Legislator Case Law & Legislation
1156/2011 AI generated

1156/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1156/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1156/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ. 45 χρόνια πριν την έναρξη αμφισβητήσεων από τους κληρονόμους αυτής χωρίς ποτέ η ίδια να ασκήσει, να υποβάλει αξιώσεις ή να επιδιώξει ποτέ την απόδοση του επίδικου ακινήτου σ' αυτή". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αναίρεσης, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.

Keywords

AI generated
right of habitation allocation of family home expulsion from housing proof of ownership warranty of title unlawful entry
AI generated
1833/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.
306/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
220/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1997 αγωγή των Ά. και Α. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26557/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2353/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2009 αίτησή της και με τους από 10-5-2009 πρόσθετους λόγους.
1463/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 2-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
303/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1156 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1156/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Μ. του Χ., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Σταμούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-5-2009 αίτησης του Ι. Μ. του Α. για αναίρεση της 505/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης και της 97/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16.1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 97/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η κατά της οποίας έφεση και οι από 10.8.2005 πρόσθετοι λόγοι επ' αυτής, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη 505/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Θράκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Όμως, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την απόφαση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε στην περίπτωση αυτή ο λόγος αυτός της αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων, α) 1045 και 1051 ΑΚ, β) 247 και 249 ΑΚ και γ) 281 ΑΚ, γιατί, ενώ ο αναιρεσείων - εναγόμενος επικαλέστηκε τα αναφερόμενα περιστατικά προς θεμελίωση των αυτοτελών ισχυρισμών που πρότεινε νόμιμα στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, ήτοι, α) για κτήση από αυτόν της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας με συνυπολογισμό του δικού του χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, β) περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης με την παρέλευση εικοσαετίας και γ) περί καταχρηστικής άσκησης από την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα του ένδικου δικαιώματος, αντίστοιχα, το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι με βάση τα επικαλούμενα περιστατικά αυτά δεν συνέτρεχαν οι προς θεμελίωση των αυτοτελών αυτών πραγματικών ισχυρισμών νόμιμοι όροι και επομένως ότι πρέπει γι' αυτό το λόγο να απορριφθούν και ακολούθως έκρινε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου όχι διότι έκρινε ότι, με βάση τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προς θεμελίωσή τους νόμιμοι όροι, αλλά διότι έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά τους, και συνεπώς, κατά το πρώτο μέρος του ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, ενώ διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αλλά ότι αποδίδεται στο Εφετείο η παραπάνω πλημμέλεια "λαμβανομένης υπ' όψιν της παραχώρησης άτυπα της νομής της οικίας από την Χ.

Μ. 45 χρόνια πριν την έναρξη αμφισβητήσεων από τους κληρονόμους αυτής χωρίς ποτέ η ίδια να ασκήσει, να υποβάλει αξιώσεις ή να επιδιώξει ποτέ την απόδοση του επίδικου ακινήτου σ' αυτή". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αναίρεσης, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. .../1937 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καβάλας Βασίλειου Πρωτόπαππα, που μεταγράφηκε νομίμως, αγόρασε η Ε. χήρα Ν. Μ., από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ένα οικόπεδο με αριθμό ΕΤΕ ..., εκτάσεως 162 τ.μ. (κατά τον τίτλο 141 τ.μ.), που βρίσκεται στην … επί της οδού ...

αρ. 32 (τότε 84).....Στο οικόπεδο αυτό κατασκευάστηκε αριστερά, για τον προσβλέποντα αυτό από την οδό ..., μία διώροφη οικοδομή, που χρησιμοποιείτο ως κατοικία και δεξιά μία ισόγεια οικοδομή, που χρησιμοποιείτο ως φούρνος. Συγκεκριμένα η κατοικία αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού κάθε ορόφου 30,50 τ.μ., στην οποία αντιστοιχεί οικόπεδο εμβαδού 59 τ.μ.

και τα όριά της είναι βόρεια η ιδιοκτησία Ρ., νότια το υπόλοιπο οικόπεδο, επί του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, κτίστηκε η ισόγεια οικοδομή (φούρνο) εμβαδού 86,36 τ.μ., επί οικοπέδου 102,88 τ.μ., ανατολικά το ανταλλάξιμο κτήμα ΕΤΕ ..., σήμερα δε ένας δρομίσκος και το διαμορφωθέν πάρκο και δυτικά η οδός ..., επί της οποίας έχει πρόσοψη.

Η Ε. Μ. απεβίωσε στην Καβάλα στις 1.2.1951 και με την υπ' αριθμ. .../1951 δημόσια διαθήκη της του συμβολαιογράφου Καβάλας Λυμπερίου Λυμπερόπουλου εγκατέστησε κληρονόμους της τα δύο τέκνα της: Την κόρη της Χ. Μ., στην οποία άφησε την οικία, και τον γιό της Α. Μ., στον οποίο άφησε τον φούρνο ... . Ο Α. Μ. ανακαίνισε το φούρνο και έκτισε πάνω από το ισόγειο πρώτο όροφο, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. .../1955 άδειας.

Η Χ. Μ. απεβίωσε το έτος 1998 και με την υπ' αριθμ .../28-5-1997 δημόσια διαθήκη της του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση εγκατέστησε την ενάγουσα κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. .../6-11-2002 δήλωσή της ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση και μετέγραψε τη δήλωση αποδοχής, οπότε στην κυριότητά της περιήλθε, αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της διαθέτιδος, η παραπάνω διώροφη οικία.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο Α. Μ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο (γιό του) τον φούρνο, που του ανήκε, με το υπ' αριθμ. .../30-4-1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καβάλας Εμμανουήλ Μακαρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο τελευταίος προβάλλει την ένσταση ιδίας κυριότητας, ισχυριζόμενος ότι η οικία περιήλθε στην κυριότητα του πατέρα του Α.

Μ. από το έτος 1957, όταν η αδελφή του Χ. Μ. του το μεταβίβασε ατύπως, λόγω δωρεάς, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο πατέρας του προέβη σε τροποποιήσεις της οικίας, ότι διαμόρφωσε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα (ένα σε κάθε όροφο), μετέτρεψε σε παράθυρο την πόρτα της οικίας και κατασκεύασε είσοδο από το φούρνο και ότι εκμίσθωνε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου σε τρίτους, ενώ το ισόγειο το είχε παραχωρήσει στην άλλη αδελφή του Α., η οποία διέμενε εκεί έως το θάνατο της, το έτος 1982.

Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα υπ' αριθμ. .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Καβάλας Εμ. Μακαρίου, με το οποίο ο Α. Μ. μεταβίβασε στον εναγόμενο, λόγω γονικής παροχής, το οίκημα του φούρνου, ως όριο αυτού προς βορρά αναφέρεται "η συνεχόμενη μετ' αυτού μικρά οικία, ιδιοκτησίας της αδελφής του (Α.

Μ.) Χ. Μ.", Δηλ. ο ίδιος ο πατέρας του εναγομένου το έτος 1986 προσδιορίζει ως όριο του ακινήτου, που μεταβιβάζει ως γονική παροχή στον εναγόμενο γιό του, την οικία της αδελφής του, στοιχείο που ανατρέπει τον ισχυρισμό του εναγομένου, αφού, αν πράγματι η Χ. Μ. είχε δωρίσει από το έτος 1957 την ανωτέρω οικία στον αδελφό της, τότε ως όριο θα αναφερόταν "η συνεχόμενη οικία ιδιοκτησίας του".

Άλλωστε, με βάση τον ισχυρισμό του εναγομένου, που πρόβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ότι η αποδοχή της κληρονομιάς της Ε. Μ. έγινε εν όψει του γάμου, που επρόκειτο να τελέσει η Χ. Μ. με τον Α. Π. το έτος 1957, ο οποίος ήθελε να εξασφαλίσει την ιδιοκτησία της μέλλουσας συζύγου του, δεν δικαιολογείται, αμέσως μετά, να δώρησε την εν λόγω ιδιοκτησία της η Χ.

Μ. στον αδελφό της Α. Μ.. Περαιτέρω δεν ευσταθεί και ο έτερος ισχυρισμός του εναγομένου, ότι τα όρια τέθηκαν ως έχουν στο συμβόλαιο είτε από παραδρομή του συμβολαιογράφου, είτε επειδή αυτός αντέγραψε άλλο έγγραφο, αφού είναι φανερό ότι τα όρια προσδιορίστηκαν από τον πατέρα του εναγομένου, με βάση την υφιστάμενη κατάσταση, ενώ από αντιπαραβολή της διαθήκης και της δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς με το ανωτέρω συμβόλαιο δεν προκύπτει ότι έγινε αντιγραφή των ορίων από τα παραπάνω έγγραφα στο συμβόλαιο.

Με βάση όσα αναφέρθηκαν, η εκμίσθωση για ένα διάστημα του πρώτου ορόφου της εν λόγω οικίας από τον Α. Μ. στην Ε. Τ. έγινε προδήλως για λογαριασμό της αδελφής του κατά το βάσιμο ισχυρισμό της ενάγουσας και όχι στα πλαίσια ενάσκησης ιδίου δικαιώματος, το οποίο δεν είχε, αλλά ούτε είχε διεκδικήσει. Αποδείχθηκε επίσης ότι η Χ.

Μ. επισκεπτόταν την οικία της σε αραιά βέβαια χρονικά διαστήματα, αφού μετά το γάμο της διέμενε στη …, και μάλιστα, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου, είχε εκφράσει την επιθυμία της να εγκατασταθεί στην οικία της, μετά το θάνατο της αδελφής της Α., στην οποία είχε παραχωρηθεί ο ισόγειος όροφος της επίδικης κατοικίας.

Τα παραπάνω ενισχύονται από την κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας και δεν ανατρέπονται από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της μάρτυρα του εναγομένου, μισθώτριας του πρώτου ορόφου της οικίας, που εξετάστηκε και ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγγελικής Παπανδρέου (…/12-1-2004 ένορκη βεβαίωση), η οποία δεν είχε ιδίαν αντίληψη του θέματος, σχετικά με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου.

Άλλωστε η κατάθεση της δεν κρίνεται πειστική, αφού κατά την εξέταση της ενώπιον του ακροατηρίου ανέφερε ως αιτία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου την ανταλλαγή αυτού με διαμέρισμα, ενώ στην ένορκη βεβαίωση (ανέφερε ως αιτία μεταβίβασης) τη δωρεά. Τέλος και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας (υπ' αριθμ.

…/3-9-2000) κρίνονται αόριστες. Να σημειωθεί ότι ο εκκαλών υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας και της μαρτυρά της μήνυση για ψευδορκία και ηθική αυτουργία στην ψευδορκία, για όσα κατέθεσαν σχετικά με την ένδικη διαφορά, πράξεις για τις οποίες αυτές αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 630/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καβάλας, απόσπασμα της οποίας προσκομίζεται.

Με βάση τα ανωτέρω, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος, μετά το θάνατο του πατέρα του Α. Μ., το έτος 1996, κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, δεν μπορεί να προσμετρήσει στο χρόνο που ο ίδιος κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο και τον προγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα, κατείχε και νεμόταν ο πατέρας του το επίδικο ακίνητο.

Θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση παραγραφής και έκτακτης χρησικτησίας που πρότεινε πρωτοδίκως και επαναφέρει με την έφεση του ο εναγόμενος-εκκαλών. Όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρότεινε πρωτοδίκως και επαναφέρει, θα πρέπει και αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι οικοδομικές εργασίες και τροποποιήσεις, που έκανε ο πατέρας του, αφορούσαν το ακίνητο που ανήκε στην κυριότητά του δηλ. το φούρνο, όσες δε έγιναν στο σημείο επαφής των δύο ακινήτων έγιναν προς εξυπηρέτησή του, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι εκτέλεσε στο επίδικο ακίνητο οικοδομικές εργασίες και μάλιστα με την ιδιότητα του κυρίου.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, ουδόλως προέκυψε ότι δημιουργήθηκε στον πατέρα του εναγομένου η πεποίθηση ότι η αδελφή του και οι κληρονόμοι της δεν θα αξιώσουν δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται, στα πλαίσια της προτεινόμενης από αυτόν ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ότι από το χρόνο που περιήλθε στην κυριότητα του το επίδικο ακίνητο (επικαλείται εξ αδιαθέτου διαδοχή από τον πατέρα του και σύσταση γονικής παροχής από τη μητέρα του, χωρίς να προσκομίζει σχετικά έγγραφα) εκτέλεσε και ο ίδιος διάφορες εργασίες στο ακίνητο, χωρίς όμως τα παραπάνω να αποδεικνύονται από σχετικά έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Άλλωστε και η προσκομιζόμενη από αυτόν τεχνική έκθεση δεν αναφέρεται σε πρόσφατες εργασίες, αλλά σε παλαιές, που έγιναν κυρίως στον φούρνο". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, με βάση τη δημόσια διαθήκη με αριθμό .../28.5.1997 στο συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση της Χ.

Μ. που αποβίωσε στις 20.5.1998, εφόσον την κληρονομία αυτής αποδέχτηκε με τη δήλωσή της με αριθμό .../6.11.2002 στον ίδιο ως άνω συμβολαιογράφο και μετέγραψε την περί αποδοχής της κληρονομίας αυτής εν λόγω δήλωσή της, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε κάνει δεκτή την περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάσης της, αφού, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του τρόπου περιέλευσης με τον ως άνω παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής της κυριότητας του επιδίκου στην ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα (άρθρα 1710 παρ. 1, 1724 έως 1737, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ), που αποτελούσε και τη βάση της αγωγής της, και των ενστάσεων του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου περί α) κτήσης από αυτόν του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία με συνυπολογισμό του δικού του χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρα 1045, 1051 ΑΚ), β) παραγραφής της ένδικης αξίωσης με την παρέλευση εικοσαετίας (άρθρα 247, 249 ΑΚ) και γ) καταχρηστικής άσκησης από την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα του ένδικου δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, καμία αντίφαση δεν υπάρχει από τις παραδοχές του Εφετείου, ότι το ισόγειο του επιδίκου παραχωρήθηκε στην αδελφή των δικαιοπαρόχων των διαδίκων Α., η οποία διέμενε εκεί έως το θάνατό της, το έτος 1982, και ότι ο πρώτος όροφος εκμισθώθηκε για ένα διάστημα στην Ε. Τ., αφού, όπως με σαφήνεια, δέχεται το Εφετείο, τόσο η παραχώρηση του ισογείου, όσο και η εκμίσθωση, ως άνω, του πρώτου ορόφου έγιναν από το δικαιοπάροχο του ήδη αναιρεσείοντος, Α.

Μ., όχι στα πλαίσια ιδίου δικαιώματος, αλλά για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσίβληρης ενάγουσας, αδελφής του, Χ. Μ..

Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, για την εκτίμηση του περιεχομένου, α) των φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων, όπως δέχτηκε το Εφετείο, δεν αμφισβητήθηκε, β) των μαρτυρικών καταθέσεων "που περιλαμβάνονται στην με αριθ. 403/3.9.2000 ένορκη κατάθεση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας, γ) της προηγηθείσας διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (υποβληθείσα αίτηση στο Ειρηνοδικείο Καβάλας, πρακτικά συνεδρίασης, εκατέρωθεν σημειώματα, σχετικά και έγγραφα που υποβλήθηκαν μ' αυτά), και της απόφασης 45/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (κατά το μέρος τους που έχουν αποδεικτική δύναμη - ΑΠ 1323/1991 Ελλ.Δνη 33.1188) που αφορούν τους ίδιους διαδίκους, το ίδιο αντικείμενο και τις ίδιες μαρτυρικές καταθέσεις, δ) της "απάντησης του ΟΤΕ, της πρόσκλησης του ΓΕΣ και του στρατολογικού γραφείου Καβάλας με τη διεύθυνση της επίδικης οικοδομής και της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Α.", που (ο αναιρεσείων προβάλλει ότι) νομότυπα επικαλέστηκε και προσκόμισε, και ε) του .../1986 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Καβάλας Εμ.

Μακαρίου, είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς - με εξαίρεση το υπό στοιχείο (ε) έγγραφο το οποίο σχολιάζει - να αιτιολογεί το πόρισμά του σε σχέση με τα υπό στοιχεία (α) και (δ) ως άνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων, κατά τον αναιρεσείοντα δεν συμπορεύεται με το πόρισμα αυτό, είναι επίσης απαράδεκτες, δεδομένου ότι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό - όπως εδώ συμβαίνει - διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 861/1984).

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως και αποτελούν άρνηση αυτών, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προταθεί από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα τον ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ότι η παραχώρηση του ισογείου και η εκμίσθωση, ως άνω, του πρώτου ορόφου του επιδίκου "γινόταν από τον πατέρα του εξ ονόματος της Χ.

Μ.", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση των πιο πάνω ενστάσεων του αναιρεσείοντος εναγομένου για κτήση από αυτόν του επιδίκου με έκταση χρησικτησία και περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.

V. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, γιατί χωρίς απόδειξη δέχτηκε ότι "η μίσθωση του πρώτου ορόφου γινόταν δήθεν για λογαριασμό της Χ. Μ., ενώ ούτε υποβλήθηκε, ούτε αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο τέτοιος πραγματικός ισχυρισμός της ενάγουσας, η οποία εξ αρχής ήταν αρνητική τόσο στην εκμετάλλευση με μίσθωση του πρώτου ορόφου, όσο και στην παραχώρηση του ισογείου για γηροκόμηση στην Χ. Μ.", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός δεν είναι "πράγμα" με την έννοια της πιο πάνω διάταξης.

VI. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.). που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο Δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 498/1978).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους της αναίρεσης, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμησή του, και τέταρτο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της παραδοχής ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που μνημονεύονται με τα στοιχεία (α) έως και (ε) στη με τα στοιχεία ΙΙΙ σκέψη της παρούσας, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες συντάχτηκαν οι πράξεις ..., .../12.1.2004, ...

και .../2005 της συμβολαιογράφου Καβάλας Αγγελικής Παπανδρέου. Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν, όσον αφορά τις ένορκες ως άνω βεβαιώσεις .../2004, ... και .../2005, ως απαράδεκτοι, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολδ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα από την υπάρχουσα σε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) βεβαίωση, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν προσκομίστηκαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Όσον αφορά δε τα λοιπά εκ των ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και ένορκη ως άνω .../12.1.2004 βεβαίωση), πρέπει οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από τις υπ' αριθμ. .../12.1.2004 ......ένορκες βεβαιώσεις και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, καθώς και την ένορκη ως άνω .../12.1.2004 βεβαίωση, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.

Η περιλαμβανόμενη στον τέταρτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, κατ' εκτίμησή της από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γιατί αναφορικά με τις ένορκες ως άνω βεβαιώσεις που δεν προσκομίστηκαν εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 254 και 451 παρ. 3 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, διότι οι εν λόγω διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, ως προϋποθέτει η προβλέπουσα το σχετικό λόγο αναίρεσης ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αλλά δικονομικού τοιούτου και έτσι η παραβίασή τους δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο όταν ισχύει το σύστημα των νομικών αποδείξεων, δηλαδή όταν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που έχει, σύμφωνα με διάταξη του νόμου, δεσμευτική δύναμη για το δικαστήριο, όχι όμως και όταν πρόκειται για δικαστικό, υπό την έννοια των άρθρων 336 παρ. 3 και 339 του ΚΠολΔ, τεκμήριο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 340 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και που έγκειται ως προς αυτό το σχετικό σφάλμα της απόφασης. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, 1) της "πρόσκλησης για κατάταξη στην κόρη της μισθώτριας (που) είναι δημόσιο έγγραφο (και) η αποδεικτική δύναμη του οποίου ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 440 ΚΠολΔ για πλήρη απόδειξη όσων βεβαιώνονται σ'αυτό", 2) "Του αντίστοιχου εγγράφου του ΟΤΕ (που) ως ιδιωτικού ή εγγράφου οργανισμού το οποίο, κατ' άρθρο 441 ΚΠολΔ, συνταγμένο, σύμφωνα με το νόμιμο τύπο, αποτελεί πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενό του" και 3) των εγγράφων που έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ήτοι, α) της από 30.5.2003 αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Καβάλας, β) του από 27.7.2003 σημειώματος της ήδη αναιρεσίβλητης, γ) των με αριθμ. 256/2003 πρακτικών συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, δ) της από 8.9.2003 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 256/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας και ε) της 45/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Ο λόγος αυτός, κατά μεν το μέρος του που αναφέρεται στα έγγραφα των αριθμών 1 και 2, έτσι που διατυπώνεται, δηλαδή με τη στερεότυπη αιτίαση, ότι το Εφετείο σχετικά με τα έγγραφα αυτά παραβίασε ως άνω τους ορισμούς του νόμου για πλήρη απόδειξη, χωρίς να αναφέρει στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν τα έγγραφα αυτά, ποία συγκεκριμένα αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ'αυτά από το Εφετείο και που έγκειται ως προς αυτά το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, κατά δε το μέρος του που αναφέρεται στα έγγραφα του αριθμού 3 στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ), τα οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών, κατά την έννοια των άρθρων 336 παρ. 3 και 339 του ΚΠολΔ, τεκμηρίων, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.

VIII. Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό του αληθινού και μορφώνει ακολούθως την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

Έγγραφα δε, κατά την έννοια του αριθ. 20 του ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι τα από τις διατάξεις των άρθρων 432 επομ. προβλεπόμενα έγγραφα που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι τα περιέχοντα τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή τη γνώση των πραγματογνωμόνων, των οποίων το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο.

Επομένως, ο έβδομος λόγος της αναίρεσης (και όχι ο όγδοος, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της "τεχνικής έκθεσης Κ., της προηγηθείσας τεχνικής περιγραφής - κατάστασης οικοδομικών εργασιών που έγιναν μετά το θάνατο του πατέρα του, της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Α.

Μ. με αριθ. 25/1982 (και) της απάντησης του Ο.Τ.Ε. (με αριθ. πρωτ. 938/117514/9.8.2006 βεβαίωσή του)" με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, με συνέπεια να μην δεχθεί τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς του περί των ενστάσεών του, ιδίας κυριότητας, παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης από την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα του ενδίκου δικαιώματος, είναι, κατά μεν το μέρος του που αναφέρεται στην "τεχνική έκθεση Κ. (και) την προηγηθείσα τεχνική περιγραφή - κατάσταση οικοδομικών εργασιών", ως περιέχουσες γνωμοδοτήσεις εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, των οποίων το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά δε το υπόλοιπο μέρος του ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την κρίση του αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα των ανωτέρω ενστάσεων του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου σχημάτισε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα αναφερόμενο σ' αυτόν έγγραφα, αλλά ύστερα από συνεκτίμηση αυτών με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.5.2009 αίτηση του Ι. Μ. του Α. για αναίρεση της 505/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης και της 97/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία προσδιορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ