Supreme Court dismisses main labor claim but remands case to re-examine secondary grounds for termination invalidity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the primary ground of the labor dispute, ruling the employee's termination was valid because he was not a third party and lacked standing to challenge the board's secrecy. However, the court remanded the case to the Athens Labor Court to re-examine secondary claims regarding the termination's invalidity due to abuse of power, unpaid severance, or lack of significant cause. The employee was ordered to pay the company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 246, 176, 183, 191 παρ.2: When a higher court finds the main ground of a labor claim inadmissible but leaves other secondary grounds unexamined, the case must be remanded for a new trial to address those remaining claims substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1156 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1156/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Εταιρία Φυτοπροστατευτικών, Φυτοθρεπτικών και Άλλων Συναφών Προϊόντων και Υπηρεσιών" και διακριτικό τίτλο "... ΕΛΛΑΣ ΑΕ" (πρώην ... ΑΕΕΒΕ, πρώην ... Εταιρία), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Κόκκαλη και Κωνσταντίνου Μπακόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ά. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή και Δημητρίου Βερβεσού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 169/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1134/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2017 αίτησή της και τους από 20-10-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 31-3-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 1134/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτώς με ξεχωριστό δικόγραφο που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης (ΚΠολΔ 569 παρ.2, βλ. την .../1-11-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Κ.) και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους (ΚΠολΔ 246).
2. Με την από 19-1-2011 (με αριθμό κατάθεσης .../ 2011) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι ήταν μέτοχος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, συνδεόμενος παράλληλα με αυτήν, από το έτος 1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι το Φεβρουάριο 2010, η εδρεύουσα στο Βέλγιο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." εξαγόρασε το σύνολο των μετοχών της εναγομένης, αλλά ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν, με την ίδια σύμβαση εργασίας, ως διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής, έναντι μηνιαίων αποδοχών ύψους 10.000 ευρώ.
Ότι, άλλως και επικουρικά, από 15-7-2010 συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με διάρκεια μέχρι την 31-12-2014. Ότι, την 22-10-2010, η εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου αυτής, κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και πρόσφερε στον ενάγοντα το ποσό των 11.666,67 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης.
Ότι η ως άνω καταγγελία είναι ανυπόστατη διότι το πρόσωπο που την επιχείρησε δεν ήταν αρμόδιο προς τούτο ούτε είχε πληρεξουσιότητα από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, εν όψει του ότι οι σχετικές πράξεις δεν είχαν λάβει τη νόμιμη δημοσιότητα. Ότι, άλλως, το ποσό της αποζημίωσης δεν ήταν το προσήκον, διότι υπολογίσθηκε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψη η πριν από την 15-7-2010 διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, που είχε αρχίσει από το 1976.
Ότι, άλλως, η καταγγελία έγινε με κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και αντίθετα προς την αρχή επιλογής του ηπιότερου μέσου αντίδρασης. Ότι, άλλως, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι επρόκειτο για σύμβαση ορισμένου χρόνου, δεν υπήρξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία. Ότι η εναγομένη, η οποία μετά την καταγγελία δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, έχει περιέλθει σε υπερημερία δανειστή και με την εν γένει συμπεριφορά της προσέβαλε την προσωπικότητά του.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και ύστερα από μερικό περιορισμό του αρχικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, β) να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-10-2010 έως 23-10-2012 το ποσό των 240.000 ευρώ, αναγνωριζομένης παράλληλα για την ίδια αιτία οφειλής εκ μέρους της ποσού 60.000 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 23-10-2012 έως 23-1-2013 και επιδόματα εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή και γ) να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 100.000 ευρώ, από το οποίο 10.000 ευρώ καταψηφιστικά και το υπόλοιπο αναγνωριστικά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Άλλως και επικουρικά, εάν ήθελε κριθεί έγκυρη η ως άνω καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης με βάση τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας του (από το 1976) και αυτής που καταβλήθηκε, ήτοι υπόλοιπο 268.333,41 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας.
Άλλως και περισσότερο επικουρικά, εάν ήθελε κριθεί ότι με την εναγομένη συνδεόταν με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία αυτή κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 440.000 ευρώ, από το οποίο 240.000 ευρώ καταψηφιστικά και το υπόλοιπο αναγνωριστικά, για τις συμφωνημένες αποδοχές μέχρι την ημερομηνία λήξης της σύμβασης (31-12-2014), με τον ίδιο τόκο υπερημερίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 169/2015 απόφασή του, δέχτηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση αυτής και, κρίνοντας ότι η καταγγελία υπήρξε ανυπόστατη με συνέπεια η εναγομένη, που απέκρουσε τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, να έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος και να καταβάλει σ’ αυτόν το αντιστοίχως αιτούμενο χρηματικό ποσό για αποδοχές υπερημερίας.
Παράλληλα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την (εκ των επικουρικών) βάση τη αγωγής, που συνίστατο στην αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως γενομένης με κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις. Επί των εφέσεων εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 1134/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις και, με τον τρόπο αυτό, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση.
Κατά της αποφάσεως του εφετείου η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους επ’ αυτής προσθέτους λόγους.
3. Ο ν. 2190/1920, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963, ορίζει στο άρθρο 7Α, όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986, ότι "1. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: [...]. γ. Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που ασκούν τη διαχείριση της εταιρίας, έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα και είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο".
Στις παραγράφους 1 περ. α’ και β’ , 13, 14 και 15 του άρθρου 7Β του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986, ορίζεται ότι "1. Η δημοσιότητα πραγματοποιείται: α) Με την καταχώριση [...] των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας [...].
β) Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρίας, στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών των πράξεων και στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα [...]. 13.
Η εταιρία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση που προβλέπει η περ. β’ της ανωτέρω παρ.1, εκτός εάν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν [...]. 14. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας είναι υπεύθυνο για την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου των πράξεων και στοιχείων για τα οποία απαιτείται δημοσιότητα [...]. 15.
Οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με την ανωτέρω παρ.1, εκτός εάν η έλλειψη δημοσιότητας τα καθιστά ανίσχυρα". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται ο διορισμός ή η αντικατάσταση των προσώπων που ασκούν τη διαχείριση ή εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας (ΑΚ 67), δεν έχει συστατικό, αλλά δηλωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 470/2006, ΑΠ 916/2004).
Έτσι, η πράξη διορισμού ή η για οποιοδήποτε λόγο παύση ενός προσώπου σε αναφορά προς την ως άνω εξουσία, υποβάλλεται μεν σε δημοσιότητα, πλην όμως η μη δημοσίευση δεν επιδρά στο κύρος αυτής, αλλά έχει ως αποτέλεσμα το ότι η ανώνυμη εταιρία δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αντιτάξει σε τρίτους, με τους οποίους έχει συναλλαχτεί, την επελθούσα μεταβολή, εκτός εάν αποδείξει ότι οι τρίτοι τη γνώριζαν (ΑΠ 307/2003, ΑΠ 724/2002).
Σκοπός των ανωτέρω ρυθμίσεων είναι η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία των τρίτων που συναλλάσσονται με την ανώνυμη εταιρία και προσδίδουν πίστη στα δημοσιευμένα στοιχεία της. Έτσι, σε περίπτωση που επέλθει μεταβολή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρίας χωρίς να δημοσιευθεί, η εταιρία δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του τρίτου, που συναλλάχτηκε με νόμιμο εκπρόσωπο που αναφέρεται στα δημοσιευμένα στοιχεία της, την επελθούσα μεταβολή στην εκπροσώπησή της, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε τη μεταβολή.
Αντίθετα, ο τρίτος μπορεί να επικαλεσθεί έναντι της εταιρίας την έλλειψη της δημοσιότητας και το κύρος της συναλλαγής του με τον προηγούμενο εκπρόσωπο της εταιρίας. Τρίτος θεωρείται κάθε συναλλασσόμενος με την εταιρία, ο οποίος ως εκ της θέσεως στην οποία βρίσκεται και των λοιπών κατ’ ιδίαν περιστάσεων έχει ανάγκη προστασίας, διότι αδυνατεί να παρακολουθήσει τις επερχόμενες μεταβολές στη διοίκηση και εκπροσώπηση αυτής και, ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένος να εμπιστευθεί τις ήδη νομίμως δημοσιευμένες πληροφορίες ως προς το ζήτημα αυτό.
Δεν θεωρείται, όμως, "τρίτος" ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας ή ο γενικός διευθυντής αυτής, ο οποίος με την εν λόγω ιδιότητα είτε μετέχει στις διαδικασίες εκλογής ή επιλογής των οργάνων της εταιρίας είτε είναι ενήμερος για τις σχετικές μεταβολές και οιονεί "ταυτίζεται" με την εταιρία (ΣτΕ 267/ 2018, ΑΠ 737/2015, ΑΠ 1657/2010).
4. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας το εμπόριο γεωργικών φαρμάκων. Ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, κατείχε το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχών της εναγομένης της και επί σειρά ετών ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου (ΔΣ) και διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Ότι μετά από συμφωνία (Φεβρουάριος 2010) για την πώληση του συνόλου των μετοχών της εναγομένης προς την εδρεύουσα στο Βέλγιο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, (Ιούλιος 2010), ο ενάγων, με την από 15-7-2010 απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγόμενης, εξελέγη μέλος του ΔΣ αυτής.
Ότι με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε η υπογραφή συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της εναγομένης και εξουσιοδοτήθηκε ο D. B., νόμιμος εκπρόσωπος της "..." που ήταν ήδη, μετά την προς αυτή μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της εναγομένης, η μοναδική μέτοχος της τελευταίας, να υπογράψει στο όνομα και για λογαριασμό αυτής τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος.
Ότι κατά την επακολουθήσασα, από 15-7-2010, συνεδρίαση του νεοεκλεγέντος ΔΣ της εναγομένης και τη συγκρότησή του σε σώμα, εξελέγησαν ο μεν ενάγων ως διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης, ο δε D. B. ως πρόεδρος του ΔΣ αυτής. Ότι αυθημερόν υπογράφηκε μεταξύ του τελευταίου, νόμιμα εκπροσωπούντος την εναγομένη με βάση την πιο πάνω απόφαση της γενικής συνέλευσης, και του ενάγοντος, η από 15-7-2010 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα ως γενικό διευθυντή της επιχείρησής της, αναθέτοντάς του όλα τα αντιστοιχούντα στη θέση αυτή καθήκοντα και υποχρεώσεις, αντί μηνιαίου μισθού ύψους 10.000 ευρώ πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, αλλά με δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση με έγγραφη γνωστοποίηση.
Ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι υπέγραψε την ως άνω σύμβαση με την πίεση ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα ολοκληρωνόταν η μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης στην "..." και ότι στην πραγματικότητα συνεχίστηκε με νέους όρους η αρχική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που ήδη από το έτος 1976 τον συνέδεε με την εναγομένη, δεν αποδείχθηκε.
Ότι, αντίθετα, από το περιεχόμενο των από 15-7-2010 δύο επιστολών του ενάγοντος, απευθυνόμενων προς την "...", οι οποίες συντάχθηκαν περί ώρα 10:00, δηλαδή πριν λάβουν χώρα την ίδια ημέρα η γενική συνέλευση της εναγομένης (11:00), η συνεδρίαση του νεοεκλεγέντος ΔΣ αυτής (11:30) και η υπογραφή της από 15-7-2010 σύμβασης εργασίας (12:00), προκύπτει ότι αυτός παραιτήθηκε ρητά τόσο από τις ιδιότητες του προέδρου του ΔΣ της εναγομένης και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής (με την πρώτη επιστολή) όσο και από οποιαδήποτε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή έμμισθης εντολής είχε με την τελευταία (με τη δεύτερη επιστολή).
Ότι στον όρο 10.1 της συναφθείσας την 18-2-2010 μεταξύ της "..." και των μετόχων της εναγομένης σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών ρητά ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία θα ξεκινήσει να απασχολεί τον ενάγοντα σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας η οποία θα υπογραφεί κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της μεταβίβασης των μετοχών.
Ότι η από 15-7-2010, μετά δηλαδή την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του συνόλου των μετοχών της εναγομένης στην "...", σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη ήταν νέα και δη αορίστου χρόνου, εντελώς ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη σύμβαση που τυχόν συνέδεε έως τότε τους διαδίκους. Ότι, την 22-10-2010, ο πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης, D.
B., με έγγραφο που υπέγραψε ο ίδιος στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας κάτω από την επωνυμία της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, μετά δε την άρνηση του τελευταίου να το παραλάβει, το κοινοποίησε σ’ αυτόν αυθημερόν, με θυροκόλληση, προσφέροντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 11.666,67 ευρώ.
Ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό, λόγω της άρνησης του ενάγοντος να το εισπράξει, κατατέθηκε την 25-10-2010 στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων, επιδόθηκε δε σ’ αυτόν το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης την επομένη ημέρα (26-10-2010). Ότι στην ως άνω καταγγελία προέβη ο πρόεδρος του ΔΣ της εναγόμενης χωρίς να έχει προηγηθεί συγκεκριμένη απόφαση του ΔΣ αυτής, που να του παρέχει τη δυνατότητα να προβεί στην ενέργεια αυτή, δεδομένου ότι στο καταστατικό της εναγομένης ρητά ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το ΔΣ διορίζει και παύει το προσωπικό της κεντρικής υπηρεσίας της εταιρίας, όπως τους διευθυντές, υπαλλήλους κλπ.
Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, εφόσον έγινε από πρόσωπο που δεν είχε από το ΔΣ την εξουσία καταγγελίας, δηλαδή από μη νόμιμο, κατά το χρόνο της συντέλεσής της, εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας, είναι ανυπόστατη. Ότι η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει το 52/22-10-2010 πρακτικό συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της και το 14327/21-12-2010 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από τα οποία προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης (δηλαδή της "...", ως μοναδικής μετόχου αυτής, νόμιμα εκπροσωπούμενης από το D.
B.), που έγινε την 22-10-2010 (δηλαδή την ημέρα της καταγγελίας), αφενός αποφασίστηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και εξουσιοδοτήθηκε ο πρόεδρος του ΔΣ, D. B., να υπογράψει κάθε απαιτούμενο έγγραφο στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης και αφετέρου εξελέγη νέο ΔΣ, το οποίο κατά τη συνεδρίαση που έγινε την ίδια ημέρα (22-10-2010), αφού συγκροτήθηκε σε σώμα, εκχώρησε στον πρόεδρο D.
B. την αρμοδιότητα να προσλαμβάνει και απολύει το προσωπικό της εταιρίας. Ότι τα παραπάνω δεν μπορούν να αντιταχθούν έναντι του ενάγοντος διότι, κατά την ημέρα που έγινε η επίμαχη καταγγελία, οι ως άνω πράξεις δεν είχαν την κατά νόμο δημοσιότητα, αφού μόλις την 16-12-2010 καταχωρίστηκαν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και την 21-12-2010 δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε κατά το χρόνο συντέλεσης της καταγγελίας ότι ο υπογράφων το σχετικό έγγραφο αυτής είχε εξουσία από το ΔΣ να καταγγείλει τη σύμβασή του.
Ότι ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, γενόμενη στο όνομα της εναγομένης από πρόσωπο που δεν είχε εξουσία καταγγελίας, είναι ανυπόστατη, η εναγομένη, που με την καταγγελία απέκρουσε τις προσηκόντως προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες, περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη και υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τις αντίστοιχες αποδοχές για το ένδικο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη 169/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την κυρία βάση της αγωγής, συνιστάμενη στο ότι η καταγγελία ήταν ανυπόστατη και είχε επιδικάσει μισθούς υπερημερίας.
5. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 7Β παρ.13 ως 15 του ν. 2190/1920, τους οποίο εφάρμοσε, ενώ δεν ήσαν εφαρμοστέοι. Ειδικότερα, εσφαλμένως έκρινε ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του τρίτου έναντι της εναγομένης εταιρίας, τη στιγμή κατά την οποία ήταν μέλος του ΔΣ, διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής αυτής μέχρι την 22-10-2010, οπότε παύθηκε με τις ως άνω αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του ΔΣ.
Διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.3), ο ενάγων δεν ήταν τρίτος έναντι της εναγομένης, αφού ήταν όργανο αυτής και πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η γενόμενη μεταβολή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρίας. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του ν. 2190/1920 περί οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρίας, διότι ενώ δέχθηκε ότι κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της 22-10-2010 εξελέγη νέο ΔΣ, το οποίο αφού συγκροτήθηκε σε σώμα προέβη σε εκχώρηση αρμοδιοτήτων προς τον πρόεδρο αυτού, D.
B., στον οποίο ανέθεσε και την εξουσία πρόσληψης και απόλυσης προσωπικού, στη συνέχεια δέχεται ότι οι αποφάσεις αυτές δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα ως προς τον ενάγοντα πριν από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, καίτοι δέχεται ότι οι δημοσιεύσεις έχουν δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα.
Είναι διαφορετικό ζήτημα, όμως, το αν οι εν λόγω πράξεις, παρά το γεγονός ότι είναι υποστατές και έγκυρες, δεν μπορούν να αντιταχθούν σε καλόπιστους τρίτους πριν από τη δημοσίευσή τους.
Συνεπώς, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο ενάγων (που όπως αναφέρθηκε δεν είναι τρίτος ως προς την εναγομένη εταιρία) απολύθηκε την 22-10-2010 από τον έχοντα εξουσία πρόσληψης και απόλυσης προσωπικού πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης, με καταβολή της αποζημίωσης που αναλογούσε στη χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε καταρτίσει με την εναγομένη την 15-7-2010 (και όχι εκείνης του έτους 1976, που είχε λυθεί προηγουμένως) έχει απολυθεί εγκύρως, όπως ορίζει ο νόμος, ήτοι με επίδοση έγγραφης καταγγελίας και καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.1 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η αντέφεση στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκούνταν και με τις προτάσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά από 1-1-2016, αφού με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το "βιβλίο τέταρτο" του ΚΠολΔ που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681Δ και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια τη σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681Δ του ως άνω Κώδικα.
Κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του νόμου 4335/2015 οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 και μετά ένδικα μέσα και αγωγές. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ’ ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, "1.
Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: [...] ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης".
Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης απαιτείται να συντελεστούν αμφότερες οι εν λόγω διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και της επίδοσής του στον αντίδικο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, πριν από την αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών προ της συζητήσεως της υποθέσεως, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
Εξάλλου και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, συνιστούν ιδιαίτερη σε σχέση με την έφεση διαδικαστική πράξη, η οποία διέπεται ως προς τον τρόπο ασκήσεώς της από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που διενεργείται (ΕισΝΚΠολΔ 12 και 24 παρ.1 εδ. β’ ). Επομένως, επί εφέσεων που συζητούνται μετά τη θέση σε ισχύ των ως άνω τροποποιήσεων του ΚΠολΔ (1-1-2016), οι πρόσθετοι λόγοι υποβάλλονται στις διατυπώσεις του άρθρου 591 παρ.1 περ.
ζ’ αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπ’ όψη ή, άλλως, κήρυξε απαράδεκτο τον με τις προτάσεις της, που κατέθεσε επί της έδρας κατά τη συζήτηση της εφέσεως την 25-10-2016, ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αυτής, στον οποίο περιεχόταν ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί του ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αναγνωρίσει το κύρος της επίδικης από 22-10-2010 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την ως άνω ορθή ερμηνεία των σχετικών δικονομικών διατάξεων, είναι αβάσιμος, διότι οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται έστω και αν η έφεση είχε ασκηθεί με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, όπως στην προκείμενη περίπτωση που ασκήθηκε πριν από την 1-1-2016, αλλά συζητήθηκε την 25-10-2016, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον 8 ημέρες πριν από την συζήτηση και όχι με τις προτάσεις.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως προς το κεφάλαιο που έπληττε την τότε εκκαλούμενη απόφαση για την κρίση περί του ότι η από 22-10-2010 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν ανυπόστατη. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως, καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής, αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί των εφέσεων. Από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι ο λόγος έφεσης της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν υποστατή, διότι ο ενάγων δεν ήταν τρίτος έναντι της εναγομένης και δεν μπορούσε να προβάλει την κατά το χρόνο καταγγελίας έλλειψη δημοσιότητας της πράξεως του ΔΣ που χορήγησε στον πρόεδρο αυτού την εξουσία να επιχειρήσει την καταγγελία, είναι βάσιμος.
Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα ως προς το κεφάλαιο αυτό και πρέπει κατ’ αντίστοιχη παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση αυτής. Κατά τα λοιπά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, προκειμένου α) να ερευνηθεί ο λόγος έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο πλήττεται η απόρριψη, ως μη νόμιμης, της επικουρικής βάσεως της αγωγής για ακυρότητα της επίμαχης καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης (εμπάθεια ή μη επιλογή του ηπιότερου μέτρου αντίδρασης), τον οποίο το εφετείο έκρινε περιττό να ερευνήσει μετά την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει την καταγγελία ως ανυπόστατη, αλλά σε περίπτωση ευδοκίμησης του οποίου θα πρέπει να ερευνήσει κατ’ ουσία την εν λόγω βάση, β) να ερευνηθούν, μέσα στα όρια των μη ακυρωθεισών παραδοχών του εφετείου, οι υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας είτε λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης απολύσεως (με την εκδοχή ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είχε διάρκεια από το έτος 1976) είτε λόγω μη υπάρξεως σπουδαίου λόγου (με την εκδοχή ότι την 15-10-2010 καταρτίσθηκε σύμβαση ορισμένου χρόνου) και γ) να ερευνηθεί η παράλληλη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος για προσβολή της προσωπικότητάς του, ως εκ της ενδεχόμενης ακυρότητας της καταγγελίας και των περιστάσεων υπό τις οποίες έχει συντελεσθεί.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1134/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος με το οποίο απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως προς την παραδοχή της κυρίας βάσεως της από 19-1-2011 αγωγής, περί του ότι η από 22-10-2010 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υπήρξε ανυπόστατη.
Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της εφέσεως.
Εξαφανίζει την 169/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αντίστοιχο μέρος.
Δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής.
Απορρίπτει την ένδικη αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, προκείμενου να ερευνήσει περαιτέρω τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ανερχόμενα σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ