Legislator Case Law & Legislation
1155/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against death of appellant, ruling procedural prerequisite of standing is missing.

Case Number 1155/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased appellant, D.G., as inadmissible due to his death before the appeal was lodged. The court found that D.G. died on April 24, 2018, prior to the filing of the appeal on December 9, 2019, thereby lacking the necessary procedural standing. Consequently, the court ruled that the appeal must be rejected automatically under the Civil Procedure Code for the absence of a valid subject of the procedural act.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, and 35A of the Civil Procedure Code; An appeal filed by a deceased person is inadmissible and rejected automatically due to the lack of procedural standing required for the subject of the procedural act.

Keywords

AI generated
procedural standing death of party inadmissible appeal Civil Procedure Code automatic rejection

Cited Legislation

AI generated
Article 62(a) of the Civil Procedure Code
Article 73 of the Civil Procedure Code
Article 35A of the Civil Code
Article 495(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(14) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 846/2020
Supreme Court Case 1446/2019
Supreme Court Case 729/2019
Supreme Court Case 45/2018
Supreme Court Case 53/2014
Supreme Court Case 587/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Π. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Μ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 2η των αναιρεσειόντων και η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35ΑΚ). Αν, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων έχει αποβιώσει, η αίτηση που φέρεται ότι ασκήθηκε από αυτόν απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 846/2020, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 729/2019, ΑΠ 45/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την 2η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία υπ'αρ. 24309/20-12-2021 ακριβές αντίγραφο της με αρ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου ..., προκύπτει ότι ο 1ος αναιρεσείων Δ. Γ. (που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού) απεβίωσε στις 24/04/2018, δηλαδή ότι απεβίωσε πριν την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Συνεπώς, ως προς αυτόν η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της προκείμενης διαδικαστικής πράξης, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα. Ως προς τους λοιπούς διαδίκους, μεταξύ των οποίων και η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία [που είναι απλή ομόδικος του οδηγού - ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου στην 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ζημιογόνου Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου 1ου αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η κρινόμενη από 9-12-2019, με αριθμό δικογραφίας 1.060/2020 και με Αριθμό Έκθεσης Κατάθεσης στο Εφετείο Ιωαννίνων 53/11-12-2019 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 207/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 666 επ. 681 Α' ΚΠολΔ., όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 11-12-2019, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την γενόμενη στις 13-11-2019 (βλ.

την σχετική από 13-011-2019 επισημείωση επί του σώματος της προσβαλλόμενης απόφασης, υπογεγραμμένη από τον διενεργήσαντα την επίδοση, με επιμέλεια της τώρα αναιρεσίβλητης, δικαστικό επιμελητή Π. Τ.) επίδοση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018 ).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίηση είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, κεφάλαιο της κατ` άρθρο 932 Α.Κ.

απαίτησης της ενάγουσας -ήδη αναιρεσιβλήτου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης της από τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση και τον σχετικό λόγο έφεσης των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και του ιδιοκτήτη και οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτήν ΙΧΕ αυτοκινήτου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα) περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας - ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της, παραδοχή που δεν προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης: "..................Μετά ταύτα η ενάγουσα διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο ...

με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, όπου διεγνώσθη ότι υπέστη κάταγμα ιερού οστού με διάσταση ιερολαγονίου (ΔΕ) κάταγμα ηβοισχιακών άμφω και συντριπτικό κάταγμα μεσότητας (ΔΕ) μηρού (βλ. τις από 20-09-2011 και από 19-12-2012 ιατρικές γνωματεύσεις του διευθυντού της ορθοπαιδικής κλινικής ...). Αρχικά ετοποθετήθη σκελετική έλξη στο ΔΕ σκέλος και έλαβε χώρα χειρουργείο για το κάταγμα μηριαίου με ενδομυελική ήλωση, παρέμεινε δε κλινήρης με την σκελετική έλξη λόγω των καταγμάτων του πυελικού δακτυλίου.

Την 4-07-2011 και 7-07-2011 υπέστη δύο (2) επίπονες και πολύωρες επεμβάσεις για την αντιμετώπιση των καταγμάτων με σκελετική έλξη και ήλωση. Κατόπιν έλαβαν χώρα άλλα τέσσερα (4) χειρουργεία υπό γενική αναισθησία για τον αλλεπάλληλο χειρουργικών καθαρισμών των τραυμάτων της. Μετά την έξοδό της από το Γ.Ν. ... παρέμεινε κλινήρης για δύο (2) εβδομάδες και επανήλθε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο για ακτινολογικό έλεγχο, όπου διεγνώσθη' δυσκαμψία (ΔΕ) γόνατος και εξήλθε με σύσταση φυσικοθεραπειών και χρήση βακτηριών μασχάλης.

Την 5-09-2011 εισήχθη και πάλιν στην ορθοπαιδική κλινική και έλαβε χώρα αφαίρεση της σκελετικής έλξης και εξήλθε µε σύσταση φυσικοθεραπειών και αυστηρού κλινοστατισµού. Την 20-09-2011 µετά από επανεξέταση από τον θεράποντα ιατρό ... συνεστήθη αυστηρός κλινοστατισµός, ελάχιστες κινήσεις µε βακτηρίες και αποχή από την εργασία της επί οκτώ (8) µήνες.

Την 7-10-2011 µετά από επανέλεγχο µε ακτινογραφίες των καταγµάτων διεγνώσθη επούλωση των καταγµάτων της λεκάνης, όχι όµως και του µηριαίου και εσυνέχισε την χρήση των βακτηριών για άλλους έξι (6) µήνες. Την 24-05-2012 η ψυχολόγος Ε. Κ. διέγνωσε ότι η ενάγουσα αντιµετώπιζε έντονα καταθλιπτικά συµπτώµατα λόγω της απώλειας του µνηστήρα της και ότι επίσης έπασχε από " ..

τροµερές ψυχολογικές δυσκολίες και αδιέξοδα ... " (βλ. την από 24-05-2012 γνωµάτευση). Την 28-05-2012 ο πλαστικός χειρουργός Κ. Σ. διέγνωσε " ... Α) Ευµεγέθη δύσµορφη ουλή, µήκους 20 εκ. στην περιοχή του δεξιού µείζονος τροχαντήρα β) Γραµµοειδής ουλή µήκους 13 εκ. στην έξω πλάγια επιφάνεια του δεξιού µηρού Γ) Μικρή ατροφική ουλή ύπερθεν του αριστερού γονάτου.

Δ) Απώλεια όγκου στην περιοχή του δεξιού µείζονος τροχαντήρα, η οποία αλλοιώνει το οµαλό περίγραµµα της περιοχής ιδιαίτερα κατά την όρθια στάση .. " Συνεστήθη δε πλαστική χειρουργική επέµβαση, συνολικού κόστους 8.100 ευρώ (βλ. την από 28-05-2012 ιατρική γνωµάτευση). Την 12-06-2012 ο ιατρός -ακτινοδιαγνώστης Κων/νος Αλεξίου διέγνωσε " ...

Χειρουργηθέν τραύµα µηριαίου. Κατά µήκος του οστικού φλοιού στην έσω και έξω επιφάνεια του µηριαίου παρατηρείται γεφύρωση των χειλέων των οστικών τεµαχίων. Περιφερικά παρατηρείται διάσταση των οστικών τεµαχίων χωρίς οστικές γεφυρώσεις και οµαλοποίηση των χειλέων αυτών (ψευδάρθρωση). Συνυπάρχει ατροφία των µυών της περιοχής του µηριαίου" (βλ.

την από 12-06-2012 γνωµάτευση). Την 19-12-2012 ο αυτός ως άνω ...ς εγνωµάτευσε ότι τα υλικά οστεοσύνθεσης θα παραµείνουν εφ όρου ζωής, εκτός εάν υπάρξουν σηµαντικές ενοχλήσεις από την παρουσία αυτών. Την 9-04-2013 µετά από εξετάσεις TOPOGRAM κάτω άκρων διεγνώσθη ΔΕ σκέλος 78 cm και ΑΡ σκέλος 79 cm ( βλ. την από 9-04-2013 γνωµάτευση του Κ.

Α.), όπερ σημαίνει ότι πλέον η ενάγουσα έπασχε από χωλότητα και μάλιστα εμφανή, Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί κατά το χρονικό διάστημα από την 4-07-2011 έως την 1-06-2012............ Πέραν τούτου η ενάγουσα υπέστη ένεκα της τελεσθείσης αδικοπραξίας ηθική βλάβη, λόγω της οποίας η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να επιδικασθεί σε αυτήν, λαμβάνοντας υπόψιν τις εν γένει συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τον βαθμό αμελείας του υπαιτίου οδηγού, το ψυχικό άλγος και την ταλαιπωρία, την οποία υπέστη καθώς επίσης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (πλην εννοείται της ασφαλιστικής εταιρείας), ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε 40.000 ευρώ.

Συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο επεδίκασε το ποσόν των 30.000 ευρώ, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως ... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, (αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 7-5-2018 έφεση των εναγομένων, εκ των οποίων η τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία), δέχθηκε κατά τα προαναφερθέντα ως ουσιαστικά βάσιμο τον λόγο έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα - ενάγουσα έβαλε κατά του ύψους της επιδικασθείσας σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε κατά τούτο ως κατ'ουσία βάσιμη την από 4-7-2017 έφεση της ενάγουσας - ήδη αναιρεσιβλήτου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 154/2016 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία είχε κρίνει διαφορετικά ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το μικρότερο ποσό των 30.000 ευρώ, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 17-04-2013 αγωγή, την οποία και δέχθηκε κατά ένα μέρος και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα-τώρα αναιρεσίβλητη (εκτός των άλλων στην προσβαλλόμενη αναφερόμενων), το (μεγαλύτερο) ποσό των 40.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αληθώς μόνο την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ., ισχυριζόμενη ότι, κατά παράβαση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 του ΑΚ, και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, επιδίκασε στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ανωτέρω ποσό, το οποίο όμως είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κρίνοντας έτσι, ωστόσο, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας αναιρεσιβλήτου λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, στο ποσό των 40.000 ευρώ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκ του άρθρου 932 ΑΚ.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής (ΑΠ 485/2021).

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους (ΑΠ 485/2021). Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τού-του, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθή κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί (ΑΠ 485/2021).

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 485/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ1572/2018, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016,ΑΠ 150/2015, ΑΠ 317/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 485/2021). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984, ΑΠ 485/2021). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 485/2021, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη-παθούσα, πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, αφενός διέλαβε στο σκεπτικό της ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφετέρου παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπήγαγε εσφαλμένα τα αναφερόμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., καθόσον α) δεν προέκυψε και δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση η μονιμότητα των ουλών της ενάγουσας - τώρα αναιρεσίβλητης, β) δεν προέκυψε και δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση το εάν, κατά πόσο και με ποιο τρόπο επηρεάζει η ανισοσκελία 1 εκατοστού την καθημερινότητα και λειτουργικότητα της ενάγουσας, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί ότι θα επιδράσει στο οικονομικό της μέλλον και γ) δεν προέκυψε ότι η ύπαρξη και μόνο υλικών οστεοσύνθεσης στο σώμα της ενάγουσας συνοδεύεται από ενόχληση ή επιβάρυνση του οργανισμού της και άρα δεν προέκυψε έλλειψη στην σωματική ακεραιότητα ή αλλοίωση στην εξωτερική εμφάνιση παθούσας.

Ότι εν όψει όσων είχε ορθά δεχτεί με την εκκαλούμενη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., αναφερόμενο ιδίως στα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα και στην από 19.12.2012 ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή της Ορθοπαιδικής κλινικής του Γ.Ν...., έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αβάσιμο το σχετικό κονδύλιο πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης εκ του άρθρου 931 Α.Κ., όπως είχε επισημάνει η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις επί της εφέσεως της τώρα αναιρεσίβλητης προτάσεις της.

Ο ως άνω 2ος λόγος αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες αιτιάσεις του, κατά τις οποίες α) δεν προέκυψε η μονιμότητα των ουλών της ενάγουσας - τώρα αναιρεσίβλητης, β) ούτε προέκυψε το εάν, κατά πόσο και με ποιο τρόπο επηρεάζει η ανισοσκελία 1 εκατοστού την καθημερινότητα και λειτουργικότητα της ενάγουσας, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί ότι θα επιδράσει στο οικονομικό της μέλλον, γ) ούτε προέκυψε ότι η ύπαρξη και μόνο υλικών οστεοσύνθεσης στο σώμα της ενάγουσας συνοδεύεται από ενόχληση ή επιβάρυνση του οργανισμού της και άρα δεν προέκυψε έλλειψη στην σωματική ακεραιότητα ή αλλοίωση στην εξωτερική εμφάνιση παθούσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, καθόσον με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τα λοιπά και συγκεκριμένα κατά τις αιτιάσεις του ως άνω 2ου λόγου αναίρεσης, κατά τις οποίες α) δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση η μονιμότητα των ουλών της ενάγουσας - τώρα αναιρεσίβλητης, και β) δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση το εάν, κατά πόσο και με ποιο τρόπο επηρεάζει η ανισοσκελία 1 εκατοστού την καθημερινότητα και λειτουργικότητα της ενάγουσας, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί ότι θα επιδράσει στο οικονομικό της μέλλον, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, κεφάλαιο της κατ` άρθρο 931 Α.Κ.

απαίτησης της ενάγουσας -ήδη αναιρεσιβλήτου περί πρόσθετης χρηματικής αποζημίωσης , όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε (εκτός από τα ανωτέρω αναλυτικά παρατεθέντα, σχετικά με τον αναφερόμενο στο επιδικασθέν κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης , πρώτο λόγο αναίρεσης) και τα εξής, αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: " .....Πέραν των ανωτέρω υλικών ζημιών από το εκτεθέν ιατρικό ιστορικό προκύπτει σαφώς ότι η ενάγουσα υπέστη μόνιμη αναπηρία (άρθρ. 931 του Α.Κ.), η οποία θα προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις της, ιδίως λόγω του επαγγελματικού της προσανατολισμού.

Συνεπώς πρέπει να επιδικασθεί σε αυτήν ως εύλογη αποζημίωση το ποσόν των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως αβάσιμο, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως και ως βάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη και τον εν λόγω 2ο λόγο αναίρεσης, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 4-7-2017 έφεση της ενάγουσας - ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που με αυτήν η τώρα αναιρεσίβλητη παρεπονείτο για την απόρριψη ως αβάσιμου του προαναφερόμενου αγωγικού κονδυλίου πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 154/2016 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, και είχε απορρίψει το κονδύλιο πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ.

ως αβάσιμο, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 17-04-2013 αγωγή, την οποία και δέχθηκε κατά ένα μέρος και, δεχόμενο όπως και ανωτέρω παρατέθηκε) ότι η ενάγουσα υπέστη μόνιμη αναπηρία από το ένδικο τροχαίο ατύχημα (εμφανή χωλότητα λόγω ανισοσκελίας 1 εκατοστού του μέτρου και εφόρου ζωής παραμονή των υλικών οστεοσύνθεσης), που θα της προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις της, ιδίως λόγω του επαγγελματικού της προσανατολισμού (κομμώτρια), αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα-τώρα αναιρεσίβλητη (εκτός των άλλων στην προσβαλλόμενη αναφερόμενων), το ποσό των 25.000 ευρώ για εύλογη πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε, καθόσον δέχθηκε ότι από το ένδικο ατύχημα προξενήθηκε στην παθούσα- ήδη αναιρεσίβλητη μόνιμη αναπηρία (εμφανής χωλότητα λόγω ανισοσκελίας 1 εκατοστού του μέτρου, εφόρου ζωής παραμονή των υλικών οστεοσύνθεσης), η οποία επιδρά στο μέλλον της, ώστε καθίσταται εν προκειμένω εφαρμόσιμη η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία (ή παραμόρφωση ) ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας (ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Περαιτέρω, με τις ανωτέρω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, διότι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 931 ΑΚ, (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914,297,298 ΑΚ τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου.

Συνακόλουθα, ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 KΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος .

Η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Ενώ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΑΠ Ολομ. 20/1992, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 104/ 2014).

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1138/2014).

Αν, όμως, από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται απλά ως ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό ζήτημα το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 863/2013, ΑΠ 721/2008). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, ήτοι το είδος της εργασίας που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από αυτήν στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ Ολομ. 22/1995, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 853/2014).

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από ε-κείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 480/2010).

Στην κρινόμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς της για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επικαλέστηκε με την ένδικη αγωγή της, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: "Μέχρι το χρόνο του επίδικου ατυχήματος ασκούσα και ασκώ το επάγγελμα της κομμώτριας, για έξι ημέρες της εβδομάδας, ήτοι από Δευτέρα έως και Σάββατο κατά τις ώρες λειτουργίας των κομμωτηρίων, όντας επαγγελματίας και εφοδιασμένη με την προβλεπόμενη ειδική ατομική άδεια της διοικητικής αρχής για την άσκηση του επαγγέλματος , διατηρώντας μισθωμένη επαγγελματική στέγη από τη γιαγιά μου αντί του συμβολικού ποσού των 50 ευρώ.

Από την εκμετάλλευση του κομμωτηρίου μου, κέρδιζα μηνιαίως το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, και μετά την αφαίρεση του ποσού των 500 ευρώ για τα μηνιαία έξοδα εκμετάλλευσης (ΤΕΒΕ,ΔΕΗ,ΕΥΔΑΠ κλπ) κέρδιζα μηνιαίως το χρηματικό ποσό των (3.000 -500 = 2.500 ) 2.500 ευρώ. Ωστόσο εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος ήταν πρακτικώς αδύνατο να εργαστώ διότι, όπως προαναφέρθηκε, υπέστην σοβαρότατες σωματικές βλάβες με αποτέλεσμα να αναζητήσω τρίτο πρόσωπο προκειμένου να προσληφθεί και να λειτουργήσει το κομμωτήριο μου.

Πράγματι τον Αύγουστο του 2011 προσέλαβα άμεσα την Ε. Μ., προκείμενου το κομμωτήριο μου να παραμένει υποτυπωδώς ανοιχτό, πλην όμως το γεγονός ότι η φύση του επαγγέλματος μου απαιτούσε την φυσική παρουσία μου στο χώρο είχε ως αποτέλεσμα οι τακτικοί μου πελάτες να μην επισκέπτονται το κομμωτήριο και να στραφούν σε άλλα παρεμφερή καταστήματα.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η πελατεία του κομμωτηρίου μου έπαψε να απευθύνεται στο κατάστημά μου και τα κέρδη που αποκόμιζα πλέον ήταν ελάχιστα έως μηδαμινά, είχε ως συνέπεια να μην έχω την οικονομική δυνατότητα να καταβάλω στο ως άνω πρόσωπο τα χρηματικά ποσά που απαιτούνταν για την εργασία του και να την απολύσω τον Φεβρουάριο του 2012.

Επομένως γίνεται σαφές ότι επειδή δεν βρέθηκε πρόσωπο της ίδιας εμπειρίας με εμένα στην κομμωτική τέχνη, το οποίο θα διατηρούσε αφενός την εύρυθμη λειτουργία του κομμωτηρίου μου, αφετέρου την προσωπική γνωριμία που είχα με τους πελάτες και τις πελάτισσές μου, κατέστη αδύνατο να λειτουργήσω το κομμωτήριο μου, που αποτελούσε μοναδική πηγή προσπορίσεως ωφελημάτων.

Από την επομένη του ατυχήματος και για διάστημα 11 μηνών, σε συνδυασμό με την οικονομική μου αδυναμία να προσλάβω τρίτο πρόσωπο στο κομμωτήριο μου, αναγκάστηκα να μην εργάζομαι και το κομμωτήριό μου να είναι στην ουσία κλειστό έως τον Ιούνιο του 2012. Από την αδυναμία μου για εργασία απώλεσα για έντεκα (11) μήνες χρηματικά ποσά που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μετά βεβαιότητας θα κέρδιζα, εάν αυτό δεν παρέμενε στην ουσία κλειστό για το ανωτέρω διάστημα, ήτοι (2.500 ευρώ Χ11 μήνες = 27.500) 27.500 ευρώ, ποσό το οποίο οι εναγόμενοι πρέπει αλληλέγγυα και εις ολόκληρο να μου καταβάλουν".

Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους, είναι ορισμένη, αφού αναφέρονται στο δικόγραφό της, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται για τον προσδιορισμό του. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην αγωγή το είδος της εργασίας που ασκούσε η ενάγουσα, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκούνταν και θα εξακολουθούσε να ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από αυτήν στο μέλλον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, οφειλόμενο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος (ως προς τον οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αναίρεση), που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό και την ανικανότητα για εργασία της ενάγουσας, χωρίς να απαιτείται η τελευταία να αναφέρει, επιπλέον, αν το κομμωτήριό της βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης, τον αριθμό των πελατών της, την αμοιβή που εισέπραττε από τον καθέναν τους και τα έξοδα λειτουργίας του κομμωτηρίου της (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 1138/2014, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 587/2013), που μπορεί να προκύψουν από τις αποδείξεις, ανεξαρτήτως του ότι τα έξοδα λειτουργίας του κομμωτηρίου αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.

Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "......Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, προ του σοβαροτάτου τραυματισμού της, διατηρούσε κατάστημα κομμωτικής επί της οδού ... αριθ. 14 της πόλεως της ... (βλ. την υπ' αριθμ. 4756/2008 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας) και απεκέρδαινε μηνιαίως το ποσόν των 2.500 ευρώ.

Λόγω της ανικανότητας προς εργασία προσέλαβε ως μισθωτό την Ε. Μ. προκειμένου να λειτουργεί, έστω υποτυπωδώς, το κατάστημα. Πλην όμως επί ένδεκα (11) μήνες επήλθε ραγδαία διαρροή πελατών, λόγω της απαιτουμένης φυσικής παρουσίας αυτής στο κατάστημα, με συνέπεια τον Φεβρουάριο του έτους 2012 να απολύσει την ανωτέρω μισθωτό.

Συνεπώς απώλεσε λόγω της ανικανότητος προς εργασία επί ένδεκα (11) μήνες, μετά βασίμου πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρ. 298 του ΑΚ), το ποσόν των 22.000 ευρώ (11 μήνες Χ 2.000 ευρώ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως αόριστο, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως".

Κρίνοντας έτσι το ως άνω Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, συνακολούθως δε ο συναφής τρίτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την δεύτερη αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 9.12.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 53/2019 αίτηση για αναίρεση της 207/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Δ. Γ..

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 9.12.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 53/2019 αίτηση για αναίρεση της 207/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την δεύτερη αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ