Legislator Case Law & Legislation
1155/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of procedural grounds for retrial.

Case Number 1155/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Ethnik' against the First Instance Court's judgment regarding third-party car liability insurance. The appellant argued that the appellate court failed to verify the existence of a valid insurance contract with the new vehicle owner, citing procedural defects under Article 559 of the Code of Civil Procedure. However, the court rejected this claim, finding that the lower court's reasoning was clear and sufficient to establish the continuity of insurance coverage despite changes in vehicle ownership.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds cited do not constitute a valid legal basis for retrial, as the lower court's reasoning must be clear and sufficient to establish the legal facts.

Keywords

AI generated
third party liability insurance vehicle ownership transfer continuity of insurance coverage procedural defects appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 2496/97
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4064/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5242/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2018 αίτησή της και τον από 10-7-2019 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: 1) Η από 2- 10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5242/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού και 2) ο από 10-7-2019 πρόσθετος λόγος, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. (άρθρ.577 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δικ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών έγγραφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-2-2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. 38524/1822/24-2-2006) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη μεταξύ άλλων και κατά των ήδη διαδίκων (αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικών εταιριών οι τότε ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ιστορούσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος, Β.

Κ., ο οποίος επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΥΒΜ- ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους προκαλούμενες, κατά την οδήγηση του, ζημίες στις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", αντιστοίχως, προκάλεσε από υπαιτιότητά του και κάτω από τις ιστορούμενες συνθήκες τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος στο αυτοκίνητό του, Αλβανού υπηκόου, Ν.

Κ., στενού συγγενή των εναγόντων στην αγωγή αυτή, όλων Αλβανών υπηκόων. Ζήτησαν δε οι ενάγοντες, μετά τη νομότυπη παραίτησή τους από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο Β. Κ. και τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων ασφαλιστικές εταιρίες οφείλουν να καταβάλουν, κάθε μία εις ολόκληρον και νομιμοτόκως τα αναφερόμενα σε καθένα απ' αυτούς ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επί πλέον δε καθόσον αφορά στο δεύτερο απ' αυτούς, πατέρα του ως άνω θανόντος, το αναφερόμενο ποσό που κατέβαλε για έξοδα κηδείας του γιού του.

Εξάλλου, με την από 20-10-2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. 178778/8830/30-10-2006) αγωγή (αναγωγή), ενώπιον του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την οποία άσκησε η δεύτερη των εναγομένων με την ως άνω αγωγή ασφαλιστική εταιρεία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", κατά της συνεναγομένης της, τρίτης των εναγομένων με την ίδια αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", η ενάγουσα επικαλούμενη το ίδιο ένδικο ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του Ν.

Κ., όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς στην από 15-2-2006 ως άνω αγωγή, το δικόγραφο της οποίας ενσωματώνεται στην παρούσα (αγωγή-αναγωγή), ιστορούσε ότι αυτή (ενάγουσα) είχε συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως για το ζημιογόνο ΥΒΜ-... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με τον τότε ιδιοκτήτη του M. B. A., για το χρονικό διάστημα από 23-12- 2004 έως 23-6-2005, ότι με σχετική πρόσθετη πράξη ακύρωσε την ασφάλιση αυτή στις 22-6-2005, κατόπιν συμφωνίας με τον ασφαλισμένο της λόγω μεταβίβασης του αυτοκινήτου και ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα ασφάλιζε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης, έχοντας εκδώσει βεβαίωση ασφάλισης και εισπράξει τα ασφάλιστρα από το νέο ιδιοκτήτη του Β.

Κ.. Ακολούθως δε, επειδή, όπως ανέφερε η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής, αυτή (ενάγουσα) δεν μπορούσε να αντιτάξει κατά των ζημιωθέντων εναγόντων στην από 15-2-2006 αγωγή την ως άνω λύση της σύμβασης ασφάλισης, καθόσον δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις του άρθρου 11 ν. 489/1976, και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε πολλαπλή ασφάλιση, καθόσον έχει λυθεί νομότυπα η μεταξύ αυτής και του τότε ασφαλισμένου της σύμβαση, περιστατικό που μπορεί να προβάλει κατά της εις ολόκληρον συνυπόχρεης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που ασφάλιζε το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ζήτησε αυτή (ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία) σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ως άνω από 15-2-2006 αγωγή εναντίον της να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει, και με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει το ποσό των 1355000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, άλλως κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της από 15-2-2006 αγωγής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, άλλως από της καταβολής στους τελευταίους.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5177/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και μετά από άσκηση εφέσεων κατ' αυτής από τους διαδίκους η υπ' αριθ. 1068/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία σχετικά με το ζήτημα της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτ/του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, και αναφορικά τόσο με την κύρια αγωγή όσο και με την αγωγή εξ αναγωγής δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο με αριθμό κυκλοφορίας ΥΒΜ- ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο όμως των τρίτων είχε ασφαλιστεί από τον ιδιοκτήτη του, Κ. Ν. του Κ./δυνάμει του με αριθμ. ...473 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στην τρίτη των εναγομένων με την από 15-2-2006 αγωγή και εναγομένη με την από 20-10-2006 αγωγή (αναγωγή) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και για το χρονικό διάστημα από 15-9-2004 έως 15-9- 2005, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για σωματικές βλάβες και των 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες, ανανεωθείσας στη συνέχεια αυτοδικαίως της ασφαλιστικής αυτής συμβάσεως για ίσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της, ήτοι έως 15-9-2006.

Στις 14-12-2004 ο Κ. Ν. μεταβίβασε την κυριότητα του ως άνω οχήματός του στον M... B... του A. και ο νέος αυτός ιδιοκτήτης το ασφάλισε για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στη δεύτερη των εναγομένων με την από 15-2-2006 αγωγή και ενάγουσα με την από 20-10-2006 αγωγή (αναγωγή) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", δυνάμει του με αριθμ. ...7585 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και για το χρονικό διάστημα από 23-12-2004 έως 23-6-2005, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για σωματικές βλάβες και 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες, ανανεωθείσας στη συνέχεια αυτοδικαίως της ασφαλιστικής αυτής σύμβασης για ίσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της, ήτοι μέχρι 23-12-2005.

Ακολούθως, την 10-8-2005, ο M... B... του Α... μεταβίβασε την κυριότητα του ως άνω οχήματος στον Β. Κ., οδηγό και ιδιοκτήτη αυτού κατά το χρόνο του ατυχήματος (21-9-2005). Πλην όμως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη και στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, ουδόλως αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 11 παρ. 2 εδ.

β' του Ν. 489/1976, ήτοι η νομότυπη γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο της λύσης των συναφθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων λόγω της μεταβολής της κυριότητας του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, ώστε να μπορεί να αντιταχθεί έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, η λύση αυτών, αφού πρόκειται περί ενστάσεως που απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση.

Συνεπώς οι ανωτέρω μεταβολές στην κυριότητα του ζημιογόνου ως άνω οχήματος δεν επέφεραν έννομα αποτελέσματα, ήτοι την αυτοδίκαιη λύση των ως άνω ασφαλιστικών συμβάσεων 15 ημέρες μετά τη συντέλεσή τους και, επομένως, οι εναγόμενες με την από 15-2-2006 αγωγή ασφαλιστικές εταιρείες εξακολουθούν να ευθύνονται, κατά το νόμο και μάλιστα σε ολόκληρον η κάθε μία, έναντι των εναγόντων της από 15-2-2006 αγωγής, ως ζημιωθέντων τρίτων.

Συμφωνία μεταξύ του Κ. Ν. και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" για ακύρωση του με αριθμό ...473 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, λόγω της μεταβίβασης της κυριότητος του αυτοκινήτου του, καταρτισθείσα στις 16-12-2004, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι ο ιδιοκτήτης αυτός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, θεωρώντας έγκυρο το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανήγγειλε προς την ασφαλιστική του εταιρία στις 23-2-2005 ατύχημα που έλαβε χώρα με το ζημιογόνο αυτοκίνητο στις 12-2-2005, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο απ' αυτό που η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται ότι επετεύχθη η ως άνω κοινή συμφωνία με τον ασφαλισμένο της για ακύρωση τους συμβολαίου.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη με την από 15-2-2006 αγωγή και ενάγουσα με την από 20-10-2006 αγωγή (αναγωγή) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" συνήψε στις 22-6-2005 κοινή συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος και ασφαλισμένο της M... B... του Α..., δυνάμει της οποίας ακυρώθηκε η μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση λόγω μεταβίβασης της κυριότητας του οχήματος, εκδοθείσας της με αριθμό ...554 πρόσθετης πράξης ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (...7585), καθόσον δεν προσκομίζεται η πρόσθετη αυτή πράξη και η μεταβίβαση του ζημιογόνου οχήματος από τον ασφαλισμένο της έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο διάστημα και συγκεκριμένα στις 10-8-2005.

Μόνη δε η βεβαίωση υπαλλήλου της για την πρόσθετη πράξη δεν αρκεί προς απόδειξη του ότι πράγματι αυτή καταρτίστηκε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι και οι δύο εναγόμενες με την από 15-2-2006 αγωγή ασφαλιστικές εταιρείες εξακολουθούν να ευθύνονται κατά το νόμο και μάλιστα εις ολόκληρον η κάθε μία, έναντι των εναγόντων, ως ζημιωθέντων τρίτων, απορρίπτοντας, έστω και σιγή , ως αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης και ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20-10-2006 αγωγή (αναγωγή) της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που στηριζόταν στην ανυπαρξία πολλαπλής ασφάλισης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο σχετικός πρώτος λόγος της από 10-2-2009 έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ο σχετικός πρώτος λόγος και ο πρόσθετος λόγος της από 7-1- 2009 έφεσης της εναγομένης-ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 1068/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με την κύρια αγωγή, ως προς το ζήτημα της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτ/του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, μεταξύ των στενών συγγενών του θανατωθέντος κατά το ένδικο ατύχημα, ως εναγόντων, αφενός, και των ως άνω ασφαλιστικών εταιριών, ως εναγομένων, ήδη διαδίκων στην παρούσα δίκη, η εις ολοκληρον υποχρέωση αμφοτέρων των εκεί εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών προς αποζημίωση των κυρίως εναγόντων και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό της ήδη ενάγουσας -αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", περί λύσεως της υπ' αρ. ...473 ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μεταβολής της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του ότι δεν μπορεί κατά νόμον να αντιταχθεί έναντι των τρίτων - δικαιούχων της αποζημιώσεως εκ του τροχαίου ατυχήματος, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 παρ. 2 β' του Ν. 489/1976 διαδικασίας.

Αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας "Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" κατά της συνεναγομένης της στην κύρια αγωγή ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αυτή κρίνοντας ότι η εκεί ενάγουσα και ήδη εναγομένη (ΕΘΝΙΚΗ) δεν, έχει το ασκηθέν με την ως άνω αγωγή της δικαίωμα αναγωγής κατά της εκεί εναγομένης και ήδη ενάγουσας (ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ ) προς αναζήτηση από την τελευταία οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες με την αιτιολογία ότι υφίστατο ενεργής ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτ/του κατά τον κρίσιμο χρόνο απ' αυτήν (τότε ενάγουσα και στην αγωγή της αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία) ως μη αποδειχθείσης συμφωνίας περί λύσεώς της, όπως ισχυρίστηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Ακολούθως, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ως πάνω παρεμπίπτουσας αγωγής, η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" άσκησε κατά της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-10-2012, υπ' αρ. κατ. 7938/2012, αγωγή, με την οποία η εν λόγω ενάγουσα ισχυριζόταν ότι με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως είχε ασφαλίσει το υπ' αρ.

κυκλοφορίας ΥΒΜ ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ν. Κ. για τις έναντι τρίτων ζημίες, για το χρονικό διάστημα από 15-9-2004 έως 15-9-2005, Ότι στις 16- 12- 2004 το παραπάνω αυτ/το μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον M... B... και ασφαλίστηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", με νέα σύμβαση ασφαλίσεως, για το χρονικό διάστημα από 23-12-2004 έως 23-6-2005, (ανανεωθείσας στη συνέχεια αυτοδικαίως της ασφαλιστικής αυτής συμβάσεως για ίσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της , ήτοι μέχρι 23-12-2005), ενώ ακολούθως, στις 10-8-2005 μεταβιβάστηκε εκ νέου κατά κυριότητα από τον M...

B... στον V. K. και ασφαλίστηκε και πάλι στην εναγομένη "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" με διάρκεια ισχύος μέχρι 23-8-2005. Ότι στις 21-9-2005, το ανωτέρω αυτ/το, οδηγούμενο από τον τελευταίο ιδιοκτήτη του V. K., ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του επιβαίνοντος ο' αυτό D. K.. Ότι σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1068/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι αυτή και η εναγομένη όφειλαν να αποζημιώσουν, εις ολόκληρον εκάστη, τους οικείους του άνω θανόντος, κατά τα αναφερόμενα ο' αυτή ποσά, κατέβαλε στους τελευταίους σε πλήρη εξόφληση του 50% της επιδικασθείσας στους παραπάνω συγγενείς του θανόντος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης το συνολικό ποσό των 123.825,09 €, μετ' αφαίρεση ποσού 9.956,27 € ως φόρο τόκων, το οποίο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο, πλέον ποσού 5.000 € για δικαστικά έξοδα.

Ότι κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος είχε ήδη επέλθει, αυτοδικαίως, η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως, με την οποία είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη του παραπάνω αυτοκινήτου, λόγω παρόδου 15 ημερών από τη μεταβίβαση της κυριότητάς του και συνεπώς δεν ευθυνόταν σε αποζημίωση για το επελθόν ατύχημα, εφόσον η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" είχε ασφαλίσει το ως άνω αυτ/το με έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, που ήταν ενεργή κατά το χρόνο που αυτό έλαβε χώρα.

Ότι καταβάλλοντος τ' ανωτέρω ποσά, παρότι είχε ήδη λυθεί η καταρτισθείσα με αυτήν ("ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ") σύμβαση ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεδομένου ότι η λύση αυτή της καταρτισθείσας μεταξύ αυτής (ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ) και του προηγούμενου ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου Κ. Ν. δεν μπορούσε κατά νόμο να αντιταχθεί έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, λόγω μη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 11 παρ. 2 εδ.

β του Ν. 489/1976, ήτοι λόγω μη νομότυπης γνωστοποίησης στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μεταβολής της κυριότητας του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, η εναγομένη ωφελήθηκε, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της. Ενόψει των ανωτέρω, ζητούσε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 133.781,36 €, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του (22-5-2012), άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ, 341, 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 παρ. 2 της Κ4/ 585/1978 AYE, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το ν. 3557/2007, εκδόθηκε η υπ' αρ. 4064/2014 οριστική απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 123.825,09 €, με το νόμιμο τόκο από τις 23-5-2012.

Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν εφέσεις τόσο η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία όσο και η εναγομένη, παραπονούμενες για τους αναφερόμενους ειδικότερα ο' αυτές λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτούμενες την εξαφάνισή τους, προκειμένου, όπως, ως προς μεν την ενάγουσα, γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της, ως προς δε την εναγομένη, απορριφθεί αυτή στο σύνολό της.

Κατόπιν των ως άνω εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.5242/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4064/2014 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν όλω την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ειδικώτερα δε όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα :" Από την εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση ,των εγγράφων ,που επικαλούνται παραδεκτά και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, εκτιμωμένων είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (οι διάδικοι δεν επιμελήθηκαν της εξέτασης μαρτύρων) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αρ. ...473 ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ενάγουσα ασφάλισε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του Ν.

Κ. από την κυκλοφορία του υπ' αρ. ΥΒΜ - ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, για το χρονικό διάστημα από 15-9-2004 έως 15-9-2005, μέχρι του ποσού των 500.000 € για σωματικές βλάβες και των 100.000€ για υλικές ζημίες. Στις 14-12-2004 ο ως άνω ιδιοκτήτης μεταβίβασε την κυριότητα του ανωτέρω αυτοκινήτου του στον M... B..., ο οποίος το ασφάλισε για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγόμενη δυνάμει του υπ' αρ. ...7585 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 23-12-2004 έως 23-6- 2005, μέχρι του ποσού των 500.000 € για σωματικές βλάβες και των 100.000 € για υλικές ζημίες.

Ακολούθως, στις 10-8-2005 ο M... B... μεταβίβασε την κυριότητα του ως άνω οχήματος στον V. K., ο οποίος το ασφάλισε στην εναγομένη έως 23-8-2005. Στις 21-9-2005, ο V. K. οδηγώντας το ανωτέρω αυτ/τό του επί της Ν.Ε.Ο Κ. - Μ. εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε σε δένδρο, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραύματισμό του επιβαίνοντος σ' αυτό D.

K.. Οι οικείοι του εν λόγω θανόντος άσκησαν κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτ/του (ως προς τον οποίο στη συνέχεια παραιτήθηκαν και κατ' αμφοτέρων των εδώ διαδίκων, την από 15-2-2006,

υπ' αρ. κατ. 38524/1822/24-2-2006, αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση. Εξάλλου, η δεύτερη των εναγομένων στην παραπάνω αγωγή (εδώ εναγομένη) [ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ] άσκησε κατά της συνεναγομένης της - τρίτης των εναγομένων (εδώ ενάγουσας), [ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕ] την από 20-10-2006, αγωγή (αναγωγή), ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ισχυρίζονταν ότι είχε συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως για το ζημιογόνο αυτ/το, με τον τότε ιδιοκτήτη του M...

B... για το χρονικό διάστημα, από 23-12-2004 έως 23-6-2005, την οποία ακύρωσε με σχετική πρόσθετη πράξη στις 22-6-2005, κατόπιν συμφωνίας με τον ασφαλισμένο της λόγω μεταβίβασης του αυτ/του του και ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα ασφάλιζε η εναγομένη με έγκυρη σύμβαση. Ζητούσε δε, ενόψει των ανωτέρω και του ότι δεν μπορούσε να αντιτάξει έναντι των εναγόντων της από 15-2-2006 αγωγής την ως άνω λύση της σύμβασης ασφάλισης, καθόσον δεν είχε τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις του άρθρου 11 του Ν. 489/1976, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει, και με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κάθε ποσό που ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής.

Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αρ. 5177/2008 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εκεί εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το συνολικό ποσό των 235.000 €, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή).

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι εκεί εναγόμενοι τις από 7-1-2009 και 10-2-2009 εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αρ. 1068/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την από 15- 2-2006 κύρια αγωγή και αναγνωρίστηκε, κατά μερική αποδοχή αυτής, ότι οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, στους ενάγοντες, το συνολικό ποσό των 158.000 €, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 7-1-2009 έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, (εδώ εναγομένης) κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης (εδώ ενάγουσας), επικυρώνοντας την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής.

Την 22-5-2012 η ενάγουσα, σε εκούσια συμμόρφωση προς το διατακτικό της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης, κατέβαλε στους κυρίως ενάγοντες και δικαιούχους της επιδικασθείσης αποζημιώσεως το συνολικό ποσό των 123.825,09 € σε πλήρη εξόφληση του 50% αυτής, ήτοι 79.000 € για κεφάλαιο, 49.781,36 € για τόκους κεφαλαίου από 2-3-2006 έως 22-5-2012, αφαιρουμένου του ποσού των 9.956,27 € ως φόρο τόκων 20%, τον οποίο απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο στις 14-6-2012, και 5.000 € για δικαστική δαπάνη.

Όπως ήδη προεκτέθηκε στις 16-12-2004 το ζημιογόνο αυτ/το μεταβιβάστηκε από τον μέχρι τότε ιδιοκτήτη του στον M... B... και στη συνέχεια στις 10-8-2005 ο τελευταίος το μεταβίβασε στον V. K.. Επομένως, μετά πάροδο δεκαπέντε ημερών από την ως άνω αρχική μεταβολή της κυριότητος του οχήματος, δηλαδή στις 1-1-2005 επήλθε αυτοδικαίως, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως με αρ. ...473, εφόσον μέχρι τότε ο αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας ή ο ως άνω νέος κύριος δεν ζήτησαν από την ενάγουσα τη συνέχισή της.

Η ενάγουσα ως εναγομένη στην από 15-2-2006 αγωγή προέβαλε τον ισχυρισμό τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ' έφεση δίκη, ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ένεκα της ως άνω επελθούσης λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως που τη συνέδεε με τον αρχικό ιδιοκτήτη Κ. Ν. ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του τελευταίου από την κυκλοφορία του ως άνω αυτ/του, λόγω της μεταβολής της κυριότητάς του.

Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε τελεσίδικα δυνάμει της υπ' αρ. 1068/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 489/1976, ήτοι η νομότυπη γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μεταβολής της κυριότητας του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτ/του, ώστε να μπορεί να αντιταχθεί έναντι των ζημιωθέντων τρίτων - κυρίως εναγόντων η λύση αυτής, αφού πρόκειται περί ενστάσεως που απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση.

Περαιτέρω με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε τελεσίδικα και η παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της εδώ εναγομένης, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συνήψε στις 22-6-2005 κοινή συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτ/του και ασφαλισμένο της M... B..., δυνάμει της οποίας ακυρώθηκε η μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση λόγω μεταβίβασης της κυριότητας του οχήματος και ότι εκδόθηκε η με αρ. ...554 πρόσθετη πράξη ακύρωσης του με αρ. ...7585 ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού αποδείχθηκε ότι μετά τις κατά τα άνω μεταβολές της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του συνήφθησαν από τους νέους ιδιοκτήτες ασφαλιστικές συμβάσεις για το ίδιο όχημα στην εναγόμενη, οι οποίες δεν είχαν ακυρωθεί ή λυθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος, η ενάγουσα δεν ευθυνόταν καταρχήν σε αποζημίωση λόγω του ως άνω τροχαίου ατυχήματος, κατ' άρ. 8 παρ. 2 της Κ4/585/ 1978 AYE, γεγονός όμως, που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να αντιτάξει έναντι των τρίτων δικαιούχων αυτής, ευθυνομένης προς τούτο αποκλειστικά της εναγομένης, ως μόνης υπόχρεης επί τη βάση ενεργούς ασφαλιστικής συμβάσεως.

Επομένως, η τελευταία, που απαλλάχθηκε της καταβολής στους δικαιούχους του 50% της επιδικασθείσης αποζημιώσεως, καθώς και του αναλογούντος στους τόκους υπερημερίας φόρου, ποσά (123.825,09 και 9.956,27 €) τα οποία καταβλήθηκαν σ' αυτούς και στο Ελληνικό Δημόσιο, αντίστοιχα, από την ενάγουσα, πλούτισε, άνευ νομίμου αιτίας, σε βάρος της περιουσίας και επί ζημιά της τελευταίας, αφού δεν δικαιολογείται, σύμφωνα με τα παραπάνω νομικά δεδομένα, η απαλλαγή της εναγομένης κατά τα εν λόγω ποσά και συνολικά κατά το ποσό των 133.781,36 €.

Η εναγόμενη, με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής της ισχυρίζεται ότι υφίσταται δεδικασμένο εκ της υπ' αρ. 1068/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς το ζήτημα της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτ/του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τόσο από την ίδια όσο και από την ενάγουσα καθώς και της εις ολόκληρον ευθύνης αμφοτέρων προς αποζημίωση των εναγόντων - δικαιούχων, το οποίο (δεδικασμένο) κωλύει την έρευνα του καταγομένου προς διάγνωση με την υπό κρίση αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις (ουσιαστικές) του δεδικασμένου. Ειδικότερα με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, αφενός, η εις ολόκληρον υποχρέωση αμφοτέρων των εκεί εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών προς αποζημίωση των κυρίως εναγόντων και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό της εδώ ενάγουσας περί λύσεως της υπ' αρ. ...473 ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μεταβολής της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του ότι δεν μπορεί κατά νόμον να αντιταχθεί έναντι των τρίτων - δικαιούχων της αποζημιώσεως εκ του τροχαίου ατυχήματος, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 παρ. 2 β' του Ν. 489/1976 διαδικασίας, αφετέρου δε και αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίθηκε ότι η εκεί ενάγουσα και ήδη εναγομένη δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της εκεί εναγομένης και ήδη ενάγουσας προς αναζήτηση από την τελευταία οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες με την αιτιολογία ότι υφίστατο ενεργής ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτ/του κατά τον κρίσιμο χρόνο ως μη αποδειχθείσης συμφωνίας περί λύσεως της, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ουδόλως δε κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, εκ της τελεσιδίκου κρίσεως επί της αναγωγής ότι η ενάγουσα ασφάλιζε με ενεργό, κατά το χρόνο του ατυχήματος, σύμβαση το ζημιογόνο αυτ/το.

Επομένως, δεν υφίσταται εν προκειμένω, ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής (αναγωγής) και της υπό κρίση αγωγής, εις τρόπον ώστε να κωλύεται η έρευνα του υπό κρίση δικαιώματος της ενάγουσας. Τα αυτά, επομένως, αφού έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εμπεριεχόμενος στον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγόμενης ισχυρισμός της τελευταίας ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως αυτή τέθηκε με το άρθρο 5 Ν. 3557/2007, κρίνεται απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 της Κ4/585/1978 AYE, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το ν. 3557/2007, κάνοντας ρητή περί τούτου μνεία.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος και τελευταίος λόγος της έφεσης της εναγομένης, ότι δηλαδή δεν συντρέχει περίπτωση πλουτισμού της σε βάρος της ενάγουσας διότι η εκ μέρους της τελευταίας καταβολή του αιτουμένου ποσού έγινε προς συμμόρφωση στις επιταγές της υπ' αρ. 1068/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου αυτή της την υποχρέωση.

Και τούτο γιατί, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 8 της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 904 επ. ΑΚ και δε τίθεται θέμα δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η έφεση της εναγομένης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ...

Περαιτέρω, και σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα έπρεπε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 133.781,36 €, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της καταβολής του, ήτοι του μεν ποσού των 123.825,09 € από τις 23-5-2012, του δε ποσού των 9.956,27 € από τις 15-6-2012 μέχρις εξοφλήσεως.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή μόνο για το ποσό των 123.825,09 €, ενώ απέρριψε αυτή για το ποσό των 9.956,27 €, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται την απόδοσή του στο Ελληνικό Δημόσιο, αν και, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, συνήγετο τούτο, επιπλέον δε αποδεικνύετο και η καταβολή του (βλ.

τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα, ήτοι την από 14-6-2012, δήλωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου, το υπ' αρ. 20528/14-6- 2012 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων και την κατάσταση τοκοσήμου περιόδου από 1-5-2012 έως 31-5-2012), έσφαλε ωςπρος την απόρριψη του άνω ποσού, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αυτής,...

να εξαφανιστεί στο σύνολό της για την ενότητα της εκτελέσεως η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρ. 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 133.781, 36 €, με το νόμιμο τόκο του μεν ποσού των 123.825,09 €, από τις 23-5-2012, του δε ποσού των 9.956,27 € από τις15-6-2012, μέχρις εξοφλήσεως".

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ,ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ.ΑΠ 1207/2017,ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως ,μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως ,αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη" με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001,όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 του Κ.Πολ.Δικ για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ σε όλες τις υποθέσεις με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).

Η πρακτική δηλαδή σημασία του λόγου αυτού μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (ΑΠ 2001/2017, ΑΠ 636/2011, ΑΠ 925/2011). Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ.

κατά την παράγραφο β του οποίου η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί, εφόσον οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου και την κατάργηση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου, να εκδώσει προδικαστική απόφαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ.16 Κ.Πολ.Δικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες (ΑΠ 1520/2010, ΝΟΜΟΣ).

Προκειμένου να εξεταστεί αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης ή παραδοχής (Ολ.

ΑΠ 15/1998) Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, δηλαδή διάταξης νόμου, η οποία αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του και ιστορικής αιτίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής, επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή που συγκροτούντο πραγματικό της εφαρμοσθείσας κατά την προηγούμενη δίκη νομικής διάταξης, ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας ,τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό ,όλο ή και μέρος της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη του δικαιώματος που κρίνεται και εκείνης που είχε το δικαίωμα που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Εξάλλου κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δικ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ'εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν'ασκηθεί και με κύρια αγωγή".

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 περ.α του Κ.Πολ.Δικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και οι λόγοι της έφεσης και της αντέφεσης, αν είναι ορισμένοι και αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 11/1996) και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ούτε επίσης τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών (ΟλΑΠ 35/2007), ούτε οι μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι ως τέτοιοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, οπότε και η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 837/2008 ).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για την από το δικαστήριο, παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως που περιέχει τέτοιο ισχυρισμό) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 232/2009). Εξάλλου, το άρθρο 8 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, πριν από την ολική κατάργησή της με το Ν. 3557/2007, η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, όριζε ότι: "1. Πάσα μεταβολή της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος, επιφέρει μετά πάροδον δέκα πέντε ημερών την αυτοδικαίαν λύσιν της ασφαλιστικής συμβάσεως εκτός εάν εντός της αυτής προθεσμίας ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσουν δι' εγγράφου των περιέχοντος τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, την συνέχισιν της ασφαλιστικής καλύψεως και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτησιν εντός 10 ημερών από της λήψεώς της.

Εις την περίπτωσιν αυτήν, η ασφαλιστική σύμβασις λύεται από της αποποιήσεως της αιτήσεως ή μετά πάροδον 16 ημερών από της αποποιήσεως εάν έχουν προκαταβληθή δια το χρονικόν τούτο διάστημα τα ασφάλιστρα. 2. Ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται εις αποζημίωσιν, εάν μετά την κατά τα άνω μεταβολήν της κυριότητος ή κατοχής, συνήφθη νέα ασφαλιστική σύμβασις αφορώσα εις το αυτό όχημα και καλύπτουσα το επελθόν ατύχημα.".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, όπως ίσχυαν, προκύπτει ότι σε περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας ασφαλισμένου οχήματος σε άλλο πρόσωπο αν δεν είχε γνωστοποιηθεί στον ασφαλιστή και δεν είχε ζητηθεί η συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης η ασφαλιστική σύμβαση λυόταν αυτοδικαίως μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από τη μεταβίβαση της κυριότητας σε τρόπον ώστε εάν μετά την πάροδο του δεκαπενθημέρου προκληθεί τροχαίο ατύχημα από το μέχρι τότε ασφαλιζόμενο όχημα και επέλθει έτσι ο ασφαλιστικός κίνδυνος, να μην μπορεί ο ασφαλισμένος να επιδιώξει από τον ασφαλιστή το ασφάλισμα δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, που συνήθως ισοδυναμεί με τη ζημία του τρίτου, αφού η σύμβαση αυτή έχει λυθεί.

Έτσι, κάθε μεταβολή της κυριότητας ή της κατοχής του οχήματος επέφερε μετά πάροδο δεκαπέντε ημερών την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως χωρίς να αποκλείεται τυχόν αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων της συμβάσεως εκτός αν μέσα στην αυτή προθεσμία ο μέχρι τότε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος, ζητούσαν με έγγραφο, που θα περιείχε τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, τη συνέχιση της ασφαλιστικής καλύψεως και ο ασφαλιστής δεν αποποιούνταν εγγράφως την αίτηση μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήψη της.

Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείτο ότι λύεται από της επιδόσεως του εγγράφου για την αποποίηση της αιτήσεως ή μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την αποποίηση, αν είχαν προκαταβληθεί για το χρονικό αυτό διάστημα τα ασφάλιστρα. Ο ασφαλιστής δεν ευθυνόταν σε αποζημίωση, αν, μετά την κατά τα παραπάνω μεταβολή της κυριότητας ή της κατοχής καταρτιζόταν νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα και καλυπτόταν το επελθόν ατύχημα (ΑΠ 65/2011, ΑΠ 692/2011, ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 1590/2006 ΑΠ 928/2005).

Η ρύθμιση του άνω άρθρου 8 παρ. 2 της Κ4/ 585/1978 AYE αφορούσε στη σχέση μεταξύ παλαιού και νέου ασφαλιστή και δεν επεκτεινόταν στις σχέσεις με το ζημιούμενο τρίτο. Έναντι του τελευταίου ευθυνόταν τόσο ο παλαιός ασφαλιστής, ο οποίος μη γνωρίζοντας τη μεταβολή δεν θα είχε προχωρήσει στη γνωστοποίηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 όσο και ο νέος ασφαλιστής, ο δε τρίτος είχε την ευχέρεια να επιλέξει τον ασφαλιστή κατά του οποίου θα στραφεί.

Έτσι, υπό τις παραπάνω διατάξεις αν τον τρίτο αποζημιώσει ο παλαιός ασφαλιστής τότε αυτός κατά την παρ.2 του άρθρου 8 της Κ4/585/1978 AYE σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ έχει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του ευθυνόμενου για το ατύχημα νέου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου ή ακόμα και του νέου ασφαλιστή και να ζητήσει το ποσό που κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο, ο οποίος απαλλάχθηκε με την καταβολή του πρώτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του ΚΠολΔ 559 αρ. 16 διότι κατά παράβαση του νόμου (ΚΠολΔ 321, 324, 330) δέχθηκε πως δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 1068/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών σχετικά με την υποχρέωση αμφοτέρων των διαδίκων ασφαλιστικών εταιριών, λόγω της ύπαρξης με αυτές συμβάσεων ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που δεν είχαν νομίμως λυθεί, να καταβάλουν, από κοινού και εις ολόκληρον εκάστη, την αποζημίωση (χρηματική ικανοποίηση) των ζημιωθέντων δικαιούχων αποζημιώσεως, και απέρριψε τον νομίμως και παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό της περί ύπαρξης δεδικασμένου για το ζήτημα αυτό.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1068/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, από την οποία φέρεται ότι απορρέει το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες δεδικασμένο, με την απόφαση αυτή, αναφορικά μεν με την κύρια αγωγή, ως προς το ζήτημα της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, μεταξύ των στενών συγγενών του θανατωθέντος κατά το ένδικο ατύχημα, ως εναγόντων, αφενός, και των ως άνω ασφαλιστικών εταιριών, ως εναγόμενων, ήδη διαδίκων στην παρούσα δίκη, η εις ολόκληρον υποχρέωση αμφοτέρων των εκεί εναγόμενων ασφαλιστικών εταιρειών προς αποζημίωση των κυρίως εναγόντων και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό της ήδη ενάγουσας -αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", περί λύσεως της υπ' αριθμ.. ...473 ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μεταβολής της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του ότι δεν μπορεί κατά νόμον να αντιταχθεί έναντι των τρίτων - δικαιούχων της αποζημιώσεως εκ του τροχαίου ατυχήματος, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 παρ. 2 β1 του Ν. 489/1976 διαδικασίας.

Αναφορικά δε με την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας "Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" κρίθηκε ότι η εκεί ενάγουσα και ήδη εναγόμενη (ΕΘΝΙΚΗ) δεν έχει το ασκηθέν με την ως άνω αγωγή της δικαίωμα αναγωγής κατά της εκεί εναγόμενης και ήδη ενάγουσας (ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ ) προς αναζήτηση από την τελευταία οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες με την αιτιολογία ότι υφίστατο ενεργής ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτ/του κατά τον κρίσιμο χρόνο απ' αυτήν (τότε ενάγουσα και στην αγωγή της αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία) ως μη αποδειχθείσης συμφωνίας περί λύσεώς της, όπως ισχυρίστηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ουδόλως δε κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, με την τελεσίδικη απόφαση της αγωγής εξ αναγωγής ότι η ενάγουσα (ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ) ασφάλιζε με ενεργό, κατά το χρόνο του ατυχήματος, σύμβαση το ζημιογόνο αυτ/το.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5242/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η τότε εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής ισχυρίστηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο εκ της υπ' αριθμ.. 1068/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς το ζήτημα της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τόσο από την ίδια όσο και από την ενάγουσα καθώς και της εις ολόκληρον ευθύνης αμφοτέρων προς αποζημίωση των εναγόντων - δικαιούχων, το οποίο (δεδικασμένο) κωλύει την έρευνα του καταγομένου προς διάγνωση με την υπό κρίση αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας.

Αναφορικά με τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις (ουσιαστικές) του δεδικασμένου.

Ειδικότερα με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, αφενός, η εις ολόκληρον υποχρέωση αμφοτέρων των εκεί εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών προς αποζημίωση των κυρίως εναγόντων και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό της εδώ ενάγουσας περί λύσεως της υπ' αρ. ...473 ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μεταβολής της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του ότι δεν μπορεί κατά νόμον να αντιταχθεί έναντι των τρίτων - δικαιούχων της αποζημιώσεως εκ του τροχαίου ατυχήματος, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 παρ. 2 β' του Ν. 489/1976 διαδικασίας, αφετέρου δε και αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίθηκε ότι η εκεί ενάγουσα και ήδη εναγομένη δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της εκεί εναγομένης και ήδη ενάγουσας προς αναζήτηση από την τελευταία οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες με την αιτιολογία ότι υφίστατο ενεργής ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτ/του κατά τον κρίσιμο χρόνο ως μη αποδειχθείσης συμφωνίας περί λύσεώς της, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ουδόλως δε κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, εκ της τελεσιδίκου κρίσεως επί της αναγωγής ότι η ενάγουσα ασφάλιζε με ενεργό, κατά το χρόνο του ατυχήματος, σύμβαση το ζημιογόνο αυτ/το.

Επομένως, δεν υφίσταται εν προκειμένω, ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής (αναγωγής) και της υπό κρίση αγωγής, εις τρόπον ώστε να κωλύεται η έρευνα του υπό κρίση δικαιώματος της ενάγουσας. Τα αυτά, επομένως, αφού έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι κατά παράβαση του νόμου (άρθρα 321, 324, 330ΚΠολΔ) δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με την εις ολόκληρον με την αναιρεσείουσα υποχρέωση της αναιρεσίβλητης έναντι των κυρίως εναγόντων, συγγενών του θανόντος, για την καταβολή της δικαιούμενης απ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καθόσον η διαγνωσθείσα στην υπ' αριθμ. 1068/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μον.

Εφετείου Αθηνών παραπάνω, εις ολόκληρον με την αναιρεσείουσα υποχρέωση της αναιρεσίβλητης έναντι των κυρίως εναγόντων, οφείλεται αποκλειστικά, με βάση τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, στη νομική αδυναμία της (αναιρεσίβλητης) να αντιτάξει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και δεν απορρέει, από νομικά ενεργή κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με τον ίδιο (πρώτο λόγο αναίρεσης) κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπ' όψιν της και δεν ερεύνησε τον νομίμως και παραδεκτώς προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της, περί συναγωγής δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, η οποία συνάγεται από το δικόγραφο της ασκηθείσας κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) αγωγής της (αναιρεσίβλητης), περί της υπάρξεως δεδικασμένου, δεδομένου ότι η ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της παρεμπίπτουσας αγωγής της κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία κρίθηκε τελεσιδίκως και με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 1068/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της προαναφερθείσας αγωγής της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής (η οποία αγωγή απευθύνεται προς το δικάζον δικαστήριο), συνάγεται όχι μόνον εκ του γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη επικαλείται τα αυτά πραγματικά περιστατικά και τις αυτές νομικές διατάξεις, που εκρίθησαν τελεσιδίκως και μετά δυνάμεως δεδικασμένου, αλλά και εκ του γεγονότος ότι ενσωματώνει στην κατ' αυτής αγωγή της την ίδια ακριβώς αγωγή των δικαιούχων αποζημίωσης τρίτων, που είχε ενσωματώσει και αυτή (αναιρεσείουσα) στην αγωγή (παρεμπίπτουσα αγωγή) της κατά της αναιρεσίβλητης, με το αυτό αίτημα.

Και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον αντικείμενο ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου είναι μόνο πραγματικά γεγονότα και συνεπώς δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αυτής η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου ούτε άλλωστε ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός (ομολογία δεδικασμένου) συνιστά πράγμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ούτε σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο έχει υποχρέωση να απαντήσει σε μη νόμιμους ισχυρισμούς όπως ο προαναφερόμενος περί ομολογίας δεδικασμένου και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα πλούτισε σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, αφ' ενός μεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ καθόσον αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφ' ετέρου δε καθόσον αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου διέλαβε εσφαλμένες και αντιφατικές παραδοχές στερήσασα εαυτήν νομίμου βάσεως, καθόσον αν και δέχθηκε, πως η καταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (όπως και η εκ μέρους τη γενομένη καταβολή), εγένετο κατ' επιταγήν τελεσίδικου δικαστικής αποφάσεως, εν τούτοις, δέχθηκε πως ιδρύεται αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που διέταξε την καταβολή δεν ιδρύει δεδικασμένο, παρά το ότι η καταβολή που γίνεται κατόπιν επιταγής δικαστικής αποφάσεως, είναι καταβολή που γίνεται, πάντοτε, για νόμιμη αιτία (συμμόρφωση στις επιταγές της δικαστικής αποφάσεως).

Πλην όμως ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες, μετά τις κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταβολές της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του συνήφθησαν από τους νέους ιδιοκτήτες του ασφαλιστικές συμβάσεις για το ίδιο όχημα στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία " Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" , οι οποίες δεν είχαν ακυρωθεί ή λυθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕ", καθόσον αφορά στις σχέσεις αυτής, ως παλαιάς ασφαλίστριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ως νέα ασφαλίστρια του ίδιου οχήματος, δεν ευθυνόταν καταρχήν σε αποζημίωση λόγω του ως άνω τροχαίου ατυχήματος, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 της Κ4/585/ 1978 AYE, γεγονός όμως, που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να αντιτάξει έναντι των τρίτων δικαιούχων αυτής, ευθυνομένης προς τούτο αποκλειστικά της εναγομένης, ως μόνης υπόχρεης επί τη βάσει ενεργού ασφαλιστικής συμβάσεως και επομένως, η τελευταία, η οποία αν και μόνη κάλυπτε ασφαλιστικά το ως άνω όχημα και ήταν μόνη υπόχρεη κατά τα προαναφερόμενα της επιδικασθείσας αποζημιώσεως απαλλάχθηκε της καταβολής στους δικαιούχους του 50% της επιδικασθείσας αποζημιώσεως, καθώς και του αναλογούντος στους τόκους υπερημερίας φόρου, ποσά (123.825,09 και 9.956,27 €) τα οποία καταβλήθηκαν σ' αυτούς και στο Ελληνικό Δημόσιο, αντίστοιχα, από την ενάγουσα, η οποία δεν ευθυνόταν για την πληρωμή της ως άνω αποζημίωσης πλούτισε, άνευ νομίμου αιτίας, σε βάρος της περιουσίας και επί ζημία της τελευταίας, αφού δεν δικαιολογείται, σύμφωνα με τα παραπάνω νομικά δεδομένα, η απαλλαγή της εναγομένης κατά τα εν λόγω ποσά και συνολικά κατά το ποσό των 133.781,36.

Συνεπώς, πληρούνται εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 8 της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Πέραν τούτων δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με την εις ολόκληρο με την αναιρεσείουσα υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στους δικαιούχους των επιδικασθέντων ως άνω ποσών τα εν λόγω ποσά, απορρέοντος από την υπ'αριθμ. 1068/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κωλύοντος τη νέα έρευνα στην ένδικη αγωγή της ως άνω επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι με την παραπάνω απόφαση του Μον.

Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι μόνη η αναιρεσείουσα κάλυπτε ασφαλιστικά το ζημιογόνο όχημα κατά την χρονική στιγμή του ενδίκου ατυχήματος η δε διαγνωσθείσα στην ίδια υπ'αριθμ. 1068/2012 απόφαση του Μον. Εφετείου Αθηνών εις ολόκληρον με την αναιρεσείουσα υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για την καταβολή των επιδικασθέντων στους συγγενείς του θανόντος, αφορά μόνον την νόμιμη αδυναμία της να προτάξει την λύση της ασφαλιστικής σύμβασης προς τους ζημιωθέντες τρίτους και όχι την πραγματική, νομικά ενεργή και ερειδόμενη επί του ισχύοντος κατά το χρόνο της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης νομικού πλαισίου του άρθρου 8 § 1 της υπ'αρ.

Κ4/585/5.4.1978 Υ.Α να επιδιώξει αναγωγικά από την αντίδικο της όποιο ποσό τυχόν καταβάλλει στους ενάγοντες-συγγενείς του θανόντος. Με βάση τα ανωτέρω, ορθώς η αναιρεσιβαλλόμενη έκανε δεκτή την αναγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας στο σύνολό της, και δη ως ερειδόμενης επί του άρθρου 8 § 1 της υπ αρ.

Κ4/585/5.4.1978 Υ.Α, σε συνδυασμό με τις διατάξεις 904 επ, ΑΚ. Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10α του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει από ποιά αποδεικτικά μέσα κατέληξε η πληττομένη απόφαση στο πόρισμα ότι αποδείχθηκε το πραγματικό γεγονός (και συνακόλουθα ο προβληθείς από την αναιρεσίβλητη αγωγικός ισχυρισμός) της ασφαλίσεως σ' αυτήν (αναιρεσείουσα), κατά το ν. 489/76, του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρονικό διάστημα, μετά τη μεταβίβαση• της κυριότητάς του, έως 23.8.2005 (αν και κατά νόμο η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο), ακόμη δε, αν και διαλαμβάνονται στις παραδοχές της πληττομένης αποφάσεως, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, και η ασφάλιση και τη διακοπή της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου στη αναιρεσίβλητη, καθώς και η από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, M...

B..., ασφάλιση του ιδίου αυτοκινήτου σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) (δυνάμει της υπ' αριθμ. ...7585 ασφαλιστικής συμβάσεως) και η διάρκεια της ασφαλίσεως αυτής, και η εν συνεχεία μεταβίβαση της κυριότητος του αυτοκινήτου αυτού εις τον V. K., εν τούτοις δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της, οι αποδείξεις συνεπεία των οποίων η απόφαση αυτή κατέληξε στο πόρισμα (παραδοχή του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης) περί της ασφάλισης κατά τον κρίσιμο χρόνο του αυτοκινήτου αυτού από το νέο ιδιοκτήτη V.

K., σ' αυτήν ( αναιρεσείουσα) και περί της ισχύος της ασφάλισης αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται η ύπαρξη συγκεκριμένης συμβάσεως ασφαλίσεως (αριθμός ασφαλιστηρίου συμβολαίου), ούτε ο χρόνος έναρξης της ισχύος της συμβάσεως αυτής. 'Οπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα, το Εφετείο κατέληξε μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδείξεων, ήτοι, "από την εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση των εγγράφων που επικαλούνται παραδεκτά και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, εκτιμωμένων είτε προς προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατόπιν τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2496/97 περί της αποδείξεως και καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, καθώς και του άρθρου 8 παρ. 1 της ΚΥΑ Κ4/585/78 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 8 ν. 489/76(όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), υποπίπτοντας στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, καθόσον, όπως διατείνεται, δεν προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια και πληρότητα η κατάρτιση και η ισχύς συγκεκριμένης ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ αυτής και του νέου ιδιοκτήτη, ζημιώσαντος V.

K., περί ασφαλίσεως κατά το ν. 489/76 του προαναφερθέντος ζημιογόνου αυτοκινήτου, μετά την κατά τα ανωτέρω αυτοδίκαιη διακοπή της προηγουμένης συμβάσεως ασφαλίσεως και πριν τον κρίσιμο χρόνο (δεν προκύπτει ούτε ο χρόνος κατάρτισης, ούτε ο αριθμός του καταρτισθέντος ασφαλιστηρίου, ούτε ο χρόνος έναρξης της ισχύος του), έτσι ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή ή μη, των διατάξεων του ουσιαστικού νόμου (άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2496/97) περί της αποδείξεως και καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, για τούτο δε η απόφαση αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Και ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στην πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον είναι σαφές το πόρισμα του Εφετείου ότι μετά τις κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταβολές της κυριότητας του ζημιογόνου αυτ/του συνήφθησαν διαδοχικά από τους νέους ιδιοκτήτες του M... B... και Ν. Κ. ασφαλιστικές συμβάσεις για το ίδιο όχημα στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", οι οποίες δεν είχαν ακυρωθεί ή λυθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος και ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ενεργή η ασφαλιστική σύμβαση που συνήψε ο νέος ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος και υπαίτιος του ατυχήματος οδηγός Ν. Κ. με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 2-10-2018 (αριθμ. κατ. 8698) αίτηση και τον από 10-7-2019 (αριθμ. κατ. 60/2019) πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5242/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ'αρ. 5242/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ