Supreme Court allows appeal against second instance judgment on unjust enrichment claim regarding property sale. The court found the lower court violated the law by failing to properly assess the parties' liability. The case was remanded for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second instance judgment, ruling that the lower court violated the law regarding unjust enrichment. The appellants argued that the defendants were jointly liable for a €70,000 deposit paid for a property sale, but the second instance court created contradictions in its findings. Consequently, the court found the second instance decision legally flawed and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 197, 198, 298, 904 of the Civil Code; The court held that when a second instance judgment creates contradictions regarding the basis of unjust enrichment, it violates the law and must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1156 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1156/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Β., 2) Σ. Μ. του Σ., συζύγου Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα - Ιωάννα Δερβένη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Σ. Μ. - Ν. Π.", που εδρεύει στον Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου …, 3) Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριέττα Γεωργούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5463/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2354/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/7/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 24-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2354/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 5463/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, εκτός των άλλων, είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 12-7-2016 αγωγή των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς τους πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) και έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) ως προς το αναφερόμενο (μικρότερο) ποσό. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 197 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ στην πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 198 ΑΚ προβλέπεται ότι όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι: α) ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, το οποίο αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης, β) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά το ανωτέρω στάδιο, γ) επέλευση ζημίας, δ) υπαιτιότητα, για την οποία αρκεί και η κατ' άρθρο 330 εδ.
β'ΑΚ αμέλεια, ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας. Ειδικότερα, υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, συμπεριφορά των μερών σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι η επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου, η τήρηση δηλαδή από τα μέρη των τρόπων ενέργειας που γενικώς ακολουθούνται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, ενώ διαπραγματεύσεις είναι οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι και την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.
Η αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων τότε μόνο αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν οι διαπραγματεύσεις είχαν ουσιαστικώς περατωθεί με συμφωνία των ενδιαφερομένων επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και υπολειπόταν η απαιτούμενη από το νόμο ή τη συμφωνία των μερών τυπική κατάρτισή της ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 741/2018, ΑΠ 223/2016, ΑΠ 1302/2010, ΑΠ 1232/2000).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το από 25.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, που τροποποιήθηκε με το από 5.5.2015 όμοιο, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, Σ. Μ. και Ν. Π., συνέστησαν την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Σ. Μ.-Ν. Π." που εδρεύει στο Δήμο Ζωγράφου Αττικής, έχει εμπορικό σκοπό, διάρκεια έως τις 5.5.2024, έλαβε ΑΦΜ …, ΚΑΚ … και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ.
…, έχει μέλη τους παραπάνω ιδρυτές της, από τους οποίους εκπροσωπείται νομίμως, έχουσα νομική προσωπικότητα, εφαρμοζόμενων επ' αυτής, ως εκ τούτου, των διατάξεων του ν. 4072/2012 που διέπει τις ομόρρυθμες εταιρείες. Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι και έχουν δύο ανήλικα τέκνα, ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν εξοχική οικία στη νήσο ….
Προς τούτο, το μήνα Απρίλιο 2013, προήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τα μέλη της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας (δεύτερο και τρίτο εναγομένους) αλλά και τον Ι. Μ., πατέρα του πρώτου (τέταρτο των εναγομένων, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως προεκτέθηκε) έμπειρο εργολάβο-μηχανικό, οι οποίες οδήγησαν σε ένα πλαίσιο συνεργασίας με αντικείμενα, αφενός μεν, την πώληση σ' αυτούς εκ μέρους της κοινοπραξίας μίας εξοχικής οικίας, αφετέρου δε, την ανέγερση, ομοίως εκ μέρους της κοινοπραξίας, συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων προς εμπορική εκμετάλλευση.
Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους ενάγοντες, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αιτία πωλήσεως, μία οικία εμβαδού 128 τετ. μέτρων περίπου, ως τμήματος συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών και υπό τον όρο της ανεγέρσεώς της, από την ίδια (εναγόμενη κοινοπραξία), στο με αριθμό … αγροτεμάχιο εμβαδού πέντε στρεμμάτων περίπου, στη θέση "…" του δημοτικού διαμερίσματος … της νήσου …, το οποίο (αγροτεμάχιο) τα άνω μέλη της κοινοπραξίας ισχυρίστηκαν ότι τους ανήκε κατά δικαίωμα συγκυριότητος.
Τίμημα της αγοραπωλησίας της εξοχικής κατοικίας, ορίστηκε αυτό των 230.000 ευρώ, έναντι του οποίου οι ενάγοντες αποδείχθηκε, ότι κατέβαλαν σταδιακά, στον δεύτερο μεν των εναγόμενων, Σ. Μ., στις 12.4.2013 το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, στις 24.4.2013 το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, στις 15.9.2013 το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, στις 26.9.2013 το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ , στις 4.10.2013 το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, στις 12.11.2013 το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ, στις 13.2.2014 το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ και στις 21.2.2014 το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, ο πρώτος των εναγόντων, για λογαριασμό του ιδίου αλλά και της δεύτερης ενάγουσας συζύγου του, κατέβαλε στον Ι.
Μ.. Συνολικά δε, ως προκαταβολή για την υπόψη αγοραπωλησία με τίμημα 230.000 ευρώ, οι ενάγοντες κατέβαλαν, ως άνω, το ποσό των 70.000 ευρώ. Για τις καταβολές αυτές, και ειδικότερα για τις καταβολές που έγιναν μέχρι τις 12.11.2013, συντάχθηκαν πανομοιότυπα κατά περιεχόμενο ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία συνυπέγραψαν οι ενάγοντες ως "αγοραστές" και ο δεύτερος των εναγομένων Σ.
Μ. ατομικώς, ως "πωλητής". Τα συμφωνητικά αυτά, είχαν κυρίως τον χαρακτήρα έγγραφης απόδειξης για την εκ μέρους του Σ. Μ. είσπραξη των άνω ποσών, πλην όμως αποτυπώθηκαν σ' αυτά αδρά, τα κύρια σημεία της άτυπης συμφωνίας των υπογραφέων, και ιδιαίτερα, ότι ο δεύτερος εναγόμενος ως "πωλητής" ήταν πλήρης κύριος του αγροτεμαχίου, στο οποίο επρόκειτο να οικοδομηθεί το συγκρότημα εξοχικών κατοικιών, με βάση επιδειχθέντα στους αγοραστές σχέδια.
Για τις επόμενες δύο καταβολές, δηλαδή αυτές της 13ης και 21ης Φεβρουαρίου 2013, συντάχθηκαν δύο απλές αποδείξεις εισπράξεως, οι οποίες φέρουν μόνον την υπογραφή του εισπράξαντος, τετάρτου των εναγομένων Ι. Μ.υ, του οποίου η υπογραφή, ας σημειωθεί, δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους, εις βάρος των οποίων, ως αποδεικτικών μέσων των εν λόγω καταβολών, τα παραπάνω έγγραφα προσκομίστηκαν.
Λίγους μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα τον μήνα Οκτώβριο 2013, οι ενάγοντες, ενόψει του ότι είχαν αποφασίσει να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά στην ίδια περιοχή, με την παροχή υπηρεσιών ενοικίασης επιπλωμένων τουριστικών καταλυμάτων, αποβλέποντας μάλιστα να ενταχθούν σε πρόγραμμα ενίσχυσης μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΕΣΠΑ 2007-2013) συνέστησαν την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία (Ι.Κ.Ε.) με την επωνυμία "Α.
Κ.-Σ. Μ. ΙΚΕ" και έδρα την …. Στα πλαίσια του επιχειρηματικού αυτού σκοπού των εναγόντων, συνήφθη μεταξύ της άνω ΙΚΕ που αυτοί συνέστησαν και της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας, η από 29.5.2014 έγγραφη σύμβαση έργου-ανέγερσης οικοδομικού συγκροτήματος, αποτελουμένου από έξι κατοικίες προοριζόμενες προς εκμετάλλευση, επί ακινήτου 4 στρεμμάτων περίπου, ομόρου του ακινήτου των εξοχικών κατοικιών και συγκεκριμένα επί του με αριθμό … αγροτεμαχίου, στην αυτή ως άνω θέση (...), το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της άνω ΙΚΕ, λίγες ημέρες πριν τη κατάρτιση του παραπάνω εργολαβικού, δυνάμει του...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κύθνου..., νομίμως μεταγεγραμμένου, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 200.000 ευρώ. Κατά την υπογραφή του αμέσως παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, και στα πλαίσια της σύμβασης έργου ανέγερσης των τουριστικών καταλυμάτων, και το αργότερο τότε, οι ενάγοντες ασφαλώς διαπίστωσαν, ότι οι εναγόμενοι Σ.
Μ. και Ν. Π. δεν ήσαν αρχήθεν συγκύριοι του ομόρου αγροτεμαχίου επί του οποίου επρόκειτο να ανεγερθεί το συγκρότημα των κατοικιών, όπου και η εξοχική οικία την αγορά της οποίας διαπραγματεύονταν, όπως οι τελευταίοι είχαν ψευδώς ισχυρισθεί, ούτε ότι ο Σ. Μ. ήταν ο αποκλειστικός κύριος αυτού, όπως τούτο διατυπώθηκε στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά-αποδείξεις προκαταβολών, αλλά ότι αυτοί (Σ.
Μ. και Ν. Π.) απέκτησαν το εν λόγω ακίνητο, και συγκεκριμένα το με αριθμό … αγροτεμάχιο, ως τμήμα προερχόμενο από νόμιμη κατάτμηση μείζονος αγροτεμαχίου …. στρεμμάτων περίπου, κατά ποσοστό 66,67 % και 33,33% αντιστοίχως, ένα χρόνο και πλέον μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, και δη, στις 6.5.2014 δυνάμει του με αριθμό...αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ρούσκα.
Παρά ταύτα όμως, οι ενάγοντες εξακολούθησαν τη συνεργασία τους με τους εναγομένους, μέλη της κοινοπραξίας, προς την κατεύθυνση της ανέγερσης του συγκροτήματος των τουριστικών καταλυμάτων προς εκμετάλλευση, συνάπτοντας την από 29.5.2014 σύμβαση έργου, όπως προεκτέθηκε, ενώ επί πλέον και δη ένα χρόνο περίπου μετά, δηλαδή στις 3.6.2015 κατήρτισαν (συμβαλλόμενοι ως ΙΚΕ) με την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, νέα έγγραφη συμφωνία που είχε ως αντικείμενο την εκτέλεση στο παραπάνω αναληφθέν από την πρώτη εναγομένη έργο, προσθέτων εργασιών, συνολικής αξίας 30.000 ευρώ.
Αυτό αναγκαίως σημαίνει, ότι μέχρι τότε οι σχέσεις των διαδίκων δεν είχαν διαταραχθεί για οποιοδήποτε λόγο, και ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους διαφορά που θα μπορούσε να οδηγήσει στη λύση της συνεργασίας τους, όπως η ισχυριζόμενη πάροδος του συμφωνηθέντος χρονικού διαστήματος ενός έτους για την ανέγερση της εξοχικής τους οικίας, πολύ περισσότερο αφού, τέτοια συμφωνία δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε.
Τούτο διότι, θα ήταν άτοπο και αντίθετο προς τη κοινή λογική αλλά και τη συνήθη πρακτική στις συναλλαγές, να έχουν διαπιστώσει οι ενάγοντες την ισχυριζόμενη πλήρη αδιαφορία των εναγομένων για την ανέγερση της εξοχικής οικίας, κατά το ισχυριζόμενο από αυτούς ως συμφωνηθέν, χρονικό διάστημα ενός έτους, και παρ' όλα αυτά, να συνάπτουν με αυτούς, αμέσως μετά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος απράκτου, συμβάσεις έργου και προσθέτων εργασιών.
Ούτε εξ άλλου αποδείχθηκε, ότι υπήρξαν αντιδράσεις και διαμαρτυρίες εκ μέρους των εναγόντων συναφώς προς την ιστορούμενη "υπερημερία" στην ανέγερση της υπόψη εξοχικής κατοικίας, δεδομένου ότι η προσκομιζόμενη αλληλογραφία των διαδίκων με την εκατέρωθεν αποστολή εξώδικων δηλώσεων και διαμαρτυριών, αποδείχθηκε ότι αφορά στην εκτέλεση του έργου του συγκροτήματος καταλυμάτων προς εμπορική εκμετάλλευση και όχι στην ανέγερση της εξοχικής κατοικίας των εναγόντων.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στις 23.10.2015 η δεύτερη των εναγόντων, Σ. Μ. δήλωσε για τον εαυτό της, αλλά και για λογαριασμό του πρώτου των εναγόντων συζύγου της, ότι αμφότεροι δεν επιθυμούσαν πλέον τη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως της εν λόγω οικίας. Η δήλωση αυτή αποδείχθηκε, ότι έγινε από λόγους που αφορούσαν τους ίδιους τους ενάγοντες και ειδικώς, τον χειρισμό των σχέσεων τους με τα μέλη της εναγομένης κοινοπραξίας, όχι συναφώς προς την ανέγερση ή μη της ενδίκου εξοχικής οικίας, αλλά, προς την από 29.5.2014 σύμβαση έργου για την ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων στο παρακείμενο αυτού της ένδικης εξοχικής κατοικίας, αγροτεμάχιο, οι οποίες (σχέσεις) όπως αποδείχθηκε, είχαν διαταραχθεί ήδη, με διενέξεις σχετικά με κακοτεχνίες και ελλείψεις του έργου αυτού και πυκνή ανταλλαγή εξώδικης αλληλογραφίας μετά διαμαρτυριών.
Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι οι ενάγοντες αυτοβούλως μεταμεληθέντες προέβησαν στη ματαίωση της ένδικης πώλησης, και τούτο παρότι η εναγομένη κοινοπραξία είχε εξασφαλίσει την έκδοση της με αριθμό …/…..11.2014 άδειας δόμησης της Δ/νσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου, για το συγκρότημα κατοικιών στο οποίο θα συμπεριλαμβανόταν η εξοχική κατοικία τους, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η ματαίωση της υπόψη σύμβασης οφείλετο σε αντισυναλλακτική, υπαίτια και πρόσφορη συμπεριφορά των εναγομένων.
Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη αγωγή αποδεικνύεται αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την κυρία βάση της αποζημιωτικής ευθύνης των εναγόμενων από τις διαπραγματεύσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε αντίθετα, και επιδίκασε το ποσό της προκαταβολής ως αποζημίωση θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων για την προσυμβατική ευθύνη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και πρέπει, κατ' αποδοχή των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων της κρινόμενης έφεσης ως βάσιμων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, αναγκαίως και κατά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση και να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, και δεδομένου ότι μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης δεν περιορίζεται μόνον στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις..., το παρόν Δικαστήριο καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει τη προκειμένη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία επιχειρείται θεμελίωση αυτής στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και δη αυτεπαγγέλτως, δεδομένου ότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή...
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή είναι κατά την επικουρική της βάση, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, χωρίς να ισχύει η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος...Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων, Σ.
Μ. προς τον οποίο έγιναν οι τμηματικές καταβολές έναντι του τιμήματος αγοραπωλησίας της εξοχικής οικίας των εναγόντων, κατά τα ανωτέρω, οι οποίες ανήλθαν στο συνολικό ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ (οι λοιπές καταβολές συνολικού ύψους 20.000 ευρώ έγιναν προς τον Ι. Μ., ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως προεκτέθηκε, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτού αντίθετη έφεση), κατέστη μετά την ματαίωση της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του εν λόγω ακινήτου, αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας των καταβαλόντων το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, εναγόντων, και δη για αιτία μη επακολουθήσασα.
Οφείλει συνεπώς αυτός μόνον, ως λήπτης του ανωτέρω πλουτισμού να τον επιστρέψει στους ενάγοντες, εις βάρος της περιουσίας των οποίων αυτός κατέστη πλουσιότερος αδικαιολογήτως,....Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μετ' απόρριψη των ισχυρισμών που προέβαλαν οι εναγόμενοι προς απόκρουση της αγωγής, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί κατά τη κύρια βάση αυτής, να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, κατά την επικουρική της βάση, μόνον ως προς τον δεύτερο των εναγομένων και να υποχρεωθεί αυτός (Σ.
Μ.) να καταβάλει διαιρετώς στους ενάγοντες το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δηλαδή το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ στον καθένα, νομιμοτόκως...". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198, 298 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εφόσον κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι η ματαίωση κατάρτισης της ένδικης σύμβασης αγοράς εξοχικής κατοικίας στη νήσο Κύθνο έγινε για τους αναφερόμενους ειδικότερα και με σαφή τρόπο λόγους που αφορούν τους ίδιους τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες-αγοραστές) και συγκεκριμένα τη διατάραξη των σχέσεών τους με τα μέλη της πρώτης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας, όχι σχετικά με την ανέγερση ή μη της ένδικης εξοχικής οικίας, αλλά με την από 29-5-2014 σύμβαση έργου για την ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων στο παρακείμενο αυτού της πιο πάνω εξοχικής κατοικίας αγροτεμάχιο και τη νεότερη (3-6-2015) σχετική συμφωνία περί πρόσθετων εργασιών, καθώς και τις αναφερόμενες κακοτεχνίες και ελλείψεις του εν λόγω έργου.
Ειδικότερα, αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) "αυτοβούλως μεταμεληθέντες" προέβησαν στη ματαίωση κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης, παρά το ότι οι πρώτη αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία είχε εξασφαλίσει την έκδοση της με αριθ. …/…-11-2014 άδειας δόμησης της Δ/νσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου για το συγκρότημα κατοικιών, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και η ένδικη εξοχική κατοικία τους, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η ματαίωση της επίδικης σύμβασης οφειλόταν σε αντισυναλλακτική, υπαίτια και πρόσφορη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.
Με τα δεδομένα αυτά και με βάση τις ως άνω παραδοχές είναι σαφές ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν οι κατά τα ως άνω ενεργούντες για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας δεν ήταν αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ούτε επίσης υφίσταται υπαιτιότητα αυτής στην κατά τα ως άνω ματαίωση κατάρτισης της πιο πάνω σύμβασης.
Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι δεν έχουν υποχρέωση να ανορθώσουν την αναφερόμενη από τους αναιρεσείοντες ζημία από την καταβολή εκ μέρους τους των αναφερομένων ποσών ως προκαταβολή του τιμήματος για την αγοραπωλησία αυτή και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται η επικαλούμενη απ' αυτούς ευθύνη των αναιρεσιβλήτων από τις διαπραγματεύσεις.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι η συμπεριφορά των ως άνω ενεργούντων για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της ένδικης σύμβασης δεν ήταν αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθώς και ότι δεν υφίσταται υπαιτιότητα αυτής (Κοινοπραξίας) ως προς τη ματαίωση κατάρτισης αυτής (σύμβασης).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής τους. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, υπό την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Επομένως, το καταβληθέν κατά το ως άνω στάδιο των διαπραγματεύσεων, όταν το στάδιο αυτό λήξει με τη ματαίωση της σύμβασης, αναζητείται με τις διατάξεις αδικαιολογήτου πλουτισμού (για αιτία μη επακολουθήσασα), αφού δεν υφίσταται αξίωση από σύμβαση, η οποία δεν καταρτίσθηκε ή από αδικοπραξία. Ειδικότερα, για να υπάρξει απαίτηση προς ανάληψη της παροχής πού δόθηκε για αιτία πού δεν επακολούθησε (ΑΚ 904 παρ.1 εδ β'), πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) να γίνει παροχή εκ μέρους του δίδοντος προς τον λαμβάνοντα, 2) η παροχή να έγινε για ορισμένη μέλλουσα αιτία συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών και γ) να μη επακολούθησε η αιτία για την οποία έγινε η παροχή (Ολ ΑΠ 23/2003, ΑΠ 1509/2018, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1385/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αυτή (απόφαση) δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα έχει αντιφατικές και εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα ότι οι ως άνω λήπτες του πλουτισμού και αδικαιολογήτως πλουτίσαντες Σ.
και Ι. Μ. κατά την είσπραξη των αναφερομένων χρηματικών ποσών ενεργούσαν όχι ατομικά αλλά για λογαριασμό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κοινοπραξίας. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του ποιος ήταν ο πωλητής του ακινήτου (εξοχικής οικίας) στην … στη μέλλουσα να καταρτιστεί ένδικη αγοραπωλησία, καθώς και του συναφούς με αυτό ζητήματος υπό ποια ιδιότητα εισέπραξαν τα αναφερόμενα ποσά προκαταβολής έναντι του μελλοντικού τιμήματος και συγκεκριμένα των 50.000 και 20.000 ευρώ οι Σ.
Μ. (δεύτερος των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων) και Ι. Μ. (τέταρτος των εναγομένων) αντίστοιχα, αν δηλαδή αυτοί ενεργούσαν ατομικά ή στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κοινοπραξίας, ως νόμιμος εκπρόσωπος ο πρώτος και ως δεκτικός καταβολής αυτής ο τελευταίος, μετά από σχετική εξουσιοδότηση προς αυτόν εκ μέρους της.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις με τη νομίμως εκπροσωπούμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Κοινοπραξία για την πώληση σ' αυτούς εκ μέρους-της της αναφερόμενης εξοχικής οικίας, δηλαδή ότι μέλλουσα πωλήτρια θα ήταν η Κοινοπραξία, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων εισέπραξε έναντι του τιμήματος της αγοραπωλησίας από τους πρώτους το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, με βάση τα συνταχθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία συνυπέγραψε αυτός (δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) ατομικώς ως "πωλητής", καθώς και ότι τα συμφωνητικά αυτά είχαν κυρίως το χαρακτήρα έγγραφης απόδειξης για την εκ μέρους αυτού είσπραξη των ως άνω ποσών.
Επίσης, το Εφετείο δέχεται ότι ο Ι. Μ. (τέταρτος των εναγομένων) εισέπραξε έναντι του τιμήματος της αγοραπωλησίας από τους πρώτους το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, με βάση τις συνταχθείσες δύο απλές αποδείξεις είσπραξης, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του, χωρίς όμως να διευκρινίζεται και να διαλαμβάνονται περιστατικά σχετικά με το αν αυτός ενεργούσε ατομικά και στο όνομά του ή για λογαριασμό και μετά από προηγούμενη εξουσιοδότηση (ως δεκτικός καταβολής) της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κοινοπραξίας και στο όνομα αυτής ως μόνης δανείστριας.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τα ως άνω ζητήματα είναι κρίσιμα στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη και του ότι επί της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κοινοπραξίας, η οποία συστήθηκε με το από 25-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό και έχει εμπορικό σκοπό (δραστηριότητα), εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 4072/11-4-2012 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 293 περί ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων για την ομόρρυθμη εταιρεία.
Επομένως, είναι σαφές ότι στην παρούσα περίπτωση κατά τις ως άνω παραδοχές οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, ως μέλη και εταίροι της πρώτης αυτών Κοινοπραξίας, ευθύνονται παράλληλα με αυτήν, απεριόριστα και εις ολόκληρον για τα χρέη της. Με βάση τα παραπάνω όμως προκύπτει αντίφαση και δημιουργείται ασάφεια ως προς τα περιστατικά που γίνονται δεκτά από το Εφετείο και που μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμιμο τρόπο την αξίωση των αναιρεσειόντων για καταβολή και από τους τρεις των εφεσιβλήτων, εις ολόκληρον από τον καθένα, του ως άνω συνολικού ποσού των 70.000 ευρώ που κατέβαλαν ως προκαταβολή για την μέλλουσα αγοραπωλησία της αναφερόμενης εξοχικής κατοικίας.
Αποτέλεσμα των ως άνω αντιφάσεων και ελλείψεων της προσβαλλόμενης απόφασης είναι να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ ως προς το πρόσωπο που κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο και ειδικότερα για αιτία μη επακολουθήσασα από τις αναφερόμενες καταβολές των αναιρεσειόντων συνολικού ποσού 70.000 ευρώ και ως εκ τούτου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και είναι βάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον αφορά στην ως άνω επικουρική της βάση καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της ένδικης από 12-7-2016 αγωγής. Επίσης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2354/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της από 12-7-2016 αγωγής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρειβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14-6-2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)