Supreme Court dismisses appeal on grounds that appellate court properly rejected defendant's defamation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment that rejected their defamation lawsuit. The appellants argued the lower court failed to consider their specific defense regarding the dissemination of false information and potential humiliation. The court ruled that since the appellate court had explicitly examined and rejected this defense in its reasoning, the appeal lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57 and 59 of the Civil Code; The appellate court's explicit rejection of a defense argument, even if not formally raised as a separate ground for appeal, constitutes a valid consideration of the matter, rendering an appeal on that ground inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1155 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης,
2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.», που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Κυριακόπουλο και Νικόλαο Βακουφάρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου:
Α. Δ. του Γ., κατοίκου Σερρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Βαγενά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.03.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1597/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2215/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17.07.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 17.07.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ’ αριθ. 2215/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 1597/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 28.03.2014 αγωγή τους, απέρριψε την έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ως άνω διατάξεις προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτής σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι:
(α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής,
(β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και
(γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται, εκτός των άλλων, και για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, υπό τον απαραίτητο βέβαια όρο, ότι η εκδήλωση αυτή αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την τήρηση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία του με άλλον τρόπο και ο δράστης να κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση για το σκοπό αυτό.
Δικαιολογημένο δε ενδιαφέρον συντρέχει όταν η εκδήλωση του δράστη, αποτελώντας περιεχόμενο οφειλόμενης ή επιθυμητής φροντίδας του για την εξυπηρέτηση σκοπού του, ηθικής ή υλικής φύσης, που δεν είναι αντίθετος με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη, ισοσταθμίζεται ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, η οποία δεν είναι δυνατή με άλλον τρόπο.
Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της εκδήλωσης αυτής του δράστη, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω διαφύλαξης (προστασίας) δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξύβρισης είτε υπό την μορφή της δυσφήμησης.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 292/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 848/2019, ΑΠ 257/2017).
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Η δεύτερη ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφάλισης πανελλήνια, διατηρώντας προς τούτο ιδιόκτητες εγκαταστάσεις στη Θεσσαλονίκη και πρακτορεία σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και στην πόλη των Σερρών.
Ο πρώτος ενάγων είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και μέτοχος της παραπάνω εταιρίας, έχοντας αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα στον επιχειρηματικό αυτό τομέα εδώ και πολλά έτη. Την 29.10.1999 η Γενική Συνέλευση της δεύτερης ενάγουσας, με τη με αριθμό 5/1999 απόφασή της, αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά το ποσό των 500.000 (ορθό 500.000.000) δρχ ή 1.467.351,43 ευρώ, η οποία (αύξηση) καλύφθηκε αποκλειστικά από τους παλαιούς μετόχους.
Ήδη όμως από την 07.10.1999 η δεύτερη ενάγουσα δια των νόμιμων οργάνων της, είχε αποστείλει και διακινήσει σε συνεργάτες της τηλετυπικό δελτίο, με το οποίο τους ενημέρωνε για την επικείμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, αλλά και για την μελλοντική είσοδο της εταιρίας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, προκειμένου να αντλήσει νέα κεφάλαια, ενώ παρακινούσε τους συνεργάτες της να ενημερώσουν κάθε ενδιαφερόμενο για τη σχετική διαδικασία υποβολής αίτησης, με σκοπό την αγορά μετοχών της.
Μάλιστα απεστάλη από αυτή προς το δίκτυο συνεργατών της το με ημερομηνία 13.10.1999 έγγραφό της με τίτλο «Πορεία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ στο Χρηματιστήριο», στην οπίσθια όψη του οποίου υφίστατο σχετικό πρότυπο αίτησης για την αγορά των μετοχών της, στην τιμή των 1.000 δρχ από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο που επιθυμούσε να γίνει μέτοχος της εταιρίας.
Το έγγραφο αυτό διακινήθηκε από τη δεύτερη ενάγουσα μεταξύ άλλων και στην Θ. Μ., η οποία δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στην πόλη των Σερρών ως συνεργάτης της (δεύτερης ενάγουσας) με την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα. Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι κάτοικος Σερρών, ενδιαφέρθηκε να αγοράσει μετοχές της δεύτερης και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στην ως άνω ασφαλιστική πράκτορα στην πόλη των Σερρών.
Εξάλλου και άλλοι νέοι επενδυτές επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά μετοχών της δεύτερης ενάγουσας και προς τούτο της είχαν καταβάλει αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Καθόσον η προαναφερθείσα επιδιωκόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε επιτευχθεί από τη συμμετοχή των παλαιών μετόχων, η δεύτερη ενάγουσα επέστρεψε στους νέους αυτούς μετόχους τα από αυτούς καταβληθέντα ποσά, ενημερώνοντάς τους ότι, εάν το επιθυμούσαν, μπορούσαν να αγοράσουν μετοχές της από παλαιούς μετόχους της, που είχαν ήδη συμμετάσχει στην ανωτέρω αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.
Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος αγόρασε:
(α) την 17.02.2000 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Ε. Μ., 4.500 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 4.500.000 δρχ ή 13.206,17 ευρώ,
(β) την 17.04.2000 από την παλαιά μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Θ. Μ., 500 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτήν το συνολικό ποσό των 500.000 δρχ ή 1.467,35 ευρώ,
(γ) την 16.01.2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Δ. Δ., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ,
(δ) την 16.01.2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Β. Ι., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ,
(ε) την 16.01.2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Α. K., 263 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 52.600 δρχ ή 154,36 ευρώ,
(στ) την 16.01.2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Ι. Κ., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ,
(ζ) την 16.01.2002 από την παλαιά μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Ε. Μ., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτήν το συνολικό ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ,
(η) την 16.01.2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Κ. Ο., 263 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το ποσό των 52.600 δρχ ή 154,36 ευρώ,
(θ) την 16.01.2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Δ. Π., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ και
(ι) την 05.02.2002 από τους παλαιούς μετόχους της δεύτερης ενάγουσας Δ. Τ. και Ι. Τ., αντίστοιχα 263 και 7.000 μετοχές (βλ. οικείες συμβάσεις και το υπ’ αριθμ. 9/5-2-2002 πρακτικό μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών).
Επίσης ο εναγόμενος:
(1) την 16.01.2002 αγόρασε από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Κ. Ο., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ,
(2) την 16.01.2002 αγόρασε από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Θ. Ο., 132 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 26.400 δρχ ή 77,5 ευρώ,
(3) την 16.01.2002 αγόρασε από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Θ. Β., 263 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των 52.600 δρχ ή 154,36 ευρώ,
(4) την 16.01.2002 αγόρασε από την παλαιά μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Θ. Μ., 70 μετοχές, καταβάλλοντας σε αυτήν το συνολικό ποσό των 14.000 δρχ ή 41,1 ευρώ (βλ. τα οικεία συμφωνητικά μεταβίβασης μετοχών και τις αντίστοιχες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης μετοχών της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, τα με αριθμ. 348/15-6-2001 και 980/3-3-2006 πρακτικά συνεδρίασης του Δ.Σ. της δεύτερης ενάγουσας και τα σχετικά πρακτικά μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών της δεύτερης ενάγουσας).
Οι ανωτέρω συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν με τη συμμετοχή της ανωτέρω ασφαλιστικής πράκτορος στην πόλη των Σερρών Θ. Μ., στην οποία ο ως άνω παλιός μέτοχος Ε. Μ. είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/29-2-2000 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτας Βενίτη - Πολιτσοπούλου, να μεταβιβάσει σε τρίτους κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 300.000 κοινές ονομαστικές μετοχές του και άλλες 50.000 κοινές ονομαστικές μετοχές του, της δεύτερης ενάγουσας.
Όμως πριν από την απόκτηση των ανωτέρω μετοχών εκ μέρους του εν προκειμένω εναγομένου, είχε ήδη εκδηλωθεί η πρόθεση της δεύτερης ενάγουσας να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είχε λάβει δημοσιότητα μέσα από σχετικά δημοσιεύματα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου (βλ.
σχετ. το με ημερομηνία 05.10.1999 δημοσίευμα της εφημερίδας «ΗΜΕΡΗΣΙΑ», το με ημερομηνία 05.10.1999 δημοσίευμα της εφημερίδας «ΚΕΡΔΟΣ» και το με ημερομηνία 16.11.1999 δημοσίευμα της εφημερίδας «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»), με αποτέλεσμα να περιέλθουν σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία με το με αριθμ. .../25-10-1999 έγγραφό της προς τη δεύτερη ενάγουσα, την καλούσε να δώσει έγγραφες εξηγήσεις επί του ότι είχε καλέσει το επενδυτικό κοινό να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, χωρίς να έχει λάβει άδεια της Επιτροπής, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 ν. 876/1979, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 1806/1988.
Για το λόγο αυτό η δεύτερη ενάγουσα με καταχωρήσεις στον ημερήσιο τύπο διευκρίνιζε ότι, η γενόμενη την 29.10.1999 αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου αφορούσε αποκλειστικά τους παλαιούς της μετόχους (βλ. το με ημερομηνία 06.11.1999 δημοσίευμα της εφημερίδας «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ» και το με ημερομηνία 05.11.1999 δημοσίευμα της εφημερίδας «ΧΡΗΜΑΤΑΓΟΡΑ»).
Ακολούθως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπέβαλε μήνυση σε βάρος του πρώτου ενάγοντος και των λοιπών μελών του Δ.Σ. της δεύτερης ενάγουσας για την τέλεση από αυτούς της αξιόποινης πράξης του άρθρου 10 παρ. 1-2 του ν. 876/1979, λόγω της διενέργειας της προαναφερθείσας ανακοίνωσης με σκοπό προσέλκυσης επενδυτικού κοινού για επένδυση χρηματικού ποσού στη δεύτερη ενάγουσα, χωρίς να έχει χορηγηθεί προς τούτο άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Για την κατηγορία αυτή ο πρώτος ενάγων ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της δεύτερης ενάγουσας και ο Θ. Τ. ως Αντιπρόεδρος αυτής, κηρύχθηκαν ένοχοι με τη με αριθμ. 5.019/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως με τη με αριθμ. 3.522/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκαν αθώοι, αφού δέχθηκε το δευτεροβάθμιο, ότι τα προμνησθέντα έγγραφα είχαν διακινηθεί μεταξύ των συνεργατών της δεύτερης ενάγουσας και δεν απευθύνονταν στο επενδυτικό κοινό.
Την 22.11.2006 ο εναγόμενος μαζί με άλλους επενδυτές (71 συνολικά), που είχαν αγοράσει μετοχές της δεύτερης ενάγουσας, την ίδια χρονική περίοδο, απευθύνθηκαν με επιστολή τους εκ νέου στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ισχυριζόμενοι την εξαπάτησή τους από τη δεύτερη ενάγουσα, καθόσον παρελθόντος του χρόνου, αυτή ουδέποτε εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά από απόφαση των οργάνων της, κατ’ εκτίμηση της συνολικής εικόνας της πορείας του χρηματιστηριακού δείκτη.
Με αφορμή την παραπάνω επιστολή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπέβαλε τη με ημερομηνία 10.04.2008 μηνυτήρια αναφορά της κατά των μελών του Δ.Σ. της δεύτερης ενάγουσας, πλην όμως αυτή τέθηκε στο αρχείο με τη με αριθμ. ΒΜ Γ/2008/3898/5-11-2008 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω την 14.10.2013, ο εναγόμενος, μαζί με άλλα 73 άτομα, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης ενάγουσας, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πρώτος ενάγων, αποδίδοντάς τους την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης, από την οποία ο ίδιος ζημιώθηκε.
Ειδικότερα με την εν λόγω μηνυτήρια αναφορά του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, από κοινού με τους λοιπούς μηνυτές, ότι περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 η διοίκηση της δεύτερης ενάγουσας απευθύνθηκε στο ευρύ επενδυτικό κοινό, επιδιώκοντας την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο.
Μάλιστα σχετικά με την περιοχή των Σερρών, όπου αυτός (εναγόμενος) κατοικεί μόνιμα, ανέφερε σε αυτή (μήνυση), ότι ο πρώτος ενάγων μαζί με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης ενάγουσας επισκέφθηκε στα τέλη Αυγούστου του έτους 1999, την επικεφαλής του δικτύου της στην πόλη αυτή, Θ. Μ., ενημερώνοντάς την προφορικά σχετικά με την απόφαση του Δ.Σ.
της δεύτερης ενάγουσας περί αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου και την επικείμενη εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο. Στην ως άνω μήνυση ανέφερε επιπλέον ότι τα ως πρόσωπα είχαν ζητήσει από αυτή (Θ. Μ.) να επικοινωνήσει με τους πελάτες της και να τους παροτρύνει για να συμμετέχουν στην προμνησθείσα αύξηση, τονίζοντας ότι με την εισαγωγή της εταιρίας στο Χρηματιστήριο θα αποκόμιζαν διπλάσιο κέρδος από την αγορά των μετοχών αυτών.
Επίσης μνημόνευε ότι ο ίδιος (εναγόμενος), πειθόμενος από τις σχετικές ανακοινώσεις της δεύτερης ενάγουσας, συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καταβάλλοντας σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής (δεύτερης ενάγουσας) και για το σκοπό αυτό το ποσό των 5.000.000 δρχ και ήδη 14.673,50 ευρώ. Εξάλλου ανέφερε ότι η δεύτερη ενάγουσα παρέδωσε σε επενδυτές προσωρινούς τίτλους, που αποδείκνυαν ότι ήταν μέτοχοί της, πλην όμως, περί τα μέσα Νοεμβρίου 1999, κλήθηκαν από αυτή (δεύτερη ενάγουσα) να υπογράψουν αποδείξεις, ότι δήθεν τους επέστρεψε τα χρήματα που είχαν λάβει ήδη, για την απόκτηση των μετοχών της, δίχως να τους τα επιστρέψει στην πραγματικότητα, προφασιζόμενη ότι διαμαρτυρήθηκαν παλαιοί μέτοχοι και μεγάλες επιχειρήσεις, που ήδη ήταν ασφαλισμένες σε αυτήν, επειδή δεν πρόλαβαν να αγοράσουν μετοχές, διαβεβαιώνοντας η ίδια η εταιρία τους ως άνω κατόχους των προσωρινών τίτλων ότι, ανεξάρτητα από το εάν υπέγραφαν τις αποδείξεις, θα εξακολουθούσαν να είναι μέτοχοι.
Περαιτέρω καταλόγιζε στους μηνυόμενους, μεταξύ αυτών και στον πρώτο ενάγοντα, υπό την προμνησθείσα ιδιότητά του ότι απέκρυψαν από τους παθόντες, μεταξύ αυτών και από τον εναγόμενο, την έλλειψη της έγκρισης της επίμαχης αύξησης του κεφαλαίου της δεύτερης ενάγουσας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία (αύξηση) είχε εγκριθεί μόνο από τη Γενική Συνέλευση αυτής (δεύτερης ενάγουσας), ενώ η αίτηση για εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο υποβλήθηκε μεταγενέστερα την 24.05.2000, κατά τη σύγκληση γενικής συνέλευσης μετόχων το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, παρά τις διαβεβαιώσεις των εγκαλουμένων, για την έγκαιρη δρομολόγηση των σχετικών διαδικασιών ήδη από το Νοέμβριο του έτους 1999, επί τη βάσει των οποίων δέχθηκε την ανταλλαγή των προσωρινών τίτλων το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000 και τα έτη 2003, 2006, με άλλους τίτλους, γεγονότα τα οποία, εάν γνώριζε ο εναγόμενος, δεν θα προέβαινε στην επίμαχη συναλλαγή, ενόψει μάλιστα του ότι η δεύτερη ενάγουσα εν τέλει δεν εισήχθη στο χρηματιστήριο από δική της υπαιτιότητα, απέκρυψε μάλιστα τη μη εισαγωγή της, η οποία αποκαλύφθηκε από τους εγκαλούντες στην παραπάνω μήνυση μετά από ενημέρωσή τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Μεμφόταν εξάλλου τη δεύτερη ενάγουσα ως ηθική αυτουργό του δικηγόρου Γ. Τ., ο οποίος είχε αναλάβει την υπεράσπιση των επενδυτών, πλην όμως δεν ενήργησε τα όσα του είχαν αναθέσει οι εντολείς του. Απέδιδε περαιτέρω τις ανωτέρω πράξεις των μηνυομένων στη γνώση και βούλησή τους να αποκομίσουν παράνομο όφελος βλάπτοντας την περιουσία του ιδίου και των λοιπών παθόντων.
Δυνάμει της εν λόγω έγκλησης διενεργήθηκε κύρια ανάκριση από τον αρμόδιο Ανακριτή Σερρών, μετά την περάτωση της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 172/15-9-2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο παραπέμφθηκε, μεταξύ άλλων, ο πρώτος ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατά συναυτουργία κατά συρροή κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ.
Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν εφέσεις από τους κατηγορουμένους, επί των οποίων εκδόθηκε το με αριθμό 782/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, μεταξύ αυτών και σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, λόγω παραγραφής. Εκτός της ανωτέρω μήνυσης, σχετικά με το επίδικο ζήτημα, είχε ασκηθεί από τον εναγόμενο, μαζί με άλλους επενδυτές, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, η υπ' αριθμ. 31768/2010 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση, επί τη βάσει παρόμοιων με τα αναφερόμενα στην επίμαχη μήνυση πραγματικών περιστατικών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13725/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και εν τέλει εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1995/2014 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρι της έκδοσης απόφασης επί της υπ' αριθμ. 4042/2014 έφεσης κατά της παραπεμπτικής απόφασης.
Εν προκειμένω, με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μήνυση του εναγομένου τυγχάνουν ψευδή και συκοφαντικά, αφού μειώνουν την επαγγελματική υπόληψη, φήμη και αξιοπιστία του καθενός από αυτούς. Από όσα όμως εκτέθηκαν ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος θεωρούσε ως αληθή τα εκτιθέμενα στην παραπάνω μήνυση πραγματικά περιστατικά, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη αυτών, ώστε οι ισχυρισμοί αυτού δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, δεδομένου ότι για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης, απαιτείται, η εκφορά ισχυρισμών, που περιέχουν αναληθή γεγονότα, να γίνεται εν γνώσει της αναλήθειας αυτών.
Το στοιχείο αυτό δεν συνέτρεξε, εν προκειμένω, καθόσον ο εναγόμενος εξέφρασε τις απόψεις του αυτές με πεποίθηση αλήθειας, ήτοι έχοντας την πεποίθηση ότι προασπίζει τα περιουσιακά του δικαιώματα. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η διαδικασία που ακολούθησε η δεύτερη ενάγουσα, κατά την επίμαχη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, όπως αυτή προεκτέθηκε, εύλογα δημιούργησε στον εναγόμενο αμφιβολίες ως προς τους σκοπούς αυτής, καθόσον πολλοί νέοι επενδυτές κατέβαλαν στη δεύτερη ενάγουσα χρήματα για αγορά μετοχών της, τα οποία στη συνέχεια τους επιστράφηκαν, ενώ ενημερώθηκαν από την ίδια (δεύτερη ενάγουσα) ότι μπορούσαν να αγοράσουν μετοχές από παλαιούς μετόχους.
Η δημιουργία της ανωτέρω πεποίθησης του εναγομένου κρίνεται εύλογη, παρά το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή των χρημάτων από τον εναγόμενο απευθείας στην δεύτερη ενάγουσα, όπως συνέβη με άλλους νέους επενδυτές, καθόσον αυτή (πεποίθηση) εδραιώθηκε σε αυτόν από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που αφορούσαν όλους τους επενδυτές.
Ενισχύεται μάλιστα το πόρισμα αυτό από τα προμνησθέντα δημοσιεύματα στα οποία διατυμπανιζόταν η πρόθεση της δεύτερης ενάγουσας να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά και από τις μηνυτήριες αναφορές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε βάρος των μελών του Δ.Σ.
της δεύτερης ενάγουσας, οι οποίες, συνολικά εκτιμώμενες, ενίσχυσαν την εν λόγω κρίση του εναγομένου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος προέβη στην υποβολή της επίμαχης μήνυσης από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συγκεκριμένα για να προασπίσει τα περιουσιακά του συμφέροντα, ώστε πρέπει να γίνει δεκτός ο παραδεκτά και νόμιμα προβληθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οικείος ισχυρισμός του, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ , ο οποίος επαναφέρεται προς αντίκρουση της έφεσης.
Ενόψει μάλιστα των όσων προαναφέρθηκαν ως προς το εύλογο των αμφιβολιών του εναγομένου σχετικά με την αγορά από τον ίδιο μετοχών της δεύτερης ενάγουσας και την επίμαχη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες μη ύπαρξη βλάβης, δεδομένης της σταθερότητας της αξίας των αγορασθέντων από αυτόν μετοχών και της είσπραξης από αυτόν μερισμάτων ένεκα της κερδοφορίας τους, δεν δύναται να επισύρει την εξαγωγή άλλου συμπεράσματος, πλην του ανωτέρω, αφού η προάσπιση του προεκτεθέντος περιουσιακού συμφέροντος του εναγομένου έγκειται στην ένεκα των παραπάνω ανακοινώσεων της δεύτερης ενάγουσας περιουσιακή διάθεση, στην οποία αυτός προέβη, ενώ, προς επίρρωση τούτου, πρέπει να υπομνησθεί ότι ένδειξη για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της απάτης, ως προς την οποία μέμφεται ο εναγόμενος τους ενάγοντες, με την ανωτέρω μήνυσή του, αποτελεί και η απειλή μείωσης της περιουσίας του παθόντος....Περαιτέρω ο εναγόμενος προέβη στην υποβολή της μήνυσης, μαζί με άλλους επενδυτές, ώστε δεν αφορούν τον ίδιο όλα τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, αλλά μόνο τα σχετικά με τη δική του περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι η σύνταξή της έχει πραγματοποιηθεί από τρίτο πρόσωπο, αλλά και ενόψει του ότι αυτός, ήδη τότε συνταξιούχος, δεν είχε πλήρη θεώρηση της αποτύπωσης των σχετικών γεγονότων στην επίμαχη μήνυση.
Το παραπάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι κάποιοι από τους λοιπούς μηνυτές, που είχαν ασκήσει την επίμαχη έγκληση, στη συνέχεια, με δήλωσή τους, ανακάλεσαν αυτήν, διότι δεν εξέφραζε την πραγματική τους βούληση και δεν αντιλήφθηκαν τη σημασία των νομικών ενεργειών, οι οποίες, όπως αυτοί δήλωσαν, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της Θ.
Μ. (βλ. τις με ημερομηνία 5-10-2015, 17-5-2014, 3-6-2014, 20-6-2014, 19-9-2014, 19-9-2014 και 23-9-2014 δηλώσεις των Δημητρίου Μήτσιου, Θ. Ο., Κωνσταντίνου Ούρδα, Φωτίου Κατσάνη, Στελλίνας Σολωμίδου, Παναγιώτη Σολωμίδη και Γεωργίου Μεσάικου), η οποία βρίσκεται σε αντιδικία με τους ενάγοντες, ώστε δυσχερώς θα μπορούσε να αντιληφθεί ο εναγόμενος τη σημασία καθεμίας από τις ενεργηθείσες πράξεις.
Για το λόγο αυτό η διαληφθείσα στην εν λόγω μήνυση κατηγορία της παρακίνησης εν είδει ηθικής αυτουργίας, της δεύτερης ενάγουσας του δικηγόρου Γ. Τ., ο οποίος υπήρξε υπερασπιστής άλλων επενδυτών, μερικοί από τους οποίους συγκαταλέγονται στους ανωτέρω μηνυτές, και δεν εκπλήρωσε τα ανατεθέντα από τους εντολείς του, παρά το ότι τους διαβεβαίωνε περί του αντιθέτου, ενώ καταδικάστηκε και σε ποινή κάθειρξης για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος της δεύτερης ενάγουσας, δυνάμει της με αριθμ. 2.510/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο, ως διατυπωθείσα εν γνώσει του ψεύδους, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εντολέας αυτού.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, δεν προκύπτει ότι ο διωκόμενος σκοπός του εναγομένου κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας των εναγόντων, αλλά αυτός ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των οικονομικών του συμφερόντων.
Η επισκόπηση, μάλιστα, του περιεχομένου της εν λόγω μήνυσης οδηγεί στην κρίση ότι σκοπός υποβολής αυτής ήταν να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και να αξιολογηθούν αυτά ποινικά από τον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα, ώστε ο εναγόμενος να μην στερηθεί δικαστικής προστασίας αναφορικά με τα περιουσιακά του δικαιώματα.
Ακολούθως από τα ανωτέρω περιστατικά δεν προκύπτει σκοπός του εναγομένου για εξύβριση των εναγόντων, δηλαδή σκοπός, που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής τους με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής τους αξίας, αφού τα αναφερόμενα στην εν λόγω μήνυση ως προς το ύφος αυτής, ήταν αντικειμενικά αναγκαία, για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του και δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο έκφρασης, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς του, συνιστάμενος στην υποβολή μήνυσης, ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής των πολιτών στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης και δεν υπερέβαινε το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματός του.
Οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούνται από το ότι τα μέλη του Δ.Σ. της δεύτερης ενάγουσας έχουν απαλλαχθεί των κατηγοριών που προαναφέρθηκαν, καθόσον, αφενός, η ύπαρξη τυχόν δεδικασμένου ως προς την απαλλαγή από τις παραπάνω ποινικές κατηγορίες δεν αποκλείει, άνευ ετέρου, το προεκτεθέν δικαιολογημένο ενδιαφέρον του εναγομένου, αφετέρου, ως προς την επίμαχη μήνυση έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Το ίδιο ισχύει και ως προς το γεγονός ότι η επίμαχη μήνυση υποβλήθηκε περίπου δεκατρία (13) έτη μετά τα κρίσιμα ως άνω γεγονότα , αφού μόνη η παρέλευση του εν λόγω χρονικού διαστήματος δεν είναι ικανή να αμβλύνει τις προαναφερθείσες αμφιβολίες του εναγομένου και την πεποίθησή του για την αναγκαία προάσπιση των συμφερόντων του.
Κατόπιν τούτου δεν υπήρξε εκ μέρους του εναγομένου παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, ώστε να δικαιούνται αυτοί την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση, αίρεται ο τυχόν παράνομος χαρακτήρας της πράξης και πρέπει γι’ αυτό να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Εφόσον στην ίδια κρίση κατέληξε και η εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε, ότι το τυχόν παράνομο της προσβολής που αναφέρθηκε πιο πάνω έγινε, για την δικαστική υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων του εναγομένου, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι’ αυτό οι αντίθετοι λόγο της έφεσης των εναγόντων, ενιαία εκτιμώμενοι, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, η κρινομένη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη|».
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 361, 362, 363, 367 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους (πλην της ΑΚ 367 παρ. 1γ'), ενώ δικαιολογούσαν την εφαρμογή της τελευταίας διάταξης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (πλην της ΠΚ 367 παρ. 1γ'), δεδομένου ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των διαλαμβανομένων στην ένδικη μήνυση του αναιρεσιβλήτου, αυτός είχε την πεποίθηση ότι ήσαν αληθή, η δημιουργία δε της εν λόγω πεποίθησής του κρίθηκε για τους αναφερόμενους ειδικότερα σαφείς και συγκεκριμένους λόγους εύλογη.
Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι από τον τρόπο της εκδήλωσης του αναιρεσιβλήτου και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, δεν προκύπτει ότι ο διωκόμενος απ' αυτόν σκοπός κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας και γενικότερα της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων, αλλά αυτός ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των κατά σαφή και συγκεκριμένο τρόπο εκτιθέμενων συμφερόντων και περιουσιακών του δικαιωμάτων.
Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην εν λόγω μήνυση ήσαν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του και δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο έκφρασης, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς του, συνιστάμενος στην υποβολή μήνυσης, ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής στην απονομή δικαιοσύνης και δεν υπερέβαινε το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματός του και ως εκ τούτου κατά παραδοχή της σχετικής ένστασής του (αναιρεσιβλήτου) αίρεται ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής κατ' άρθρ. 367 παρ. 1γ' ΠΚ, απορριπτομένης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της σχετικής αντέστασης των αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.
Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι το Εφετείο, που κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων και τέλεση σε βάρος τους αδικοπραξίας με τη μορφή της δυσφήμησης, ορθά δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή μη εφαρμογή τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν και περί της συνδρομής αυτών καθόσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίσταται ανεπάρκεια, ασάφεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες αυτής και δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Δεν συνιστούν «πράγματα» οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αποτελούν όμως «πράγματα» τα προς θεμελίωση της βάσης της αγωγής και των διαφόρων αιτημάτων της περιστατικά.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, AΠ 630/2020, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 258/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προς απόκρουση σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου νομίμως προβληθείσα από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ αντένστασή τους και ειδικότερα ότι η ενέργεια του πρώτου να συντάξει και να υποβάλει την ένδικη μήνυση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο σε βάρος τους υπερέβαινε κάθε επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο προς ικανοποίηση του όποιου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και επιπλέον από τον τρόπο της εκδήλωσης και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η συγκεκριμένη πράξη της διάδοσης αναληθών ειδήσεων σε βάρος του εναγομένου προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και την ως άνω αντένσταση των αναιρεσειόντων και με ιδιαίτερες σκέψεις απέρριψε ρητά αυτήν κατ’ ουσίαν.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.07.2019 αίτηση των Μ. Γ. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2215/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης
αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ