Legislator Case Law & Legislation
1155/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming court distorted document content regarding personal data processing defense.

Case Number 1155/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on personal data processing. The appellant argued the appellate court ignored a critical portion of a report submitted to the prosecutor, claiming it would have changed the outcome regarding the legality of the vehicle's operation. The court rejected this, ruling that the omitted section was not essential because the appellant had already failed to prove an exemption for processing the personal data of the claimants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The court's decision to disregard a part of a document does not constitute a distortion of its content unless the omitted portion is critical to the substance of the case and the decision relies on a false understanding of the document's true meaning.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of document personal data processing critical part of document substance of the case exemption for processing costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 2472/1997 on the protection of individuals from the processing of personal data

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ν. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιάπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Α. Σ. , κατοίκου ... , 2) Ε. Σ. του Α. , κατοίκου ... και 3) Ε. Σ. του Α. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αμανατίδου - Μωυσίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/ΕΡ-ΔΙ/2014 μη οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας (Ειδική Διαδικασία), που διέταξε την εκδίκαση της αγωγής κατά την τακτική διαδικασία, 86/ΤΜ/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας και 1918/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ.1,3, 672 και 673 -676 Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθ. 1918/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων κατά της υπ' αριθ.86/ΤΜ/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε απορρίψει την από 3-8-2013 αγωγή τους, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου (παράνομη επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων).

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.

δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια... ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι...

ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών.

β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ.

γ` της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1). Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).

Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί.

Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας, Α.Π. 1520/2027, Α.Π. 1923/2006, Σ.Τ.Ε. 2252/2005). Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για "όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο".

Κατά δε το άρθρο 23 του εν λόγω νόμου με τίτλο "αστική ευθύνη", προβλέπονται και αστικές κυρώσεις ειδικότερα δε η παράγραφος 1 αυτού ορίζει, ότι "φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση.

Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου 2472/1997, σαφώς προκύπτει, ότι, οι ποινικές κυρώσεις, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεων του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις.

Οι δε προβλεπόμενες με αυτές αστικές κυρώσεις, μεταξύ των οποίων και η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, είναι ευρύτατες, με την έννοια ότι επιβάλλονται για κάθε μορφής παράβαση των επιταγών και απαγορεύσεων που θεσπίζονται με αυτόν (Α.Π. 1520/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1200 του Α.Κ. "τα βιβλία των μεταγραφών είναι δημόσια και προσιτά στον καθένα που θέλει να τα συμβουλευτεί, τηρούνται όμως οι όροι που απαιτούνται για την καλή διατήρησή τους." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1193 του ίδιου κώδικα "μεταγράφεται στο βιβλίο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου κάθε αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας, εφόσον με αυτήν περιέρχεται στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο ακίνητο της κληρονομίας ή εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε αυτό ή εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο ακίνητο ή καταργείται τέτοιο δικαίωμα.

Για τη μεταγραφή απαιτείται να βεβαιωθεί ο θάνατος του κληρονομουμένου." Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 103 του Ν.2961/2001 "στις υποθέσεις της φορολογίας των κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, προικών και κερδών από λαχεία, οι φορολογικές δηλώσεις, τα έγγραφα στοιχεία που επισυνάπτονται σε αυτές, οι εκθέσεις ελέγχου και οι κατά τις διατάξεις του παρόντος πράξεις είναι απόρρητα και απαγορεύεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλο πλην αυτού στο οποίο αφορούν." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.2664/1998 "η πρόσβαση στα κτηματολογικά στοιχεία τελεί υπό τους περιορισμούς του Ν.2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα." Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 32/1996).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η τρίτη των εναγόντων (αναιρεσίβλητων), η οποία είναι κόρη της πρώτης ενάγουσας και αδελφή του δεύτερου αυτών, και ο εναγόμενος (αναιρεσείων) είναι ένοικοι διαμερισμάτων της επί της ...

οικοδομής. Μεταξύ των ίδιων (τρίτης των εναγόντων και εναγομένου) έχουν προκύψει διαφορές σχετικά με τα δικαιώματά τους επί των κοινοχρήστων χώρων της εν λόγω οικοδομής και τον τρόπο διαχείρισης τους και κάποιες από αυτές οδηγήθηκαν, προς επίλυση, στα Δικαστήρια. Κατά τη διάρκεια αυτής της αντιδικίας περιήλθε σε γνώση και των τριών εναγόντων η από 7-1-2013 αναφορά του εναγομένου, που υπέβαλε σε βάρος και των τριών, και απευθύνονταν, εκτός των άλλων αναφερομένων αρχών και υπηρεσιών και προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας, στην οποία ο εναγόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, κατά λέξη τα εξής: "Οι πρώτη, δεύτερος και τρίτη των αναφερομένων (νυν εναγόντων) τυγχάνουν κύριοι εκ κληρονομιάς του Α.

Σ. , που απεβίωσε στις 23 Απριλίου 2012 ενός Αγροτικού Μηχανήματος Πολλαπλών Χρήσεων (Α.Μ.Χ.Π.) με αριθμό κυκλοφορίας AM ... . Παρά το γεγονός ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι έχουν υποβάλλει την δήλωση φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια ΔΟΥ Βέροιας, με την οποία δήλωσαν ως κληρονομιαίο αντικείμενο και με αναλογία 2/8 η πρώτη και από 3/8 οι δεύτερος και τρίτη, το μηχάνημα αυτό εξακολουθεί να κινείται με την αρχική άδεια στο όνομα του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη Α.

Σ. ". Σχετικά με την αναφορά αυτή και των στοιχείων, που εκτίθενται σ' αυτή, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο Α. Σ. κάτοικος εν ζωή … απεβίωσε στις 24-4-2003, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μοναδικούς, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγο του, πρώτη ενάγουσα κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα δύο τέκνα του, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου το καθένα.

Μεταξύ των κληρονομιαίων αντικειμένων ο ως άνω αποβιώσας κατέλειπε και ένα αγροτικό μηχάνημα εργοστασίου κατασκευής Mitshubishi τύπου Jeep και αριθμό κυκλοφ. AM ... . Με την υπ' αριθμ.... /11-10-2012 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βέροιας Στεφανίας Σπυροπούλου, που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας, με αριθμό ... /24-10-2012 οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά αναφορικά με τα ακίνητα που κατέλειπε ο θανών, υποβάλλοντας και τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια ΔΟΥ Βέροιας.

Στην ίδια δήλωση συμπεριέλαβαν και το προαναφερθέν αγροτικό μηχάνημα, το οποίο οι ενάγοντες στάθμευαν στην πυλωτή της πολυκατοικίας, όπου κατά τα παραπάνω διαμένουν η τρίτη ενάγουσα και ο εναγόμενος. Περαιτέρω προέκυψε ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμπεριέλαβαν στην δήλωση φόρου κληρονομιάς και το εν λόγω όχημα, το οποίο ο εναγόμενος εξέθετε στην παραπάνω αναφορά του, το πληροφορήθηκε (ο εναγόμενος) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στον οποίο είχε αναθέσει να κάνει τον σχετικό έλεγχο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου της ΔΟΥ Βέροιας, όπου κατά τα παραπάνω οι ενάγοντες είχαν κάνει τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς.

Ειδικότερα ο τελευταίος (πληρεξούσιος δικηγόρος) ήτοι τρίτο πρόσωπο, επενέβη κατόπιν εντολής του εναγομένου στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία κατά την έννοια του νόμου και άντλησε πληροφορίες τις οποίες παρείχε στον εναγόμενο, ο οποίος χρησιμοποίησε τις πληροφορίες αυτές, με το να τις συμπεριλάβει στην ως άνω αναφορά που απηύθυνε προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας, στην οποία και ανακοινώθηκε το περιεχόμενο αυτής.

Με τον τρόπο δε αυτό ο εναγόμενος, αφού έλαβε γνώση στοιχείων των δηλώσεων του φόρου κληρονομιών των εναγόντων, τα οποία αποτελούν φορολογικό απόρρητο, κατά το άρθρο 103 του Ν. 2961/2001 και ως εκ τούτου προσωπικά δεδομένα, στη συνέχεια γνωστοποίησε τα δεδομένα αυτά, χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων καθ' ων η αναφορά του και δίχως να προηγηθεί παραγγελία εισαγγελικής αρχής, ή ανακριτικής πράξης, που να επέτρεπε την επεξεργασία των δεδομένων αυτών και έτσι έλαβε, μετέδωσε, ανακοίνωσε και χρησιμοποίησε τα προαναφερθέντα προσωπικά δεδομένα που περιείχαν στοιχεία φορολογικού απορρήτου των εναγόντων, κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων του προαναφερθέντος Ν. 2472/1997.

Εξ άλλου, δεν προέκυψε ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε κάποιος λόγος εξαίρεσης, ο οποίος να επέτρεπε στον εναγόμενο την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων, αφού το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα κυκλοφορούσε, με την άδεια κυκλοφορίας που είχε εκδοθεί στο όνομα του αποβιώσαντος δεν εξυπηρετούσε ή επηρέαζε κάποια από τα δικαιώματά του.

Η ως άνω αναφορά υποβλήθηκε από τον εναγόμενο στην ως άνω αρχή με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη, καθώς και την προσωπικότητα των εναγόντων ως ατόμων, όπως και πράγματι και έγινε, αφού τους παρουσίαζε ως άτομα, που παραβαίνουν τους κανόνες σχετικά με τη νόμιμη κατοχή και κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος, παρά το γεγονός ότι στην ίδια την αναφορά εξέθετε ρητώς ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε δήλωση φόρου κληρονομιάς, για το εν λόγω όχημα.

Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά ο εναγόμενος προέβη σε παράνομη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του εναγόντων γνωρίζοντας ότι η πράξη του αυτή προκαλεί ηθική βλάβη σε αυτούς, καθώς και σε παράνομη και υπαίτια προσβολή της τιμής και της υπόληψης αυτών και της προσωπικότητας τους ενώπιον του Προϊσταμένου (Εισαγγελέα ) και υπαλλήλων της ως άνω αρχής και μάλιστα στην πόλη που κατοικούν οι ενάγοντες και όπου μπορεί να γίνει ευρέως γνωστή στον κοινωνικό τους περίγυρο μία τέτοια πληροφορία.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κατόπιν έγκλησης της τρίτης εκ των εναγόντων Ε. Σ. κατά του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης του Ν. 2472/1997 που συντελέσθηκε με την αποστολή της ως άνω αναφοράς και με την υπ' αριθμ. 673/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας καταδικάσθηκε ο ίδιος σε ποινή φυλάκισης (5) μηνών.

Το υποβληθέν, δε με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις, αίτημα του ίδιου (εναγομένου) να αναβληθεί η εκδίκαση της προκειμένης απόφασης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί ασκηθείσας έφεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, πρέπει να απορριφθεί, επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικαστική κρίση από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα...

Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς του εναγομένου οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, χρηματικώς αποκαταστέα υπόχρεος δε προς αποκατάσταση της είναι ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να καταδικαστεί σε καταβολή εύλογης τοιαύτης. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τις αδικοπραξίας, του είδους και του τρόπου της προσβολής και της οικονομικής κατάστασης των μερών, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.500 ευρώ σε κάθε ενάγοντα." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης και την έφεση στο σύνολό της, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ.4 και 23 παρ.1 του Ν.2472/1997, 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., αφού, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, λόγω παραβίασης των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσίβλητων, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στους αναιρεσίβλητους ηθική βλάβη, χωρίς να συντρέχει κάποιος λόγος εξαίρεσης που να επέτρεπε στον αναιρεσείοντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσίβλητων, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη αξίωση των αναιρεσίβλητων προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων ανέθεσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του να προβεί σε σχετικό έλεγχο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου της ΔΟΥ Βέροιας, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία κατά την έννοια του νόμου και άντλησε πληροφορίες αναφορικά με τις δηλώσεις του φόρου κληρονομίας των αναιρεσίβλητων, τις οποίες παρείχε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος χρησιμοποίησε τις πληροφορίες αυτές με το να τις συμπεριλάβει στην ως άνω αναφορά που απηύθυνε προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας, χωρίς την συγκατάθεση των αναιρεσίβλητων - καθ' ων η αναφορά του και έτσι με πρόθεση έλαβε, μετέδωσε, ανακοίνωσε και χρησιμοποίησε τα προαναφερθέντα προσωπικά δεδομένα κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997, και χωρίς ο εναγόμενος να δικαιολογεί έννομο συμφέρον με την έννοια που θεμελιώνει η προβλεπόμενη στο νόμο εξαίρεση, ώστε η ως άνω γενομένη επεξεργασία να καθίσταται απολύτως αναγκαία για την ικανοποίησή του, και μάλιστα να υπερέχει αυτή προφανώς του δικαιώματος των εναγόντων.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος υπέβαλε την από 7-1-2013 αναφορά, εκτός των άλλων αρχών και υπηρεσιών και προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας, σε βάρος και των τριών αναιρεσίβλητων - εναγόντων, στην οποία ανέφερε ότι οι τελευταίοι, παρά το γεγονός ότι έχουν υποβάλει δήλωση φόρου κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα τους, στην αρμόδια ΔΟΥ Βέροιας, με την οποία δήλωσαν ως κληρονομιαίο αντικείμενο και με αναλογία 2/8 η πρώτη και από 3/8 οι δεύτερος και τρίτη, ένα αγροτικό μηχάνημα πολλαπλών χρήσεων, αυτό εξακολουθεί να κινείται με την αρχική άδεια του αποβιώσαντος.

β) Ότι ο εναγόμενος πληροφορήθηκε το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμπεριέλαβαν στην δήλωση φόρου κληρονομιάς και το εν λόγω όχημα, τα στοιχεία της οποίας αποτελούν φορολογικό απόρρητο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στον οποίο είχε αναθέσει να κάνει τον σχετικό έλεγχο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου της ΔΟΥ Βέροιας, όπου οι ενάγοντες είχαν κάνει δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, τα κτηματολογικά δε βιβλία, ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία κατά την έννοια του νόμου.

γ) Ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε τις πληροφορίες αυτές με το να τις συμπεριλάβει στην ως άνω αναφορά που απηύθυνε προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας καθώς και σε άλλες αρχές, όπου ανακοινώθηκε το περιεχόμενο αυτής και με τον τρόπο αυτό παραβίασε προσωπικά δεδομένα τους, χωρίς την συγκατάθεσή τους και δίχως να προηγηθεί παραγγελία εισαγγελικής αρχής, ή ανακριτικής πράξης, που να επέτρεπε την επεξεργασία των δεδομένων, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997.

δ) Ότι δεν προέκυψε ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος εξαίρεσης, ο οποίος να επέτρεπε στον εναγόμενο την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων, αφού το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα κυκλοφορούσε, με την άδεια κυκλοφορίας που είχε εκδοθεί στο όνομα του αποβιώσαντος δεν εξυπηρετούσε ή επηρέαζε κάποια από τα δικαιώματα του, στις εν λόγω δε αιτιολογίες, κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απόφασης, εμπεριέχεται αυτονοήτως η παραδοχή, ότι ο εναγόμενος δεν δικαιολογούσε έννομο συμφέρον η ικανοποίηση του οποίου να καθιστά αναγκαία την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων και, ειδικότερα, δεν συνιστούσε τέτοιο συμφέρον το δικαίωμα του εναγομένου να προβεί στην καταγγελία προς τις αρμόδιες αρχές για την εκ μέρους των εναγόντων κυκλοφορία του μηχανήματος με την άδεια κυκλοφορίας που είχε εκδοθεί στο όνομα του αποβιώσαντος.

ε) Ότι συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς του εναγομένου οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει ο εναγόμενος να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 1.500 ευρώ σε κάθε ενάγοντα. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.

Η περαιτέρω δε παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το σκοπό υποβολής της αναφοράς, ότι δηλαδή αυτή υποβλήθηκε από τον εναγόμενο με σκοπό να βλάψει την τιμή και των υπόληψη των εναγόντων είναι πλεοναστική, καθόσον δεν διατυπώθηκε προκειμένου το Εφετείο να στηρίξει το αιτιολογικό της απόφασης και άρα, κατά το μέρος τούτο ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, προς απόδειξη του οποίου επικαλείται ο διάδικος το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη (Α.Π. 671/2021, Α.Π. 68/2020 Α.Π. 441/2019, Α.Π. 1436/ 2017). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος (Α.Π. 168/2015).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ'ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση, με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, έγγραφα και συγκεκριμένα: α) το με αριθ.

πρωτ.128/19-11-2015 έγγραφο του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας, β) τη με αριθ. πρωτ.... /24-5-2013 απάντηση του Γραφείου Εκμηχάνισης και Εξηλ/σμού Γεωργίας της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Π.Ε.Ημαθίας, γ) το απόσπασμα της υπ' αριθ.402/2013 απόφασης του Πταισματοδικείου Βέροιας και δ) το αντίγραφο της υπ' αριθ....

άδειας οδήγησης και χειρισμού αγροτικού μηχανήματος του συζύγου της τρίτης ενάγουσας, από τα οποία προκύπτει και ειδικότερα από το υπό στοιχείο α' έγγραφο ότι η πρόσβασή του στο αρχείο του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας ήταν σύννομη, από δε τα λοιπά ότι σκοπός της επίμαχης αναφοράς του ήταν η νομιμότητα της κυκλοφορίας του επίμαχου αγροτικού μηχανήματος και το Δημόσιο συμφέρον και όχι η προσβολή της προσωπικότητας των αντιδίκων του.

Ο ως άνω λόγος, αναφορικά με τα ως άνω έγγραφα, είναι αβάσιμος, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από τη διατύπωσή της ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι αρκεί, όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (εν προκειμένω έγγραφα).

Επιπλέον δε, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τη δικαστική ομολογία των αντιδίκων του, που αποτελεί πλήρη απόδειξη και έλαβε χώρα με την αγωγή τους, ότι δηλαδή η επίμαχη αναφορά του απευθυνόταν προς την Εισαγγελία Βέροιας, που είναι η πλέον δικαιούμενη αρχή για να υποβάλει αυτήν, είναι αβάσιμος, καθόσον οι ενάγοντες δεν ομολόγησαν με την αγωγή τους τέτοιο περιστατικό, ότι δηλαδή η αναφορά του εναγομένου απευθυνόταν προς δικαιούμενα πρόσωπα, ανεξαρτήτως του ότι το φερόμενο ως ομολογηθέν γεγονός δεν αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό της παράνομης επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων και, ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για ομολογία κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με την ως άνω αναφερόμενη ως δικαστική ομολογία των αντιδίκων του, είναι απαράδεκτος, αφού εν προκειμένω δεν υφίσταται δικαστική ομολογία των αντιδίκων του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/ 2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π. 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019).

Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π. 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 1992/2022, Α.Π. 1529/2022, Α.Π. 954/2011). Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αναφερόταν στο δικόγραφο της αγωγής των αντιδίκων του μεταβάλλοντας έτσι τη βάση της αγωγής τους και συγκεκριμένα ότι, ενώ οι αντίδικοί του, με την αγωγή τους, προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού, ιστορούσαν ότι ο ίδιος έλαβε γνώση της δήλωσης φόρου κληρονομίας των εναγόντων από τη δήλωση που αυτοί υπέβαλαν στη Δ.Ο.Υ.

Βέροιας, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η παράνομη επέμβαση έγινε από αυτόν στα αρχεία του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας. Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Α.Π. 856/2019, Α.Π. 1915/2016, Α.Π. 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 257/2021, Α.Π. 51/2020, Α.Π. 752/2020, Α.Π. 1319/2022). Για το παραδεκτό του λόγου πρέπει να είχε γίνει επίκληση του εγγράφου κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (Α.Π. 109/2008, Α.Π. 378/2011), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται:

α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη (Α.Π. 919/2023, Α.Π. 1288/2017).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο προσκομισθέντος από αυτόν εγγράφου και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη μόνο τμήμα της επίμαχης αναφοράς του καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή αυτή υποβλήθηκε από τον ίδιο στην Εισαγγελία Βέροιας με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των αντιδίκων του, ενώ, αν εκτιμούσε και το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, θα οδηγούνταν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα για τον πραγματικό σκοπό της υποβολής αυτής, που ήταν η έρευνα του νομίμου της κυκλοφορίας του επίμαχου αγροτικού μηχανήματος.

Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού το μέρος της αναφοράς που παραλείφθηκε, όπου αναφερόταν ο λόγος για τον οποίο ο αναιρεσείων προέβη στην καταγγελία, δεν ήταν κρίσιμο, δεδομένου ότι η παράλειψη του Δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, ιδρύει τον παραπάνω λόγο μόνον όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης και στην προκείμενη περίπτωση η μνεία στο έγγραφο του σκοπού της αναφοράς δεν ήταν κρίσιμος, αφού προηγουμένως το Δικαστήριο έχει απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - εναγομένου, ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος εξαίρεσης ο οποίος επέτρεπε την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων, δεχόμενο ότι το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα κυκλοφορούσε με την άδεια που είχε εκδοθεί στο όνομα του αποβιώσαντος δεν εξυπηρετούσε ή επηρέαζε αμέσως κάποια από τα δικαιώματά του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20/7/2021 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1918/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ