Legislator Case Law & Legislation
1156/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's finding of joint liability and causal link.

Case Number 1156/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court found the insured driver jointly liable for a traffic accident caused by parking a truck in a dangerous manner, establishing a causal link to the victim's injuries. The Supreme Court rejected the insurer's arguments regarding deficiencies in the reasoning, ruling that the lower court's detailed justification regarding joint liability and causation was sufficient and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2 of Law 489/1976; The Supreme Court holds that a lower court's finding of joint liability and causal connection in a traffic accident case is valid if supported by clear, consistent reasoning derived from the proven facts, and that alleged deficiencies in the reasoning do not constitute grounds for appeal if the core legal conclusions are properly substantiated.

Keywords

AI generated
joint liability traffic accident causal link negligence automobile liability law appeal admissibility sufficient reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 577 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 5, 6 and 10 of Law 489/1976 as codified by Presidential Decree 237/1986
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1156 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1156/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2013 αγωγή - ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8-7-2013 αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1917/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4335/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 23-10-2018 (αριθμ. καταθ. 10087/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4335/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με τα άρθρα 1, 2, 5, 6 και 10 του ν. 489/1976, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το π.δ. 237/1986 και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1. α) Κατά την έννοια του παρόντος: α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών.

Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα, συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα, β)..., γ) Ζημιωθέν πρόσωπο είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποζημιώσεως ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο", "Άρθρο 2. 1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού", "Άρθρο 5 παρ. 1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη", "Άρθρο 6.

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου...(παρ. 1). Ο ασφαλιστής ευθύνεται... έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων...(παρ. 3α), Αν το αυτοκίνητο πρόκειται να εκτεθεί σε ειδικούς κινδύνους αστικής ευθύνης η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει και αυτούς, εκδιδομένου ειδικού πιστοποιητικού ασφάλισης (παρ. 4)", "Άρθρο 10 παρ. 1.

Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 εδάφ. α' και 4 εδάφ. α' του ν. ΓΠΝ/1911, κατά τα οποία "Αυτοκίνητον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (άρθρο 2 εδάφ.

α') και "Δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος..." (άρθρο 4 εδάφ. α'), συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό νόμο (ν. ΓΠΝ/1911) υπάρχει μόνο για ζημίες από αυτοκίνητο σε λειτουργία. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία όταν αρχίζει να δουλεύει ο κινητήρας του, έστω και αν αυτό δεν έχει αρχίσει ακόμη να κινείται, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή.

Ακόμη, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ν. ΓΠΝ/1911, το αυτοκίνητο είναι εν λειτουργία μεταξύ άλλων και όταν διακόπτει την πορεία του για φόρτωση ή εκφόρτωση, καθώς και όταν είναι σταθμευμένο κατά τρόπο που δύναται να επηρεάσει την κυκλοφορία. Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν 'σε αυτό.

Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο το αυτοκίνητο να ήταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την πιο πάνω έννοια. Ο όρος "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου ερμηνεύεται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών σε τρίτους.

Έτσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του ν. 489/1976 (ΑΠ Ολομ. 23/1989, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 426/2015, ΑΠ 238/2015, ΑΠ 526/2012). Με βάση όλα τα παραπάνω ασφαλιστική κάλυψη υπάρχει εκτός από τις περιπτώσεις που το αυτοκίνητο κινείται και σε περίπτωση που κάποιο αυτοκίνητο πέσει σε κάποιο άλλο που είναι ακινητοποιημένο φόρτωση ή εκφόρτωση ή είναι αντικανονικά σταθμευμένο και γενικά σταθμευμένο κατά τρόπο δημιουργούντος κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται ,αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά, τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 8-7-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εξέθετε ότι ο εναγόμενος υπήρξε συνυπαίτιος μετά της ιδίας κατά ποσοστό 90% του αυτοκινητικού ατυχήματος ,οι συνθήκες του οποίου περιγράφονται στο δικόγραφο, ως κύριος του σταθμευμένου από αυτόν φορτηγού, στο οποίο ενεπλάκη το αυτοκίνητο του Σ.

Μ., με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο επέπεσε σε αυτό, μετά τη σύγκρουση του με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, που κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο σε αυτήν. Ότι ο Σ. Μ. άσκησε εναντίον της, των Μ. Μ., Μ. Μ. και του ήδη αναιρεσίβλητου (Γ. Κ.) ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την από 18-3-2009 αγωγή. Ότι επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε κατ' έφεση η υπ' αριθμ. 3644/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η ενάγουσα, αφού έγινε δεκτό ότι τύγχανε συνυπαίτια του ατυχήματος, κατέβαλε στον ενάγοντα εκείνης της αγωγής Σ.

Μ. το ποσό των 27.626,08 ευρώ νομιμότοκα. Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος τυγχάνει συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 90% και για αυτό ζητούσε, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 34.209,07 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής στον Σ.

Μ. (16-10-2012), άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής καθώς και να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Παράλληλα, ο εναγόμενος στην ανωτέρω αναγωγή με την από 5-8-2013 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση στην οποία ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, αφού εξέθετε ότι το φερόμενο στην προαναφερόμενη αναγωγή ως ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που θα προκαλούσε σε τρίτους στην προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ", την προσεπικάλεσε να παρέμβει στη μεταξύ αυτού και της ανωτέρω ενάγουσας δίκη και να τον υποστηρίξει και σε περίπτωση ήττας του, ζητούσε, να αναγνωριστεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει, με βάση τη σύμβαση ασφαλίσεως, κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην ανωτέρω ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της από μέρους του καταβολής καθώς και να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), αφού συνεκδίκασε την παραπάνω αναγωγή με την προσεπίκληση μετά της ενωμένης αγωγής αποζημιώσεως, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1917/2015 απόφαση, με την οποία, αφού έκρινε συνυπαίτιο για το ένδικο ατύχημα με τις εξ αυτού συνέπειες και τον εναγόμενο σε ποσοστό 50%, δέχθηκε εν μέρει την αναγωγή και για το ποσό των 19.355,04 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ακολούθως δε έκανε εν μέρει δεκτή και την παρεμπίπτουσα αγωγή για το ποσό των 19.355,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή αυτού .Κατά της απόφασης αυτής, η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ" άσκησε, την από 11-9-2015 έφεσή της και ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 4335/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ,η οποία απέρριψε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά , δεχόμενη, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 29-3-2004 και περί ώρα 22:15' περίπου, ο Σ.

Μ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από το κέντρο της Ελευσίνας προς τις εργατικές κατοικίες ..., κατέχοντας το αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, με ταχύτητα 90 χιλ/ω περίπου.... Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Μ. Μ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της... Μ. Μ., που τον είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εκινείτο στην ίδια οδό ,με αντίθετη όμως κατεύθυνση προς το άνω αυτοκίνητο, ήτοι από Εργατικές Κατοικίες ...

προς το Κέντρο της Ελευσίνας, κατέχοντας το αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, με κανονική ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50χιλ/ω. Σημειωτέον ότι η οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.... Στο ύψος όπου αυτή διασταυρώνεται με την οδό ..., επίσης δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 7,30 μ.

και μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η υπάρχουσα στην πρώτη οδό διαχωριστική νησίδα διακόπτεται σε απόσταση μήκους 17,10 μέτρων. Στο σημείο αυτό η οδός ... είναι ευθεία, το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χιλ/ω και κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσαν συνθήκες καλοκαιρίας, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική.

Όταν το δεύτερο ως άνω ... ΙΧΕ αυτοκίνητο έφτασε στην προαναφερόμενη διασταύρωση με την οδό ..., ο οδηγός του, έχοντας την πρόθεση να στρίψει αριστερά και αφού διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., να εισέλθει επί της οδού ..., δεν ακινητοποίησε το όχημα του στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, ούτε έλεγξε από δεξιά του την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Εργατικές Κατοικίες ..., ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει την αλλαγή κατεύθυνσης με ασφάλεια, αλλά επιχείρησε αιφνίδια στροφή προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος του στην αριστερή πλευρά του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου του Σ. Μ., κατά τη στιγμή που αυτό είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση, αποκλείοντας από τον οδηγό του τη διενέργεια οποιοδήποτε αποφευκτικού ελιγμού. Εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης αυτής, το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά και παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε ο οδηγός του, διαγράφοντας ίχνη αυτής μήκους 46,50 μ., προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα και τη δεξιά πλευρά του σε μεταλλικούς δοκούς, οχτώ (8) στον αριθμό, διαστάσεων 6,10 μ.

μήκους Χ 0,10 μ. πλάτους, εργαστηρίου κατασκευής τεντών του νυν εναγόμενου Γ. Κ., οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι από τον ίδιο, δεξιά του οδοστρώματος δίπλα από το πεζοδρόμιο και έμπροσθεν του OA 3, όπου βρίσκεται το εργαστήριο αυτού, τοποθετημένοι σε τρίποδες ύψους 1 μέτρου περίπου από το έδαφος και ακολούθως προσέκρουσαν στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου στο ίδιο σημείο και έμπροσθεν αυτών ...

ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, στην καρότσα του οποίου επρόκειτο να φορτωθούν, περιορίζοντας με αυτό τον τρόπο την κίνηση των οχημάτων και δημιουργώντας κίνδυνο για τους οδηγούς τους. Στη συνέχεια διαπέρασαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Σ. Μ. από το εμπρόσθιο παρμπρίζ μέχρι το οπίσθιο, με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου και την πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο του.

Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και οι εξ αυτού συνέπειες οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια του Μ. Μ., οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και του εναγομένου Γ. Κ., ο πρώτος των οποίων κατά την οδήγηση του οχήματος του δεν επέδειξε την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια και προσοχή την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός οφείλει και μπορεί να επιδείξει με βάση τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και λογική, ενώ ο δεύτερος αυτών δεν επέδειξε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια και προσοχή την οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος και οδηγός οφείλει και μπορεί να επιδείξει με βάση τους ίδιους κανόνες.

Ειδικότερα η αμέλεια τους συνίσταται στο ότι: α) ο Μ. Μ. δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και επιπροσθέτως, έχοντας την πρόθεση να ενεργήσει τον προαναφερόμενο ελιγμό προς τα αριστερά, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως αν μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν αντίθετα στο οδόστρωμα, που επρόκειτο να εγκαταλείψει, με αποτέλεσμα να εισέλθει αιφνίδια και ανέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και να συγκρουσθεί με το κινούμενο εκεί ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο του Σ. Μ., ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 εδ. τελευταίο και 4 του ΚΟΚ και β) ο νυν εναγόμενος Γ. Κ. είχε σταθμεύσει το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στην προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ", γεγονός που η τελευταία δεν αμφισβητεί, στο ως άνω σημείο της οδού ... και όπισθεν αυτού είχε τοποθετήσει με τον προαναφερόμενο τρόπο τους μεταλλικούς δοκούς για φόρτωση επ' αυτού, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι εξ αυτών δεν δημιουργείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας με αποτέλεσμα την πτώση του αυτοκινήτου του Σ.

Μ. επ' αυτών, ενεργώντας κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 1 του ΚΟΚ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά και με την υπ' αριθμ. 3644/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1288/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από αγωγή που άσκησε ο Σ.

Μ., η οποία (απόφαση) αναγνώρισε μεταξύ άλλων, ότι η συνεναγομένη τότε ασφαλιστική εταιρία και ήδη ενάγουσα οφείλει να καταβάλει στον Σ. Μ., εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνεναγομένους της, το ποσό των 27.626,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, ... Σε συμμόρφωση της άνω τελεσίδικης απόφασης η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στον Σ.

Μ. το συνολικό ποσό των 38.710.08 ευρώ για κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και δικαστική δαπάνη. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, το ασφαλισμένο από την προσεπικαλούμενη- παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία ζημιογόνο υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο του εναγομένου Γ. Κ., το οποίο ήταν προσωρινά σταθμευμένο στην προαναφερόμενη θέση της οδού ...

ενόψει της επικείμενης φόρτωσης του, βρισκόταν σε λειτουργία και δεν ήταν σταματημένο όπως αβάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα. Και τούτο διότι το αυτοκίνητο είναι "εν λειτουργία", μεταξύ άλλων, και όταν διακόπτει την πορεία του για φόρτωση, καθώς και όταν είναι σταθμευμένο ενόσω κατά κάποιο τρόπο δύναται να επηρεάσει την κυκλοφορία (βλ.

Αθαν Κρητικού Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα έκδ. 2008 σελ. 152 παρ. 11 αριθμ. 21), όπως εν προκειμένω. Ενόψει τούτου, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε έστω και σιωπηρά την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης που προέβαλε η προσεπικαλούμενη-παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και δίκασε την υπόθεση κατά τη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σημειωτέον ότι η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς ωστόσο να βάλλεται η κρίση της ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του εναγομένου στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος ανέρχεται σε ποσοστό 50%, με βάση δε την παραδοχή αυτή αναγνώρισε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα το ποσό των 19.355,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή αυτού ...

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, με βάση δε αυτά έκρινε ότι η προσεπικαλούμενη-παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής, ακολούθως δε έκανε δεκτή την ένδικη προσεπίκληση και εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη την σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.355,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή αυτού και του επιδίκασε το ποσό των 400 ευρώ για μέρος των δικαστικών του εξόδων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, και οι σχετικοί λόγοι έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ελέγχονται αβάσιμοι και απορριπτέοι".

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική Εταιρεία, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεώς της προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, καθόσον ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1,2,5,6 και 10 του Ν.489/1976 όπως έχει κωδικοποιηθεί με το Π.Δ 237/86 και των άρθρων 2 εδ.

α' και 4 εδ. α του Ν. Γ.Π.Ν/1911 με εσφαλμένη ερμηνεία, καθώς απεδόθη στον από τις διατάξεις αυτές καθιερούμενο κανόνα, της ευθύνης του ασφαλιστή, σε περίπτωση που ο κίνδυνος προκληθεί από την λειτουργία ή την κίνηση του οχήματος, η έννοια, ότι ακόμη και αν το ατύχημα και η ζημία προκληθούν από κίνδυνο μη τυπικό από την λειτουργία του οχήματος, αλλά από κίνδυνο που προκαλείται από την επί της οδού απόθεση υλικών προς φόρτωση επί του οχήματος, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης ευθύνεται.

Ειδικώτερα δε ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη, δεχόμενη ότι το ασφαλιζόμενο παρ'αυτής ζημιογόνο αυτοκίνητο του αναιρεσίβλητου βρισκόταν κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος εν λειτουργία, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι εφόσον το ανωτέρω αυτοκίνητο ήταν σταματημένο κατά το χρόνο του ατυχήματος για φόρτωση εμπορευμάτων, (επί των οποίων μάλιστα προσέκρουσε αρχικά και στην συνέχεια στο οπίσθιο μέρος του σταματημένου αυτοκινήτου το ζημιωθέν αυτοκίνητο του παθόντος Σ.

Μ.) το ανωτέρω αυτοκίνητο δεν βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος εν λειτουργία και ότι ως εκ τούτου θα έπρεπε να απορρίψει την στρεφομένη εναντίον της παρεμπίπτουσα αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Αφ'ετέρου δε, όλως επικουρικώς, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, καθόσον δέχθηκε, ότι το ατύχημα προεκλήθη από την κακή τοποθέτηση των υλικών προς φόρτωση - δοκών επί του εδάφους, στα οποία επέπεσε το όχημα του ασφαλισμένου της διαλαμβάνοντας ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα ελλιπείς αιτιολογίες, αφού η παραδοχή αυτή δεν ήταν επαρκής, ώστε να υπαχθεί το επισυμβάν ατύχημα στη νομική έννοια του ατυχήματος από την λειτουργία του οχήματος, επί πλέον δε, η παραδοχή ότι το ατύχημα συνέβη λόγω της κακής εναπόθεσης προς φόρτωση των υλικών - δοκών, τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή ότι το ατύχημα συνέβη λόγω της παρανόμου σταθμεύσεως του αυτοκινήτου.

Πλήν όμως, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων αποδείχτηκε ότι το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα Ασφαλιστική Εταιρεία ζημιογόνο υπ'αριθ. ...

Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος προσωρινά σταθμευμένο στην προαναφερθείσα θέση της οδού ... εν όψει της επικείμενης φόρτωσής του, και συνεπώς βρισκόταν σε λειτουργία κατά την έννοια που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας και δεν ήταν απλώς σταματημένο, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική Εταιρεία, και τούτο διότι το αυτοκίνητο είναι "εν λειτουργία" μεταξύ άλλων, και όταν διακόπτει την πορεία του για φόρτωση, καθώς και όταν είναι σταθμευμένο κατά κάποιο τρόπο δύναται να επηρεάσει την κυκλοφορία, όπως εν προκειμένω.

Ακόμη δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση της ότι το ζημιωθέν αυτοκίνητο του παθόντος Σ. Μ. προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα και την δεξιά πλευρά του αρχικά στα προς φόρτωση εμπορεύματα στην καρότσα του Φορτηγού αυτοκινήτου του αναιρεσίβλητου και στη συνέχεια στο οπίσθιο τμήμα του εν λόγω αυτοκινήτου και ότι από το άρθρο 34 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.

προκύπτει ότι η στάση και η στάθμευση επιτρέπεται αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας . Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι το ζημιογόνο όχημα βρισκόταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, σε λειτουργία υπό την προαναφερόμενη έννοια, ενόψει της επικείμενης φόρτωσής του και, συνεπώς, υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη αυτού, καθόσον αφορά το ένδικο ατύχημα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση, ευθέως, των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με την επίκληση ότι οι αγωγικές αξιώσεις, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας εξαιρούνται από την υπόψη ασφαλιστική κάλυψη, καθόσον, το ένδικο ατύχημα δεν έγινε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, αλλά ενόσω αυτό ήταν σταθμευμένο και, συνεπώς, δεν υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα.

Ακόμη το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς ,σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες όπως αυτές παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας ,που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι κι έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι υπόλοιπες προβαλλόμενες με το λόγο αυτό πιο πάνω αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται διότι αναφέρονται σ'ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος ώστε να μην υπαχθεί το εν λόγω ατύχημα στην νομική έννοια του ατυχήματος από την λειτουργία του.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ για το λόγο ότι σχετικά με την κρίση της περί συνυπαιτιότητας του Γ. Κ., ιδιοκτήτη του σταθμευμένου ΙΧΦ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο σ'αυτή (αναιρεσείουσα) παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου ως προς τη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και της υπαιτιότητας, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ ακόμη διέλαβε αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία καθόσον ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της, όπως θα έπρεπε για την πληρότητα της αιτιολογίας της, σε ποια οδό στάθμευσε το όχημά του ο Γ.

Κ., δηλαδή αν στάθμευσε στην οδό στην οποία εκινείτο το όχημα του μη υπαίτιου οδηγού ή στην κάθετη αυτής οδό, σε ποια απόσταση από την διασταύρωση, σε ποια απόσταση από τη διασταύρωση είχαν τοποθετηθεί οι δοκοί, αν αυτοί και το σταθμευμένο όχημα παρεμπόδιζαν την κανονική κίνηση των οχημάτων επί της οδού, αν η στάθμευση απαγορευόταν με σχετικές πινακίδες και κυρίως, ποιός ήταν ο λόγος ένεκα του οποίου από την στάθμευση και μάλιστα από την τοποθέτηση δοκών προς φόρτωση δημιουργείτο κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και τέλος, δεν ανέφερε η αναιρεσιβαλλόμενη με ποιόν άλλο τρόπο θα μπορούσε να φορτώσει τις δοκούς στο όχημά του ο σταθμεύσας Κ., με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των περιστατικών που δέχθηκε, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, στη νομική έννοια της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως αυτές παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία "... ΑΕΓΑ", υπ' αριθμ. ... Φορτηγού αυτοκινήτου Γ. Κ. κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε σταθμεύσει το ΙΧΦ αυτοκίνητο του, στο δεξιό , σε σχέση με την πορεία του οδηγούμενου από το Σ.

Μ. υπ'αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, τμήμα της οδού ..., στην Ελευσίνα, έχοντας όπισθεν αυτού τοποθετήσει πάνω σε τρίποδες , ύψους 1 μέτρου περίπου από το έδαφος οκτώ μεταλλικούς δοκούς, διαστάσεων 6,10 μ. μήκους Χ 0,10 μ πλάτους, για φόρτωση στο αυτοκίνητο του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι εξ αυτών δεν δημιουργείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, περιορίζοντας με την κατά τον ως άνω τρόπο στάθμευσή του την κίνηση των οχημάτων και δημιουργώντας κίνδυνο για τους οδηγούς τους, και ότι μετά τη σύγκρουση του οδηγούμενου από τον Σ.

Μ. υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κινούμενου στην οδό ... με κατεύθυνση από το κέντρο της Ελευσίνας προς τις εργατικές κατοικίες ..., κατέχοντας το αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του με το οδηγούμενο από το Μ. Μ. υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο κινείτο στην ίδια ως άνω οδό με αντίθετη κατεύθυνση προς το πρώτο αυτοκίνητο, και εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης αυτής, το υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά και παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε ο οδηγός του, διαγράφοντας ίχνη αυτής μήκους 46,50 μ., προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα και τη δεξιά πλευρά του στους ως άνω μεταλλικούς δοκούς που προορίζονταν προς φόρτωση στο ως άνω ΙΧΦ αυτοκίνητο του αναιρεσίβλητου και ακολούθως προσέκρουσαν στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου στο ίδιο σημείο και έμπροσθεν αυτών ...

ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του εναγομένου, στην καρότσα του οποίου επρόκειτο να φορτωθούν, τα οποία στη συνέχεια διαπέρασαν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Σ. Μ. από το εμπρόσθιο παρμπρίζ μέχρι το οπίσθιο, με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου και την πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και ιδίως την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του στην ως άνω δημόσια οδό για φόρτωση σ' αυτό των ως άνω μεταλλικών δοκών, ευρισκόμενο συνεπώς εν κυκλοφορία αλλά και εν λειτουργία σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, περιορίζοντας με αυτό τον τρόπο την κίνηση των οχημάτων και δημιουργώντας κίνδυνο για τους οδηγούς τους, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι από τη συμπεριφορά του αυτή δεν δημιουργείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, στη θέση που ήταν σταθμευμένο, με αποτέλεσμα, την πρόσκρουση του υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, αρχικά στους μεταλλικούς δοκούς και ακολούθως στο το υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν και κυρίως το σοβαρό τραυματισμό του οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Μ., το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού από τα αναφερόμενα σ' αυτή παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει η ιδιαίτερη επικινδυνότητα της στάθμευσης για φόρτωση στο ως άνω σημείο της οδού ...

έμπροσθεν του Ο.Τ. 3 κατά τον προαναφερόμενο τρόπο του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΦορτηγού αυτοκινήτου από τον αναιρεσίβλητο οδηγό και ιδιοκτήτη του Γ. Κ. και εντεύθεν η συνυπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου οδηγού του εν λόγω ΙΧΦ αυτοκινήτου στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και τις εξ αυτού συνέπειες, καθώς και ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του τελευταίου με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ακόμη διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με τα πιο πάνω κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα (συνυπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου) τις πιο πάνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, από τις οποίες είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Οι δε επικαλούμενες ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα σχετικά με τα κρίσιμα αυτά ζητήματα, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος ως προς τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου οδηγού και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο πόρισμα σαφώς εκτίθεται στην απόφασή του και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται επί πλέον σ' αυτή τα εν λόγω στοιχεία που η αναιρεσείουσα παραθέτει και θεωρεί ότι είναι απαραίτητα.

Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών του επίδικου ατυχήματος. Μετά από αυτά, απορριπτομένων των λόγων αναίρεσης ως αβασίμων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2018 (αριθμ. καταθ. 10087/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4335/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ