in the lower court's reasoning. The appellant argued that the driver failed to place a warning cone at the legally required distance of at least 20 meters, whereas the lower court incorrectly accepted evidence of a cone placed only 4.5 meters away. The court ruled that this specific factual error rendered the lower court's decision unsustainable and ordered the case to be remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 A, 666, 667, 670-676 of the Code of Civil Procedure; Article 34 paragraph 9 of the Traffic Regulations: The Supreme Court may examine a case sua sponte if a party fails to participate properly, and if a factual error regarding statutory safety distances is found, the lower court's decision is unsustainable and the case must be remanded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1156 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1156/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Γ., 2) Κ. Π. του Π., κατοίκων ….. και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 294/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-6-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/24-6-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 274/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ'ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πατρών, Γ. Α. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 22-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/24-6-2020 αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 274/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με τη στη συνέχεια αυτής υπ' αρ. ...
πράξη της Προέδρου του Α.Π. περί ορισμού του Δ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από ... πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (14-01-2022) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο (14-01-2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Γεώργιο Αν.
Βγενόπουλο, ως αντίκλητο αυτών (Κ.Πολ.Δ. 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 - ΑΠ 184/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 247/2020, ΑΠ 247/2020). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν παρόντες (Κ.Πολ.Δ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ'αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ'ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ'άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999: " 1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών.... 4. Αν οι χρήστες των οδών δεν μπορούν να αποφύγουν τη δημιουργία εμποδίου ή κινδύνου, υποχρεούνται να λαμβάνουν αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την απομάκρυνση ή αποτροπή αυτού και αν δεν μπορούν οφείλουν να ειδοποιούν τους λοιπούς χρήστες της οδού για την ύπαρξη του εμποδίου ή του κινδύνου.
Αυτοί που επιθυμούν για εύλογη αιτία να καταλάβουν για λίγο, μέρος του πεζοδρομίου ή του οδοστρώματος (μεταφορές, επιβίβαση, αποβίβαση κ.λπ.), οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την απρόσκοπτη και ασφαλή κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ". Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 παρ. 1, 2 περ. η' θ' και 9 του ν. 2696/1999: " 1. Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις. 2.
Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται: .... η) σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και αν το εναπομένον πλάτος της λωρίδας μεταξύ οχήματος και απαγορευτικής γραμμής υπέρβασης είναι μικρότερο από τρία (3) μέτρα, θ) σε απόσταση μικρότερη από είκοσι (20) μέτρα από φωτεινούς σηματοδότες και δώδεκα (12) μέτρα από πινακίδες υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), ως και σε θέση, στην οποία το όχημα κρύβει από τους χρήστες της οδού τη θέα των πινακίδων σήμανσης και σηματοδοτών.... 9.
Ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός των δίτροχων μοτοποδηλάτων και δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι και των Ε.Π.Η.Ο., αν υποχρεωθεί να σταθμεύσει σε οδόστρωμα σε θέση που απαγορεύεται η στάθμευση, είναι υποχρεωμένος να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή, σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα, με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν.
Η πινακίδα τοποθετείται στο οδόστρωμα και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα στις κατοικημένες περιοχές, πενήντα (50) δε μέτρα εκτός κατοικημένων περιοχών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 274/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Στις 19 Φεβρουαρίου 2012 και περί ώρα 05.40 ο ενάγων οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινούνταν επί της ... στην ... με κατεύθυνση προς την ... (ρεύμα ανόδου) και τελικό προορισμό την οικία που βρίσκεται επί της ... αρ. 1 και σταμάτησε προσωρινά λόγω ερυθρού σηματοδότη στο ύψος της διασταύρωσης της ... με την .... Στον ίδιο ως άνω χρόνο και περίπου 15 μέτρα μετά από τον φωτεινό σηματοδότη που είχε σταματήσει ο ενάγων, βρισκόταν σε προσωρινή στάθμευση το με αριθμό κυκλοφορίας ....
αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εναγόμενος και το οποίο ανήκε στην κυριότητα του 2ου εναγομένου και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Το τελευταίο όχημα βρισκόταν σε προσωρινή στάθμευση προκειμένου να ξεφορτώσει και στην συνέχεια να τοποθετήσει ηχητικά συστήματα, τα οποία, σε συνεννόηση με το ……, έπρεπε να τοποθετηθούν σε διάφορα σημεία της ..., για να χρησιμοποιηθούν για την παιδική παρέλαση των καρναβαλιστών της ...ς.
Η ... είναι οδός διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία με μικρή ανωφέρεια προς την ... και το πλάτος της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας είναι 4,60 μ. και συνολικά το πλάτος του οδοστρώματος 9,20 μ. Την ώρα εκείνη ήταν νύχτα, ωστόσο υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή.
Ο ενάγων, αφού άναψε πράσινο φως στο φωτεινό σηματοδότη, συνέχισε ευθεία την πορεία του επί της ..., πλην όμως, όταν έφτασε στο ύψος που ήταν, προσωρινά σταθμευμένο το ως άνω ... αυτοκίνητο (...), προσέκρουσε σε αυτό και συγκεκριμένα χτύπησε στο ύψος του θώρακά του στην πίσω αριστερή πλευρά της υδραυλικής πλατφόρμας του προαναφερόμενου φορτηγού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα από την σύγκρουση αυτή να υποστεί σωματικές βλάβες.
Αποδείχθηκε ότι το πλάτος του σταθμευμένου φορτηγού ήταν 2,50 μ., ενώ το πλάτος του ρεύματος πορείας που ήταν σταθμευμένο το ανωτέρω όχημα και κινούνταν ο ενάγων ήταν, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, 4,60 μέτρα. Το ως άνω ... αυτοκίνητο ήταν παρανόμως σταθμευμένο στο ανωτέρω σημείο, διότι όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 34 παρ. 2 περ.
η' του ΚΟΚ η στάση ή η στάθμευση οχήματος απαγορεύεται σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το εναπομένον πλάτος της λωρίδας μεταξύ οχήματος και απαγορευτικής γραμμής υπέρβασης είναι μικρότερο από τρία μέτρα, καθώς στην προκειμένη περίπτωση το εναπομένον πλάτος στην λωρίδα, κυκλοφορίας της ...
προς την ... ήταν 2,10 μέτρα. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός του ..., ο οποίος εκτελούσε εργασία, ώφειλε, κατά την διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του Κ.O.K., κατά την υποχρεωτική στάση του οχήματος που οδηγούσε στο συγκεκριμένο σημείο που έπρεπε να εναποτεθούν οι ηχητικές εγκαταστάσεις, να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κ.Ο.Κ., με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν και μάλιστα να τοποθετήσει τη σχετική πινακίδα επί του οδοστρώματος και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα δεδομένου ότι επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι κατά την άφιξη των αρμοδίων οργάνων του τμήματος Τροχαίας στον τόπο του συμβάντος και σε απόσταση 4,5 μέτρων πίσω από το ... όχημα ανευρέθη πλαστικός κώνος με ανακλαστικό υλικό, σχετική δε μνεία γίνεται στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε για το επίδικο ατύχημα.
Ο συγκεκριμένος κώνος μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο κατάλληλο να προειδοποιεί τους οδηγούς που πλησιάζουν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΟΚ, δεδομένου ότι και η διάταξη του άρθρου 81 του ΚΟΚ κάνει λόγο καταρχάς για τριγωνική πινακίδα ή για άλλη κατάλληλη συσκευή. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Μ.
Γ. που πρότειναν οι εναγόμενοι και εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο εναγόμενος οδηγός είχε τοποθετήσει έναν κώνο "σε απόσταση 10-15 μέτρα, λίγο πιο μπροστά από το φανάρι". Σχετική αναφορά έκανε και ο Α. Φ. του Ν. ο οποίος εξετασθείς στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης στις 2-3-2012 κατέθεσε ότι "στην πίσω πόρτα υπήρχε ανακλαστικός κώνος".
Αμφότεροι οι ως άνω μάρτυρες φέρονται και ως αυτόπτες μάρτυρες στην ως άνω έκθεση αυτοψίας και ήταν μέλη του συνεργείου της εταιρίας που είχε αναλάβει την τοποθέτηση των ηχητικών συστημάτων για τις εκδηλώσεις του καρναβαλιού. Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο που ήταν νύχτα, υπήρχε στο σημείο επαρκής τεχνητός φωτισμός και το ανωτέρω ...
ήταν σταθμευμένο ακριβώς κάτω από την κολώνα ηλεκτροφωτισμού που βρισκόταν σε λειτουργία και ο εναγόμενος οδηγός είχε θέσει σε λειτουργία και τα αλάρμ, όπως σαφώς κατέθεσαν οι ως άνω αυτόπτες μάρτυρες Α. Φ. και Μ. Γ.. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αυτά το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις.
Ειδικότερα, οδηγώντας την προαναφερόμενη μοτοσυκλέτα του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, να προσκρούσει στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του εναγομένου οδηγού, τον οποίο ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει, αφού αποδείχθηκε ότι είχε προσωρινά (και αναγκαστικά δεδομένου ότι έπρεπε να τοποθετήσει τα μεταφερόμενα από αυτόν ηχητικά συστήματα σε συγκεκριμένο και ορισμένο από το ...
σημείο) σταθμεύσει εντός του οδοστρώματος της ..., έχοντας προηγουμένως λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την προειδοποίηση των ομορρόπως κινουμένων οδηγών που πλησίαζαν το όχημά του, ήτοι όπως προαναφέρθηκε είχε τοποθετήσει πλαστικό κώνο με ανακλαστικό υλικό όπισθεν του οχήματός του και είχε θέσει σε λειτουργία τα αλάρμ του οχήματός του, με αποτέλεσμα λόγω και του σκότους που επικρατούσε να είναι το όχημά του ευχερώς αντιληπτό από οιονδήποτε οδηγό.
Σε κάθε περίπτωση και παρά την κατάληψη τμήματος του οδοστρώματος ο ενάγων μπορούσε άνετα να τον προσπεράσει εξ αριστερών, αφού είχε επαρκή χώρο (2,10 μέτρα όπως προαναφέρθηκε), η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή λόγω της ώρας κατά την οποία συνέβη το επίδικο ατύχημα. Η ως άνω παράνομη στάθμευση του εναγομένου λόγω μη επαρκούς εναπομένοντος επί του οδοστρώματος πλάτους (αντί για 3 μέτρα απέμεναν 2,10 μέτρα) δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με την επίδικη σύγκρουση, δεδομένου ότι στο σημείο που είχε σταθμεύσει υπήρχε, όπως αναφέρεται ανωτέρω, επαρκής τεχνητός φωτισμός, είχε θέσει σε λειτουργίας τα αλάρμ και είχε τοποθετήσει τον ως άνω προειδοποιητικό πλαστικό κώνο με ανακλαστικό υλικό.
Το γεγονός δε ότι ο πλαστικός προειδοποιητικός κώνος δεν τοποθετήθηκε σε απόσταση 20 μ. από το σταθμευμένο φορτηγό, όπως προβλέπεται από τη σχετική διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του ΚΟΚ για τις κατοικημένες περιοχές, εκτιμώμενο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε απόσταση 15 περίπου μέτρων πριν το επίδικο σημείο υπάρχει φωτεινός σηματοδότης και διασταύρωση οδών, δεν αρκεί για να θεμελιώσει υτιαιτιότητα του εναγομένου οδηγού στην πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, διότι ο ενάγων δεν αντιλήφθηκε, παρά το γεγονός ότι είχαν χρησιμοποιηθεί όλοι οι προβλεπόμενοι τρόποι προειδοποίησης αυτού την ύπαρξη του σταθμευμένου οχήματος, γεγονός που αποδεικνύεται και από την έλλειψη οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού από μέρους του, προκειμένου να μην επιπέσει επί αυτού.
Ομοίως το γεγονός ότι το ύψος της οπίσθιας σιδερένιας ράμπας του φορτηγού βρισκόταν στο ύψος του θώρακα του ενάγοντος δεν μπορεί να θεμελιώσει παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους του εναγομένου οδηγού, διότι δεν απαγορεύεται από οποιαδήποτε διάταξη νόμου να χρησιμοποιείται στο συγκεκριμένο ύψος, το οποίο επισημαίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι εμποδίζει το να γίνονται αντιληπτά τα αναμμένα αλάρμ του οχήματος.
Κατόπιν των ως άνω αποδειχθέντων η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη λόγω ελλείψεως υπαιτιότητας εκ μέρους του εναγομένου οδηγού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο συμπληρώνει με τις παρούσες, όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνακόλουθα οι λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν προβάλλονται με την έφεση άλλοι λόγοι, η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί κατ'ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 294/2016 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών [με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 22-7-2013 αγωγή αυτού περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης για τις σωματικές βλάβες, που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα], απέρριψε αυτή (έφεση) κατ' ουσίαν, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν γίνει δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθμού κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα, στηρίζεται η αγωγική αξίωση, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του τελευταίου, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση: 1) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το ακριβές σημείο της πρόσκρουσης του αναιρεσείοντος, καθόσον ενώ αρχικά δέχεται ότι " χτύπησε στο ύψος του θώρακά του στην πίσω αριστερή πλευρά της υδραυλικής πλατφόρμας του προαναφερόμενου φορτηγού αυτοκινήτου", ακολούθως δέχεται ότι προσέκρουσε "στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του εναγομένου οδηγού" και έτσι οι ως άνω παραδοχές της ως προς το ανωτέρω ζήτημα αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων προσέκρουσε στην ευρισκομένη στο ύψος του θώρακα του υδραυλική πλατφόρμα του άνω φορτηγού αυτοκινήτου (ήτοι στην υδραυλική ανοιγόμενη και εκτεινόμενη, όταν είναι ανοικτή, πέραν του οπίσθιου μέρους του φορτηγού, οπίσθια πόρτα αυτού), στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι προσέκρουσε στο οπίσθιο τμήμα του φορτηγού, με συνέπεια από τις αντιφατικές αυτές αιτιολογίες να μην καθίσταται σαφές το κρίσιμο ζήτημα του πραγματικού σημείου πρόσκρουσης του αναιρεσείοντος, επί του άνω οχήματος, 2) δεν διευκρινίζονται οι διαστάσεις προεξοχής επί του οδοστρώματος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, της άνω υδραυλικής πόρτας (σιδερένιας πλατφόρμας - ράμπας), όπου, κατά την πρώτη εκδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, επέπεσε ο αναιρεσείων και η οποία, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως, ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, ανοιγμένη στο ύψος του θώρακα του αναιρεσείοντος και άρα εκτεινόμενη επί του οδοστρώματος, πέραν του οπίσθιου μέρους του φορτηγού, 3) λόγω των ανωτέρω αντιφατικών παραδοχών της πληττόμενης αποφάσεως δημιουργείται ασάφεια, όπως προαναφέρθηκε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα του σημείου πρόσκρουσης του αναιρεσείοντος, επί του άνω οχήματος (στο ...
αυτοκίνητο ή στην ανοικτή οπίσθια υδραυλική πόρτα - πλατφόρμα αυτού), το οποίο είναι κρίσιμο, καθόσον διαφοροποιεί και τις προϋποθέσεις ευθύνης του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, αφού τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), που κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ήταν αναμμένα, επισημαίνουν την παρουσία και οριοθετούν τον όγκο του ...
αυτοκίνητου, όχι όμως και την προεξέχουσα του φορτηγού οπίσθια υδραυλική πόρτα - πλατφόρμα αυτού, όταν είναι ανοιγμένη, όπως κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν αρκεί η θέση σε λειτουργία των φώτων έκτακτης ανάγκης, αλλά τυγχάνει εφαρμογής και η διάταξη του άρθρου 30 του Κ.Ο.Κ., κατά την οποία απαγορεύεται σε όλους να ανοίγουν ή να αφήνουν τις πόρτες του οχήματος ανοικτές ή να εισέρχονται/εξέρχονται αυτού, αν προηγουμένως δεν βεβαιωθούν ότι, εκ των ενεργειών τους, δεν προκαλείται κίνδυνος στους χρήστες της οδού και στην ένδικη περίπτωση, παρά την παραδοχή ότι η ανωτέρω οπίσθια υδραυλική πόρτα - πλατφόρμα αυτού, ήταν ανοιγμένη κατά το χρόνο του ατυχήματος, και μάλιστα στο ύψος του θώρακα του αναιρεσείοντος, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της [κατά την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του άνω ...
αυτοκίνητου δεν ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα], ποια συγκεκριμένα μέτρα είχε λάβει ο τελευταίος ώστε, λόγω και του σκότους που επικρατούσε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να καθίσταται ορατή, αντιληπτή και να επισημαίνεται ως προς την προεξοχή της επί του οδοστρώματος, η ανωτέρω ανοικτή, εκτεινόμενη και προεξέχουσα του φορτηγού οπίσθια υδραυλική πόρτα - πλατφόρμα αυτού, ώστε να μην προκαλείται κίνδυνος στους λοιπούς χρήστες της οδού, 4) ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του άνω Ι.Χ.
φορτηγού είχε σταθμεύσει σε απόσταση δεκαπέντε (15) μέτρων περίπου μετά από το φωτεινό σηματοδότη και όχι σε απόσταση είκοσι (20) μέτρων, όπως επιβάλει η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 περ. θ' του ν. 2696/1999, ακολούθως δεν περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία αιτιολογία αναφορικά με το εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε ή όχι στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, 5) δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του άνω Ι.Χ.
φορτηγού όφειλε, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του Κ.O.K., να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κ.Ο.Κ., με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν και μάλιστα να τοποθετήσει τη σχετική πινακίδα επί του οδοστρώματος και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα, δεδομένου ότι επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή και ότι αποδείχθηκε ότι τοποθέτησε προειδοποιητικό πλαστικό κώνο με ανακλαστικό υλικό σε απόσταση 4,5 μέτρων πίσω από το ...
όχημα, πλην όμως δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση επί του οδοστρώματος του άνω κώνου, ώστε να κριθεί εάν μπορούσε να γίνει ευχερώς αντιληπτός από τους άλλους οδηγούς ως συσκευή σήμανσης εμποδίου, ούτε διευκρινίζεται εάν ήταν τοποθετημένος σε απόσταση των 4,5 μέτρων από το φορτηγό, ή από την ανοικτή οπίσθια υδραυλική πόρτα - πλατφόρμα αυτού, ώστε να κριθεί εάν ο χώρος επαρκούσε για τους επερχόμενους οδηγούς για έγκαιρο και ασφαλή αποφευκτικό ελιγμό και υπέρβαση και 6) ενώ δέχεται ότι αποδείχθηκε ότι ο άνω πλαστικός κώνος με ανακλαστικό υλικό ήταν τοποθετημένος σε απόσταση 4,5 μέτρων πίσω από το ...
όχημα και όχι σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα, όπως επιβάλλει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του Κ.O.K., ακολούθως όλως αντιφατικά δέχεται ότι ο άνω οδηγός είχε λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την προειδοποίηση των ομορρόπως κινουμένων οδηγών που πλησίαζαν το φορτηγό, συμεριλαμβανομένης και της τοποθέτησης του άνω κώνου, αν και η τοποθέτηση αυτού σε απόσταση μόλις 4,5 μέτρων (και όχι μεγαλύτερης των 20 μέτρων) δεν συνιστά νόμιμο προβλεπόμενο μέτρο προειδοποίησης των ομορρόπως κινουμένων οδηγών.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το αντίστοιχο σχετικό μέρος του, κατά τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμα. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις για ελλείψεις και αντιφάσεις της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που επικαλείται ο αναιρεσείων είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και γιατί ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσειόντος ως προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω πρώτου λόγου αυτής, κατά το μέρος που έγινε δεκτός, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ'άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττωμένοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ. αριθμ. 274/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
-Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ