Supreme Court allows appeal against employer's unilateral contract modification violating equal treatment principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the railway workers' claim. The workers argued that the employer unilaterally excluded them from a daily allowance while granting it to colleagues with identical qualifications and duties at a different station. The Court found this exclusion violated the principle of equal treatment under the Constitution and relevant labor laws, ruling that the lower court erred in dismissing the claim based on the employer's internal circular.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 of Law 2112/1920; Art. 4(1) and 22(1b) of the Constitution; An employer cannot unilaterally modify employment terms to the detriment of an employee without legal basis, and such modifications must comply with the principle of equal treatment among employees performing identical work.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1156 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1156/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας (Ο.Σ.Ε.), Δημόσιας – Κοινωνικοποιμένης Επιχειρήσεως, που λειτουργεί με την μορφή Ν.Π.Ι.Δ.-ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Ελένη Ευαγγελάτου-Αλεξανδροπούλου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ........, 2. ........., από τους οποίους ο μεν πρώτος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Παναγιώτη Σπυρίδωνα, ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σπυρίδωνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 741/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4770/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/12/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 13/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 του Ν.2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό, του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή, να τη θεωρήσει ως άτυπη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους.
Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως. Περαιτέρω, οι δευτερεύουσες απολαυές του προσωπικού του αναιρεσιβλήτου ΟΣΕ καθορίζονται από τον Κανονισμό Δευτερευουσών Απολαυών (ΚΔΑ) του προσωπικού των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το διάταγμα της 22-11-1926 και δημοσιεύθηκε στο 26Α΄1926 ΦΕΚ, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 (τέταρτο μέρος) του ν. 2671/1998 (σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο του ΟΣΕ, δηλαδή το ν.δ. 674/1970 «περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος», αρ. 4, ο ΟΣΕ είναι καθολικός διάδοχος των ΣΕΚ).
Στην παρ. 2 εδ. β΄ του κεφ. VII της κατηγορίας Β (Αμοιβαί) του ΚΔΑ οριζόταν ότι επιτρέπεται στους ΣΕΚ να χορηγούν ημερήσια αμοιβή στους αρχιελιγμοδηγούς, ελιγμοδηγούς, αρχικλειδούχους και κλειδούχους που εργάζονται σε σταθμούς οι οποίοι απαιτούν ελιγμούς μεγάλης εντάσεως και διαρκείας, η οποία (αμοιβή) κάθε φορά κανονίζεται ανάλογα με τις συνθήκες των ελιγμών και των εγκαταστάσεων που υπάρχουν για να τους διευκολύνουν.
Επίσης κατά το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. η΄ του Β.Δ. 532/72 « περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί ιδρύσεως ΟΣΕ ισχυουσών διατάξεων», που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.Δ. 1116/1972 το διοικητικό συμβούλιο του ΟΣΕ καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του ΟΣΕ, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων, πλην των αφορωσών εις δευτερευούσας απολαυάς του προσωπικού, η περί καθορισμού των οποίων απόφασις αυτού εκτελείται μετά προηγουμένην έγκρισιν των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ναυτιλίας Μεταφορών και Επικοινωνιών».
Τα ίδια ορίζει το άρθρο 88 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΣΕ, που εκδόθηκε με βάση εξουσιοδότηση από το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.Δ. 674/1972, εγκρίθηκε με την 4748/1972 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ΦΕΚ Β 827) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε, κωδικοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 3285/1980 απόφαση του ΔΣ/ΟΣΕ, δυνάμει του άρθρου 25 της Φ/14263/402/22-4-1980 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 689/1980 και έχει ισχύ νόμου, ενώ στο άρθρο 89 παρ. 2 του ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ ορίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΣΕ μπορεί να αποφασίζει τη χορήγηση στο προσωπικό και άλλων επιδομάτων με τις προϋποθέσεις και τους όρους που θα καθορίζει το ίδιο.
Επίσης, στο άρθρο 17 παρ.2 του Καταστατικού του ΟΣΕ, όπως τροποποιήθηκε με βάση το Ν. 2414/1996 (Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών με αριθ. 41342/4616/27-12-1996, ΦΕΚ 1168,τ.Β΄της 27-12-1996) ορίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΣΕ καθορίζει το εκάστοτε ισχύον μισθολογικό σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων, έχοντας και την αρμοδιότητα της διαπραγμάτευσης και υπογραφής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας με την πιο αντιπροσωπευτική οργάνωση του χώρου.
Με το άρθρο 15 παρ. 5 (τέταρτο μέρος) του ν. 2671/1998, που ισχύει από 28-12-1998, ορίζεται ότι το προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών και μόνο αυτό που εργάζεται σε συγκροτήματα που έχουν ελιγμούς μεγάλης έντασης και διάρκειας δικαιούται αμοιβή ελιγμών λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και των υφισταμένων εγκαταστάσεων, για διευκόλυνση των ελιγμών καταργουμένης και αποκλειομένης κάθε άλλης ρύθμισης για το θέμα αυτό.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 2671/1998 και του άρθρου 15 αυτού, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΣΕ, δεν μπορεί να χορηγεί, ως οικειοθελή παροχή, το επίδομα ελιγμών και σε προσωπικό άλλο εκτός του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών, όταν το προσωπικό αυτό εκτελεί ελιγμούς όμοιους με εκείνους που εκτελεί το προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών και εργάζεται με τις ίδιες συνθήκες με αυτό, το οποίο επίδομα μπορούσε να χορηγεί, με βάση τις παραπάνω μνημονευθείσες διατάξεις, ως οικειοθελή παροχή και ότι, αν παύσει να χορηγεί το επίδομα αυτό μετά το Ν. 2671/1998, δεν μεταβάλει βλαπτικά για το μισθωτό τους όρους της σύμβασης εργασίας, γιατί το δικαίωμα αυτό του παρέχεται από το νόμο, δηλαδή τη μεταγενέστερη των παραπάνω διατάξεων διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 2671/1998.
Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1β΄του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, συνακόλουθα δε παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη του την παροχή που καταβάλλει οικειοθελώς (βάσει συμβατικής ρυθμίσεως) σε άλλο εργαζόμενο, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Για την εφαρμογή πάντως της ανωτέρω αρχής, δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελών παροχών σε ορισμένους μισθωτούς, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών που δεν τις έλαβαν, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία, αφού ισότητα στην παρανομία δεν μπορεί να αξιωθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από τον αναιρεσείοντα πριν το έτος 1989, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπηρετούν μέχρι σήμερα σ'αυτόν στον κλάδο των σταθμαρχών.
Με την 154650/3-4-1989 εγκύκλιό της η Διοίκηση του αναιρεσείοντος όρισε ότι από την 1-4-1989 η ημερησία βασική αμοιβή (επίδομα ελιγμών), που προβλέπεται από τις διατάξεις του ΚΔΑ και καταβάλλεται στο προσωπικό του Κλάδου Προσωπικού Ελιγμών θα καταβάλλεται και στο προσωπικό του κλάδου Σταθμαρχών με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, στις παρακάτω περιπτώσεις:
α)Όταν το προσωπικό του Κλάδου Σταθμαρχών, λόγω έλλειψης του εκ των κανονισμών υπευθύνου προσωπικού κλάδου προσωπικού ελιγμών, έχει την ευθύνη διεύθυνσης των ελιγμών και β) όταν το προσωπικό του κλάδου σταθμαρχών χειρίζεται αλλαγές αιχμών με το σύστημα τηλεχειρισμού. Επίσης, με την 162292/27-11-1989 εγκύκλιό της η Διοίκηση του αναιρεσείοντος όρισε ότι το επίδομα ελιγμών θα καταβάλλεται από 1-11-1989 και στους σταθμάρχες- Κεντρικούς Χειριστές Κεντρικού ελέγχου κυκλοφορίας Λιανοκλαδίου.
Το πιο πάνω επίδομα καταβαλλόταν στους αναιρεσίβλητους και εν γένει στους υπηρετούντες στον κλάδο σταθμαρχών, οι οποίοι ασχολούνταν με ελιγμούς, τακτικά, χωρίς διακοπή, επί σειρά ετών και είχε καταρτισθεί σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής του ως μισθού και ο αναιρεσείων ποτέ δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης της παροχής αυτής.
Η πιο πάνω απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος δεν είχε εγκριθεί από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Ναυτιλίας Μεταφορών και Επικοινωνιών και έτσι το πιο πάνω επίδομα ελιγμών είχε το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και υπολογιζόταν στα επιδόματα αδείας και εορτών και στην προσαύξηση λόγω νυκτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.
Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις 31-12-1998, όταν η Διοίκηση του αναιρεσείοντος αυθαίρετα, μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση των αναιρεσιβλήτων, έπαυσε τη χορήγησή του εν λόγω επιδόματος καθώς και το συνυπολογισμό του στα επιδόματα εορτών, αδείας κλπ. Κατ' αυτόν τον τρόπο επήλθε μείωση στις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων και βλαπτική μεταβολή σε βάρος των όρων της σύμβασής τους, γεγονός που αυτοί δεν αποδέχθηκαν και εξακολούθησαν να εμμένουν στη χορήγησή του.
Έτσι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ασχολούνταν και εξακολουθούν να ασχολούνται με ελιγμούς, δικαιούνται να λάβουν από 1-1-1999 το επίδομα ελιγμών(ως οικειοθελή παροχή). Πλέον τούτων όμως η Διοίκηση του αναιρεσείοντος με τη 202246/3-9-1999 εγκύκλιό της όρισε ότι από 1-5-1999 και μέχρι να ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες οριστικοποίησης των οργανικών θέσεων του κάθε κλάδου, η ημερήσια αμοιβή (επίδομα ελιγμών) που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 15 του Ν. 2671/98, η οποία καταβάλλεται στο προσωπικό ελιγμών θα καταβάλλεται και στο προσωπικό παντός κλάδου και μόνο σ' αυτό που αποκλειστικά εργάζεται στα Τηλεχειριστήρια ΤΧ1, ΤΧ2, ΤΧ3, ΤΧ4 και ΤΧ5 (Θεσσαλονίκης) καθώς και στο σταθμό Οινόης.
Η καταβολή της υπόψη αμοιβής προϋποθέτει την εκτέλεση ελιγμών από το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω θέσεις. Με βάση τη ρύθμιση αυτή επαναχορηγήθηκε το επίδομα ελιγμών, μεταξύ άλλων και στους υπηρετούντες στα πιο πάνω τηλεχειριστήρια και στο σταθμό Οινόης σταθμάρχες. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρέθηκαν αδικαιολόγητα οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπηρετούν ως σταθμάρχες στο σταθμό Λάρισας, διαθέτουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με τους ευνοηθέντες και παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών, η δε εξαίρεση αυτή δεν δικαιολογείται κατ' αντικειμενική κρίση, αφού ο σταθμός της Λάρισας, όπου υπηρετούν οι αναιρεσίβλητοι (σε τηλεχειριστήρια), από απόψεως εντάσεως και διάρκειας ελιγμών και καθορισμού ημερήσιας βασικής αμοιβής με την υπ' αριθ. 195492/19-4-2000 απόφαση της Διοίκησης του αναιρεσείοντος, κατατάχθηκε στην ίδια κατηγορία με εκείνον της Οινόης (κατηγορία
ΙΙ), σε εκείνους δε που επαναχορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα περιλαμβάνονται και οι υπηρετούντες ως σταθμάρχες στο σταθμό Οινόης. Έτσι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το επίδομα ελιγμών και με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τις δύο νομικές της βάσεις, για βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως και για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 και 7 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22παρ.1β του Συντάγματος καθώς και τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2671/1998, του ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ και του Β.Δ. 532/1972, και επομένως ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η πιο πάνω παραβίαση, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4770/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ