Supreme Court allows partial appeal regarding trademark infringement damages and publication costs while dismissing other grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, specifically upholding the grounds for awarding damages for unfair competition and ordering the publication of the judgment. The court found the appellant's arguments regarding these specific remedies valid, whereas it rejected the remaining claims for further examination. Consequently, the original lower court decision was annulled only to the extent of the accepted grounds, with costs allocated accordingly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 4 of Law 2239/1994 on trademarks; Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a decision and issue a final ruling without remitting the case for further trial when no further substantive examination is legally required.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1155 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... A.G." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-11-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Δαλαμάγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 3744/2009 μη οριστική και 3431/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης (συμπροσβαλλομένης και της μη οριστικής υπ' αριθμ. 3744/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών) ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2017 αίτησή της και τους από 22-10-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 28-11-2017 αίτηση αναίρεσης και οι με το από22-10-2018 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες, παραδεκτώς πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της 3431/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α`, β` και γ`, 18 παρ. 1, 3 και 26 του Ν 2239/1994 "περί σημάτων", οι οποίες εφαρμόζονται στην επίδικη υπόθεση κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 330 παρ 2 ν.4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες Ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις" και ερμηνεύονται σύμφωνα με την 89/104/ΕΟΚ/21.12.1980 πρώτη οδηγία, συνάγονται τα εξής:
α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα, β) Με την καταχώρηση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ.
του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, και συγκεκριμένα παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα, να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα, ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά, ή οπτικοακουστικά μέσα, ενώ όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα, που ανήκει σε άλλο, για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.
Δεδομένου του απολύτου χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι κατ` αρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στο δικαιούχο, ώστε δεν ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση, και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει στο το κοινό, με λήψη υπόψη ως μέτρου του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια της θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (ΑΠ 1227/2008, ΑΠ 1604/2003, 330/2007, ΑΠ 1131/1995).
Στην περίπτωση σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαιτέρως όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα.
Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2008). Επίσης, από τις άνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 6, 8, 14 και 15 του άνω Ν. 2239/1994 προκύπτει ότι, εκείνος που κατέθεσε νόμιμα σήμα και το σήμα αυτό έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου οργάνου, αποκτά, μέχρις ότου τούτο διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση (ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995).
Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις του Ν.2239/1994 "περί σημάτων" προκύπτει ότι η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων).
Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων).
Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση (βλ.
ΔΕΚ υποθ. 206/2011, αποφ. από 12-11-2002 Arsenal σκέψη 50). Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων. Εξάλλου, η αρχή της χρονικής προτεραιότητος αποτελεί γενική αρχή του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων (χαρακτηριζόμενη ως "ένα από τα θεμέλια του δικαίου των σημάτων" - σχετ.
η από 16.9.2004 απόφαση ΔΕΚ C 245/02, υπόθεση "Αηheuser Bush", σκέψη 98, ΑΠ 371/2012 ΧρΙδΔ 2012 533) και ισχύει όχι μόνο στο εθνικό δίκαιο, αλλά και στο ενωσιακό (άρθρα 29 - 35 του Κανονισμού 40/1994, ο οποίος αποτελεί συνέχεια της αρχικής Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ) και διεθνές δίκαιο (άρθρο 4 παρ.2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Μαδρίτης και Πρωτοκόλλου της Διεθνούς Συμβάσεως της Μαδρίτης, άρθρα 4 και 6 δις της Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων) της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, περαιτέρω δε αναφορικώς με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (κοινοτικό σήμα) ισχύει η λεγομένη "αρχή της συνυπάρξεως" με τα εθνικά σήματα, με τα οποία αυτό συνυπάρχει, και ως εκ τούτου δεν δύναται να απαιτήσει προβάδισμα (αυξημένη προστασία) εν σχέσει προς τυχόν προγενέστερο εθνικό σήμα, επιβαλλομένης της ίσης μεταχειρίσεως των δύο συστημάτων (εθνικού και ενωσιακού σήματος - σχετ.
η από 24.5.2012 απόφαση ΔικΕΕ C 196/Ρ, υπόθεση "FORMULA 1", σκέψη 40), ενώ η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (αρχή της εθνικής μεταχειρίσεως ή εξομοιώσεως των ημεδαπών προς τους αλλοδαπούς) αποτελεί ομοίως βασική αρχή του διεθνούς δικαίου των σημάτων (άρθρο 2 δις της Σύμβασης των Παρισίων). Περαιτέρω, εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο.
Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του (Α.Π.1477/2011).
Τέλος, η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν εάν ένα σήμα δύναται να γίνει δεκτό προς καταχώριση ή πρέπει να διαγράφει, τα δε πολιτικά Δικαστήρια παρέχουν έννομη προστασία σε περίπτωση προσβολής του σήματος και ουδεμία δικαιοδοσία, έχουν σε ζητήματα, επί των οποίων αποφαίνονται αποκλειστικώς η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και τα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια, και δεν δύνανται ούτε παρεμπιπτόντως να ελέγξουν τη συνδρομή των λόγων απαραδέκτου ή των λόγων διαγραφής, αλλά ούτε και να αρνηθούν την παροχή έννομης προστασίας, εάν έχει υποπέσει στην αντίληψή τους λόγος απαραδέκτου ή διαγραφής (ΑΠ 1477/2011 ΕλλΔνη 52 1418) Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων εκτείνεται και στην εξουσία να απαγορεύουν τη χρήση του σήματος, καθ' ην περίπτωση διαπιστωθεί ότι η χρήση του είναι παράνομη είτε διότι είναι αθέμιτη ή καταχρηστική, είτε διότι προσβάλλει προγενέστερο σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, τούτο δε διότι η τοιαύτη απαγόρευση της χρήσεως δεν καταλύει το δικαίωμα στο σήμα, η επί του οποίου αρμοδιότητα ανήκει στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, αλλά έρχεται ως φυσική συνέπεια της εξουσίας των πολιτικών Δικαστηρίων να οριοθετούν τα πλαίσια προστασίας του και υπό την έννοια αυτή δύνανται να διατάσσουν την απαγόρευση της χρήσης τους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1909/2014).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση της από το άρθρο 1 του ΚΠοΛΔ οριζόμενης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης που κατά το νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία της διοικητικής αρχής σημάτων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα-εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμος εταιρία δραστηριοποιείται επιχειρηματικώς από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 στον τομέα της κατασκευής και εμπορίας υποδημάτων, οπότε και κυκλοφόρησε στην ελληνική αγορά υποδήματα υπό τον διακριτικό τίτλο "...".
Ήδη από του έτους 1977 η ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία (η οποία τότε είχε την εταιρική μορφή της ομορρύθμου εταιρίας και την επωνυμία "... Ο.Ε.") κατέθεσε το πρώτον το σήμα "..." με αριθμό ...7Η για προϊόντα της κλάσεως 25 (υποδήματα), το οποίο έγινε δεκτό από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και καταχωρίσθηκε νομίμως.
Κατά τη λήξη της δεκαετούς περιόδου προστασίας του ως άνω σήματος περί το έτος 1987 αυτό δεν ανανεώθηκε, με αποτέλεσμα να διαγραφεί. Ωστόσο, σε σύντομο χρονικό διάστημα (περίπου τριών μηνών από της διαγραφής) η ως άνω δικαιούχος ομόρρυθμος εταιρία προέβη σε επανακατάθεσή του την 4.12.1987 ως "... ..." με αριθμό ...19Η για προϊόντα της κλάσεως 25 (υποδήματα).
Ωστόσο, κατά το χρόνο αυτό η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσείουσα) αλλοδαπή (γερμανική) εταιρία είχε ήδη καταθέσει αρμοδίως (την 27.3.1987) το σήμα "..." για προϊόντα της κλάσεως 25 (ενδύματα, υποδήματα κλπ.). Κατόπιν ασκήσεως παρεμβάσεων (ήτοι της υπ' αριθ. 5710/7.12.1987 παρεμβάσεως της τότε ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "...
Ο.Ε." και της υπ' αριθ. …35/6.10.1988 ομοίας της πρώτης εναγόμενης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας) η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων έκρινε με την υπ' αριθ. 5636/1988 απόφασή της ότι: α) το υπ' αριθ. ... 19Η/4.12.1987 σήμα "... ..." της τότε ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "... Ο.Ε. διακρίνει αποκλειστικώς και μόνο συγκεκριμένα προϊόντα της κλάσεως 25, και δη υποδήματα, αποτελεί δε συνέχεια του προαναφερομένου υπ'αριθ. ...7Η σήματος, το οποίο κατά τη λήξη του δεν ανανεώθηκε και β) το υπ' αριθ.
….82Α/27.3.1987 σήμα "..." της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας, το οποίο ήταν προκατατεθειμένο, διακρίνει αποκλειστικώς και μόνον ενδύματα και όχι υποδήματα, δηλαδή προιόντα διαφορετικά από τα προστατευόμενα από το υπ' αριθ. ...19Η/4.12.1987 σήμα, εν συνεχεία δε δέχθηκε αμφότερες τις δηλώσεις καταθέσεως σημάτων και απέρριψε τις ασκηθείσες παρεμβάσεις, λαμβάνουσα υπόψη και τη διαλαμβανομένη στο από 7.11.1988 υπόμνημα της πρώτης εναγομένης εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας δήλωση ότι "επειδή κατόπιν των ενώπιον Σας γενομένων διευκρινίσεων και δηλώσεων και των δύο διαδίκων - αντιδίκων έγινε σαφές και βέβαιο ότι εμείς μεν δεν θα χρησιμοποιήσομε το σήμα μας στην Ελλάδα για υποδήματα, για τα οποία άλλωστε και δεν το έχομε καταθέσει, η δε αντίδικος ότι θα χρησιμοποιήσει το προαναφερθέν σήμα της αποκλειστικά για υποδήματα, προς διάκριση των οποίων και μόνο έχει τούτο κατατεθεί.
Επειδή κατόπιν των πιο πάνω διευκρινίσεων και δηλώσεων δεν υπάρχει πλέον θέμα κινδύνου συγχύσεως για το καταναλωτικό κοινό με συνέπεια τα δύο υπό κρίση σήματα να μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά ... ". Εν συνεχεία, κατόπιν της μετατροπής της εταιρικής μορφής της ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "... Ο.Ε." σε ανώνυμο εταιρία, το υπ' αριθ. ...19Η σήμα "... ..." μεταβιβάσθηκε την 19.1.1998 στην ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία, γενομένης σχετικής καταχωρίσεως στα οικεία Βιβλία Σημάτων, η ισχύς του δε έχει παραταθεί για μια περαιτέρω δεκαετία, αρχομένη από 4,12.2017...Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος αλλοδαπή εταιρία προέβη σε κατοχύρωση :
Α. 1 ) του υπ' αριθ. δηλώσεως ….19 /10.3.1998 ημεδαπού σήματος " ...", κατατεθέντος στο τότε Υπουργείο Εμπορίου, προοριζομένου να διακρίνει, μεταξύ άλλων, και υποδήματα, της κλάσεως 25 της κατατάξεως του Β.Δ. της 20/27.12.1939 "Περί εκτελέσεως του α.ν. 1998/ 1939 περί σημάτων", το οποίο έχει γίνει δεκτό με την υπ' αριθ. 5043/89 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δ.Ε.Σ.), δημοσιευθείσα στο υπ' αριθ. 1/91 Δελτίο Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Δ.Ε.Β.Ι.) της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καταχωρισθείσα στα Βιβλία Σημάτων την 17.10.1991, ισχύοντος μέχρι την 10.3.2008 και προστατευομένου έκτοτε κατόπιν νομίμου ανανεώσεως και παρατάσεως της προστασίας του και 2) του υπ' αριθ.
Δηλώσεως 11450/2.7.1999 ημεδαπού σήματος "... ...", κατατεθέντος στο τότε Υπουργείο Εμπορίου, προοριζομένου να διακρίνει, μεταξύ άλλων, και υποδήματα, της κλάσεως 25 της κατατάξεως του Β.Δ. της 20/27.12.1939 Περί εκτελέσεως του α.ν.1998/1939 περί σημάτων", το οποίο έχει γίνει δεκτό με την υπ' αριθ. 9859/94 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δ.Ε.Σ.), δημοσιευθείσα στο υπ' αριθ. 6/96 Δελτίο Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Δ.Ε.Β.Ι.) της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καταχωρισθείσα στα Βιβλία Σημάτων την19.5.1997,ισχύοντος μέχρι την 2.6.2013 προστατευομένου έκτοτε κατόπιν νομίμου ανανεώσεως και παρατάσεως της προστασίας του, Β. 1) του υπ' αριθ. ...0377 κοινοτικού σήματος, κατατεθέντος στο Ευρωπαϊκό Γραφείο για την Εναρμόνιση στην Εσωτερική Αγορά (Οffice for Harmonization in the Internal Market), αποτελουμένου από τη λέξη "..." με μεγάλα κεφαλαία στοιχεία, και τις λέξεις "… ..." κάτωθεν αυτής, καταχωρισθέντος την 22.10.2003, προοριζομένου προς διάκριση υποδημάτων της κλάσεως 25, ισχύοντος μέχρι την 15.8.2012 και ήδη παραταθέντος, 2) του υπ' αριθ. 880906 κοινοτικού σήματος, κατατεθέντος ως άνω, αποτελουμένου από τη λέξη "..." με μεγάλα κεφαλαία στοιχεία, και τις λέξεις ".. ... ...F" και της επωνυμίας της κάτωθεν αυτής, καταχωρισθέντος την 16.3.2000, προοριζομένου προς διάκριση, μεταξύ άλλων, υποδημάτων της κλάσεως 25, ισχύοντος μέχρι την 17.7.2018 και ήδη παραταθέντος, 3) του υπ' αριθ. 943639 κοινοτικού σήματος, κατατεθέντος ως άνω, αποτελουμένου από τις λέξεις "... ...", καταχωρισθέντος την 16.3.2000, προοριζομένου προς διάκριση, μεταξύ άλλων, υποδημάτων της κλάσεως 25, ισχύοντος μέχρι την 21.9.2018 και ήδη παραταθέντος, 4) του υπ' αριθ.
…902 κοινοτικού σήματος, κατατεθέντος ως άνω, αποτελουμένου από τη λέξη "... ...", καταχωρισθέντος την 18.2.2000, προοριζομένου προς διάκριση, μεταξύ άλλων, υποδημάτων της κλάσεως 25, ισχύοντος μέχρι την 2.9.2018 και ήδη παραταθέντος και 5) του υπ' αριθ. 880906 κοινοτικού σήματος, κατατεθέντος ως άνω, αποτελουμένου από τις λέξεις "... ..." καταχωρισθέντος την 3.9.2001, προοριζομένου προς διάκριση, μεταξύ άλλων, υποδημάτων της κλάσεως 25, ισχύοντος μέχρι την 19.7.2020 και ήδη παραταθέντος και Γ. 1) του υπ' αριθ. ...035/16.8.2001 διεθνούς σήματος "..." (ελληνικός αριθμός καταθέσεως 5849, με ημερομηνία καταχωρίσεως την 17.10.2003) προοριζομένου προς διάκριση, μεταξύ άλλων, υποδημάτων της κλάσεως 25 και 2) του υπ' αριθ. ...225/8.2.2001 διεθνούς σήματος "...
… ..." (ελληνικός αριθμός καταχωρίσεως 1942, με ημερομηνία καταχωρίσεως την 18.3.2003αποτελουμένου από τη λέξη "..." με μεγάλα κεφαλαία στοιχεία, και τις λέξεις "… ..." με μικρότερα κεφαλαία στοιχεία κάτωθεν αυτής, προοριζομένου προς διάκριση, μεταξύ άλλων, υποδημάτων της κλάσεως_ 25. Σημειωτέον ότι την 28-9-2004 η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος αλλοδαπή εταιρία συνεισέφερε τα ως άνω κοινοτικά σήματά της στην ιδρυθείσα γερμανική εταιρία υπό την επωνυμία "..." (στην οποία αυτή συμμετέχει ως ετερόρρυθμος εταίρος), η οποία και κατέστη δικαιούχος των εν λόγω σημάτων, εν συνεχεία δε δια του από 16.10.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού η ιδρυθείσα κατά τα ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία παραχώρησε στην πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο αλλοδαπή εταιρία την άδεια χρήσεως των σημάτων αυτών.
Η ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία κατέθεσε ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων: α) την από 18-10-2004 υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 137/21.10.2004 αίτηση κατά της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας, με αίτημα τη μερική διαγραφή του υπ' αριθ. ...225/8.2.2001 διεθνούς σήματος "... .. ..." (ελληνικός αριθμός καταχωρίσεως 1942) ως προς το προϊόν "υποδήματα", το οποίο αυτό διακρίνει και β) την από 18.10.2004 υπ' αριθ.
εκθ. καταθ. 138/21.10.2004 αίτηση κατά της πρώτης εναγόμενης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας, με αίτημα τη μερική διαγραφή του υπ' αριθ. ...035/16.8.2001 διεθνούς σήματος "..." (ελληνικός αριθμός καταθέσεως 5849) ως προς το προϊόν "υποδήματα", το οποίο αυτό διακρίνει. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκαν αντιστοίχως οι υπ' αριθ. 3039/2006 και 2178/2006 αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι ως άνω αιτήσεις μερικής διαγραφής ως προς το προϊόν "υποδήματα" της κλάσεως 25.
Κατά των ως άνω αποφάσεων της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων η δικαιούχος αυτών αλλοδαπή (γερμανική) εταιρία υπό την επωνυμία "..... ..." άσκησε τις από 18.5.2006 με Γ.Α.Κ. …470/2006 και Α.Κ.Δ. ….77/2006 και από 18.5.2006 με Γ.Α.Κ. ….474/2006 και Α.Κ.Δ. …38/2006 προσφυγές κατά της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση των προαναφερομένων αποφάσεων της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων.
Επί των προσφυγών αυτών εκδόθηκαν αντίστοιχος οι υπ' αριθ. 4836/2013 και 4835/2013 οριστικές αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι εν λόγω προσφυγές ως αβάσιμοι. Κατά των ως άνω οριστικών αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών η δικαιούχος των ως άνω διεθνών σημάτων αλλοδαπή εταιρία υπό την επωνυμία ".. ... . " άσκησε τις από 16.1.2014 (αριθ.
καταχ. ΑΒΕΜ 363/2014) και από 16.1.2014 (αριθ. καταχ. ΑΒΕΜ 362/2014) εφέσεις ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο με τις υπ' αριθ. 6057/2015 και 6056/2015 αποφάσεις του (οι οποίες έχουν πλέον καταστεί αμετάκλητοι)... απέρριψε τις εν λόγω εφέσεις, δεχόμενο ότι : α) η κοινή στα προαναφερόμενα σήματα λεκτική ένδειξη " ... " κατέχει σε αυτά κυρίαρχο θέση και αποτελεί το δεσπόζον στοιχείο, από το οποίο προκαλείται η συνολική ηχητική και, ιδίως, οπτική εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό τόσο των εν λόγω διεθνών σημάτων, όσο και του ημεδαπού σήματος "... ...", μη αρκούσης προς διαφοροποίηση του τελευταίου της προσθήκης της (δευτερεύουσας σημασίας από νοηματικής πλευράς) αγγλικής λέξεως "..." (στην ελληνική γλώσσα "υποδήματα"), η οποία ως δηλωτική του είδους του προϊόντος στερείται διακριτικής δυνάμεως και β) λαμβανομένου υπόψη τα προϊόντα, τα οποία διακρίνουν τα ως άνω σήματα, είναι ταυτόσημα (υποδήματα της κλάσεως 25) και απευθύνονται στον αυτό κύκλο καταναλωτών, τα διεθνή σήματα της ως άνω δικαιούχου αλλοδαπής εταιρίας ομοιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό και δεν διαφοροποιούνται επαρκώς από το νομίμως προστατευόμενο χρονικώς προγενέστερο σήμα "... ..." της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, και ως εκ τούτου είναι δυνατόν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να δημιουργηθεί κίνδυνος συγχύσεως στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, στο οποίο απευθύνονται, ως προς τη διάκριση των προϊόντων αυτών και την επιχείρηση από την οποία προέρχονται.
Η αμετάκλητος αυτή κρίση των Διοικητικών Δικαστηρίων ως προς τη μερική διαγραφή των προαναφερομένων υπό την εκμετάλλευση της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας διεθνών σημάτων ως προς το προϊόν "υποδήματα" της κλάσεως 25 είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, το οποίο δεν έχει εξουσία ούτε παρεμπίπτοντος ελέγχου της ορθότητος της σχετικής κρίσεως του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου........
Η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος αλλοδαπή εταιρία ισχυρίζεται με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της ότι, ανεξαρτήτως της τύχης των προαναφερομένων υπ' αριθ. ...035 και ...225 Διεθνών Σημάτων της, η αμετάκλητος καταχώριση στην Ελλάδα των ανωτέρω αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας δύο (2) ημεδαπών και πέντε (5) κοινοτικών σημάτων τα οποία ευρίσκονται μέχρι σήμερα σε ισχύ, νομίμως ανανεωθέντα, και δεν έχουν προσβληθεί από την ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμο εταιρία ή από οποιονδήποτε τρίτο, παρέχει σε αυτή το αποκλειστικό δικαίωμα (κατά τις διατάξεις τόσο του ισχύοντος εν προκειμένω Ν. 2239/1994 "Περί σημάτων", όσο και του Κανονισμού 40/1994) να κάμει χρήση των εν λόγω σημάτων της κατά την εισαγωγή και διάθεση υποδημάτων στην Ελλάδα, η οποία άρχισε - όπως αναφέρεται στις προτάσεις αυτής - από το μήνα Ιούνιο του έτους 2003.
Επί του ισχυρισμού λεκτέα τα ακόλουθα: Με τις ως άνω αμετακλήτους αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε, κατά τρόπο δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο, ότι τα προαναφερόμενα Διεθνή Σήματα, τα οποία εκμεταλλεύεται νομίμως η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος αλλοδαπή εταιρία είναι διαγραπτέα αναφορικώς με το προϊόν " υποδήματα της κλάσεως 25.
Καθ' όσον αφορά στα ανωτέρω αναφερόμενα δύο (2) ημεδαπά και πέντε (5) κοινοτικά σήματα, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού εκτείνεται και στην εξουσία να απαγορεύει τη χρήση του σήματος, καθ' ην περίπτωση διαπιστωθεί ότι η χρήση του είναι παράνομος, είτε διότι είναι αθέμιτος ή καταχρηστική είτε διότι προσβάλλει προγενέστερο σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, τούτο δε διότι η τοιαύτη απαγόρευση της χρήσεως δεν καταλύει το δικαίωμα στο σήμα, η επί του οποίου αρμοδιότητα ανήκει στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και, κατ' επέκταση, στα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια, αλλά έρχεται ως φυσική συνέπεια της εξουσίας των πολιτικών Δικαστηρίων να οριοθετούν τα πλαίσια προστασίας του και υπό την έννοια αυτή δύνανται να διατάσσουν την απαγόρευση της χρήσεώς του.
Επομένως, μόνη η μη προσβολή ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων ενός μεταγενεστέρου ημεδαπού ή κοινοτικού (ή διεθνούς) σήματος δεν κωλύει την παροχή εννόμου προστασίας νομίμως κατατεθέντος χρονικώς προγενεστέρου ημεδαπού σήματος, ο δικαιούχος του οποίου ομοίως (και κατά μείζονα λόγο) δικαιούται, κατ' αρχήν, την προστασία του Ν. 2339/1994 "Περί σημάτων", η οποία πρέπει να ενεργοποιείται, όταν προκύπτει ο λεγόμενος "κίνδυνος συγχύσεως" λόγω ομοιότητος των συγκρινομένων σημάτων και διακρινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών.
Στην προκειμένη περίπτωση, κυρίαρχος λεκτική ένδειξη (και εντεύθεν δεσπόζον στοιχείο, από το οποίο προκαλείται η συνολική ηχητική και - ιδίως - οπτική εντύπωση του καταναλωτικού κοινού) τόσο του προγενεστέρου ημεδαπού σήματος της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας "... ...", όσο και των αναφερομένων ανωτέρω ημεδαπών ("..." και "... ...") και κοινοτικών ("...
ΗUGΟ ...", "... ... ", "... ...", "... ..." και "... ...") σημάτων, αποτελεί η ξένη λέξη "...", καθ' όσον οι λοιπές λεκτικές ενδείξεις (τόσο η αγγλική λέξη "..." του σήματος της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, όσο και οι αγγλικές λέξεις "...", "... " και "...") στερούνται, καθ' εαυτές, ιδιαιτέρας διακριτικής δυνάμεως και έχουν, εκ των πραγμάτων, δευτερεύουσα σημασία.
Άλλωστε, και από την επισκόπηση της οπτικής απεικονίσεως των ημεδαπών και κοινοτικών σημάτων της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας (αναγραφή της λέξεως "..." άνωθεν των λοιπών λέξεων με κεφαλαία γράμματα σε έντονο μαύρο χρώμα και όγκο γραμματοσειράς κατά πολύ μεγαλύτερο των λοιπών λέξεων των εν λόγω σημάτων, κειμένων κάτωθι της ως άνω λέξεως και γραφομένων με ελάσσονος μεγέθους και όγκου στοιχεία) σαφώς συνάγεται ότι η λέξη "..." έχει κυρίαρχο θέση στα εν λόγω σήματα, τα δε λοιπά λεκτικά στοιχεία έχουν ελάχιστο συνεισφορά στη δήμιουργουμένη συνολική οπτική παράσταση των σημάτων αυτών.
Επομένως, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας ότι δεν υφίσταται το στοιχείο της ομοιότητος μεταξύ των σημάτων της και του σήματος "... ..." της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, καθ' όσον μόνη η λέξη "..." δεν αρκεί προς απονομή του χαρακτηρισμού του "ομοίου" στα εν λόγω σήματα, και ως εκ τούτου, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, συντρέχει κίνδυνος συγχύσεως σημαντικού τμήματος του καταναλωτικού κοινού στην Ελλάδα λόγω της σημαντικής ομοιότητος των προαναφερομένων σημάτων ως προς την προέλευση των υποδημάτων από την επιχείρηση της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας ή από την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας, αλλά και ως προς την ύπαρξη σχέσεως συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία χρησιμοποιεί στην ελληνική αγορά το σήμα "... ..." αδιαλείπτως τουλάχιστον από του έτους 1987 (σε συνέχεια προγενεστέρου από του έτους 1977 διαγραφέντος σήματος, όπως γίνεται δεκτό με την υπ' αριθ 5636/1988 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων)..., και αυτό γνώριζε και αποδέχθηκε ήδη από το έτος 1988 η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητος αλλοδαπή εταιρία, η οποία, μάλιστα, ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων προέβη στην ανωτέρω κατά λέξη παρατιθεμένη δήλωση περί μη χρήσεως εκ μέρους της λεκτικής ενδείξεως "..." για υποδήματα, και ως εκ τούτου τυγχάνουν απορριπτέες ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν :
α) η νομίμως προβληθείσα από αυτήν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και β) η νομίμως προβληθείσα ένσταση προγενεστέρας χρήσεως της λέξεως "..." εκ μέρους της. Μετά ταύτα, συντρέχει περίπτωση παραποιήσεως του σήματος της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας "... ..." (ήτοι αντιγραφής αυτού κατά το κύριο τμήμα του "...") από την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο αλλοδαπή εταιρία για όμοια προϊόντα (υποδήματα) και ως εκ τούτου η ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής του σήματός της, την παράλειψη αυτής στο μέλλον και την αποκατάσταση της ζημίας της τόσο από την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητο αλλοδαπή εταιρία, όσο και από τη δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητο ανώνυμο εταιρία (αποκλειστική αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της προσβολής - μήνας Απρίλιος του έτους 2004) και την τρίτη εναγομένη εφεσίβλητο ανώνυμο εταιρία (η οποία διέθετε κατά τον αυτό χρόνο στο κατάστημα αυτής στη ...
υποδήματα της πρώτης εναγομένης - εφεσιβλήτου αλλοδαπής εταιρίας υπό το σήμα "... ... ..."). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, έκρινε ότι: η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμος κατ' ουσίαν, και ειδικότερα:
α) να απαγορευθεί στις εναγόμενες - εφεσιβλήτους εταιρίες να εξάγουν προς την Ελλάδα, διανέμουν, εκθέτουν προς πώληση, διαφημίζουν, πωλούν ή άλλως διαθέτουν υποδήματα (προϊόντα της κλάσεως 25) και τις συσκευασίες τους, τα οποία φέρουν τη λεκτική ένδειξη "..." καθ' οιονδήποτε τρόπο, και μέσω διαδικτύου, β) να διαταχθεί η κατάσχεση υποδημάτων (προϊόντων της κλάσεως 25) και των συσκευασιών τους, τα οποία οι εναγόμενες - εφεσίβλητοι εταιρίες διαθέτουν κατά παραποίηση του σήματος "... ..." της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, είτε εις χείρας τους είτε εις χείρας οιουδήποτε τρίτου έλκοντος από αυτές δικαίωμα, γ) να απαγγελθεί κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιριών χρηματική ποινή χιλίων ΕΥΡΩ (1.000 €) για κάθε παράβαση στο μέλλον των διατάξεων της παρούσας, ήτοι για κάθε περαιτέρω εξαγωγή προς την Ελλάδα, εισαγωγή στην Ελλάδα, προβολή, διαφήμιση, διάθεση, έκθεση και διανομή των ως άνω παραποιητικών προϊόντων (υποδημάτων και των συσκευασιών τους), φερόντων τη λεκτική ένδειξη "..." καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την επισήμανση ότι αρκεί για την απαγγελία χρηματικής ποινής ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενάγοντος, έστω και εάν δεν προσδιορίζεται το ύψος της χρηματικής ποινής στο αγωγικό δικόγραφο (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση), καθ' όσον αυτό καθορίζεται από το Δικαστήριο εντός των τιθεμένων από την ως άνω διάταξη ορίων, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, και μάλιστα ανεξαρτήτως της προκλήσεως ζημίας στον δανειστή, δ) να αναγνωριστεί το δικαίωμα της ενάγουσας εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας να ζητήσει από τις εναγόμενες - εφεσιβλήτους εταιρίες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καλύπτουσα (συμβολικώς) τη ζημία της από τις περιγραφόμενες στο ανωτέρω στο σκεπτικό ενέργειες των εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιριών και ε) να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της παρούσας επιμελεία της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας και δαπάναις των εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιριών σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες και σε δύο (2) περιοδικά της επιλογής της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, με προκαταβολή της δαπάνης δημοσιεύσεως από τις εναγόμενες - εφεσιβλήτους εταιρείες συμμέτρως, ενώ αντιθέτως έκρινε ότι είναι απορριπτέα:
α)ως απαράδεκτο το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών κατά των νομίμων εκπροσώπων των δεύτερης και τρίτης εναγόμενων - εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, διότι η αγωγή δεν στρέφεται ατομικώς κατ' αυτών... και β ) ως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως και εντεύθεν ως αόριστο το αίτημα περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος της ενάγουσας - εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας να ζητήσει παρ' εκάστης των εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιριών χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διότι η ενάγουσα - εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία δεν επικαλείται στο αγωγικό δικόγραφο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, καταδεικνύοντα πραγματική (αντικειμενικώς διαπιστώσιμο και έχουσα υλική υπόσταση) βλάβη στην εμπορική φήμη, το κύρος, την πίστη, στον κύκλο εργασιών, στις σχέσεις αυτής με πελάτες κλπ αυτής και αιτιωδώς συνδεόμενα με τις περιγραφόμενες σε αυτό πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιριών, ώστε να είναι δυνατόν να συγκριθεί η κατάσταση αυτής στον οικείο τομέα συναλλαγών προ της εκδηλώσεως της επιλήψιμου συμπεριφοράς των εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιριών με την κατάστασή της μετά την εκδήλωση της συμπεριφοράς αυτής, .....μη αρκούσης μόνης της αναφοράς ότι από τη συμπεριφορά των εναγομένων θίγονται "τόσο τα οικονομικά όσο και τα ηθικά συμφέροντα, το όνομα, η φήμη και η προσωπικότητα της εναγούσης εταιρίας".
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν διαφορές που δημιουργούνται από την παράνομη προσβολή προγενέστερου καταχωρημένου σήματος από τη χρήση μεταγενέστερου ομοίως καταχωρημένου σήματος, και δη διαφορές που δημιουργούνται από την παράνομη προσβολή του σήματος, δηλαδή για τις, κατ` άρθρο 26 ν.2239/1994 αστικές αξιώσεις για παράλειψη και αποζημίωση, καθώς και τις, κατ` άρθρο 28 του αυτού νόμου ποινικές, ενώ οι διοικητικές αρχές κρίνουν διαφορές για την παραδοχή και τη διαγραφή του σήματος, καθώς και για κάθε αμφισβήτηση που ανακύπτει μεταξύ της αρμοδίας για την παραδοχή της καταχωρήσεως του σήματος υπηρεσίας και των καταθετών ή δικαιούχων του σήματος και ότι η τοιαύτη απαγόρευση της χρήσεως δεν καταλύει το δικαίωμα στο σήμα, η επί του οποίου αρμοδιότητα ανήκει στη διοικητική επιτροπή, αλλά έρχεται ως φυσική συνέπεια της εξουσίας των πολιτικών δικαστηρίων να οριοθετούν τα πλαίσια προστασίας του, και με την έννοια αυτή νομίμως μπορούν να διατάσσουν την απαγόρευση της χρήσεώς του, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 32 ν2239/1994.
Επιπροσθέτως, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε ότι η χρήση των ισχυόντων και μη διαγραφέντων σημάτων της αναιρεσείουσας δημιουργούν σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ως προς τη διάκριση των προϊόντων αυτών και την επιχείρηση από την οποία προέρχονται σε σχέση με το προστατευόμενο προγενέστερα σήμα της αναιρεσίβλητης, καθόσον ομοιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό και δεν διαφοροποιούνται από αυτό.
Επομένως οι δύο πρώτοι και ο τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεχθείσα ότι τα καταχωρημένα και ισχύοντα εθνικά και κοινοτικά σήματά της προσβάλλουν τα σήματα της αναιρεσίβλητης, και διέταξε την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, αν και δεσμευόταν από τις αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, καθώς και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κρίνοντας ότι από τη χρήση αυτών (των σημάτων της) προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ως προς τη διάκριση των προϊόντων αυτών και την επιχείρηση από την οποία προέρχονται σε σχέση με το προγενέστερα προστατευόμενο σήμα της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Περαιτέρω με την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1ΚΠολΔ ελέγχεται η κρίση ως προς τη νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 769/2017, ΑΠ785/2017, ΑΠ 837/2015, ΑΠ 614/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 216 παρ. 1ΚΠοΛΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (γ) ορισμένο αίτημα(ΑΠ525/2018).Από το δικόγραφο της από 25-10-2004 αγωγής που άσκησε η ενάγουσα εταιρία κατά των εναγομένων εταιριών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίσθηκε ότι από του έτους 1988 είναι δικαιούχος του λεκτικού σήματος "... ..." για τη διάκριση υποδημάτων (κλάση 25), τα οποία αυτή κατασκευάζει και διαθέτει στην ελληνική αγορά, το δε σήμα αυτό αποτελούσε συνέχεια προγενεστέρου - μη ανανεωθέντος - σήματος αυτής (από του έτους 1977), οι δε λέξεις "... ..." αποτελούσαν διακριτικό τίτλο αυτής ήδη από το έτος 1980 και διακριτικό γνώρισμα των συγκεκριμένων εμπορευμάτων.
Ότι η πρώτη εναγόμενη αλλοδαπή εταιρία είχε αναγνωρισθεί το ίδιο έτος (1988) δικαιούχος του σήματος "..." μόνο για ενδύματα και όχι για υποδήματα. Ότι το σχέδιο των εν λόγω υποδημάτων διακρίνεται από πρωτοτυπία. Ότι η τρίτη εναγομένη ανώνυμος εταιρία την 8.10.2004 διέθετε προς πώληση στο κατάστημά της στη ... υποδήματα, τα οποία αφ' ενός μεν σχεδιαστικώς αποτελούν αντιγραφή των υποδημάτων αυτής (ενάγουσας), αφ' ετέρου δε αυτά και η συσκευασία τους φέρουν την ένδειξη "... ... ...", η οποία αποτελεί δουλική απομίμηση του ως άνω δικού της εμπορικού σήματος και διακριτικού γνωρίσματος.
Ότι τα εν λόγω υποδήματα, υποδεεστέρας ποιότητος εν συγκρίσει προς τα δικά της, κατασκευάζονται στην αλλοδαπή από την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή εταιρία και εισάγονται στην ελληνική αγορά από την επίσημο αντιπρόσωπο αυτής δεύτερη εναγομένη ανώνυμο εταιρία. Ότι οι ως άνω ενέργειες των εναγόμενων, συνιστάμενες στην εξαγωγή, εισαγωγή, διανομή και λιανική πώληση των εν λόγω υποδημάτων στην ελληνική αγορά με την ένδειξη "... ...", προσβάλλουν το δικαίωμά της στο σήμα και ταυτοχρόνως συνιστούν αθέμιτο εις βάρος της ανταγωνισμό, ενόψει του ότι δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως στον καταναλωτή ως προς την προέλευση των υποδημάτων της.
Ότι συνεπεία των προαναφερθεισών ενεργειών των εναγομένων έχουν τρωθεί τόσο τα οικονομικά και ηθικά συμφέροντα, το όνομα ή φήμη και εμπορική πίστη αυτής, όσο και τα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού. Βάσει του ιστορικού αυτού η ενάγουσα ανώνυμος εταιρία ζήτησε : α)..., β ) να διαταχθεί η κατάσχεση των φερόντων το κατ' απομίμηση σήμα υποδημάτων και των συσκευασιών τους, είτε αυτά ευρίσκονται εις χείρας των εναγομένων είτε εις χείρας τρίτων, ελκόντων από αυτούς δικαίωμα, γ) να αναγνωριστεί το δικαίωμα της αιτούσας να αιτηθεί κατά των εναγομένων εταιριών χρηματική ποινή για κάθε μελλοντική παράβαση των όρων της εκδοθησομένης αποφάσεως, ήτοι για κάθε περαιτέρω εξαγωγή προς την Ελλάδα, εισαγωγή στην Ελλάδα, προβολή, διαφήμιση, διάθεση, έκθεση και διανομή των ως άνω παραποιητικών υποδημάτων με την ένδειξη " ... " ως κυρίαρχο και δεσπόζον τμήμα αυτής, δ )...
ε ) να αναγνωρισθεί το δικαίωμα αυτής να ζητήσει από τις εναγόμενες εταιρίες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αποζημίωση καλύπτουσα συμβολικώς τη ζημία αυτής από τις ως άνω ενέργειες των εναγομένων, στ)..., ζ) να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως με επιμέλεια αυτής και δαπάναις των εναγομένων εταιριών σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και σε δύο περιοδικά επιλογής της (ενάγουσας ανωνύμου εταιρίας), προκαταβαλλομένης της δαπάνης δημοσιεύσεως από τις εναγόμενες εταιρίες συμμετρικώς και η) να καταδικασθούν οι εναγόμενες εταιρίες σε καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές, έκρινε ότι το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης, καίτοι δεν αναφερόταν η ζημία (θετική ή αποθετική), την οποία υπέστη η ενάγουσα εταιρία, ούτε το ύψος αυτής, έκρινε ορισμένο και νόμιμο το αίτημα αυτό και αναγνώρισε το δικαίωμά της να ζητήσει αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καλύπτουσα συμβολικώς τη ζημία της, και επομένως, μη απορρίπτοντας ως αόριστο το αίτημα αυτό, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια, αφού παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το εν λόγω αίτημα. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτό, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος αυτό, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, που περιέχονται τόσον στον πέμπτο λόγο όσον και στον τρίτο λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 17 και 19 ΚΠοΛΔ και αφορούν το συγκεκριμένο αίτημα.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 (και κατά τη νοηματική του έννοια των αριθ.14 και 9) του ΚΠολΔ, καθόσον καίτοι δεν ζητήθηκε η απαγγελία αλλά η αναγνώριση του δικαιώματος της ενάγουσας να απειληθεί στην αναιρεσείουσα - εναγομένη, σε περίπτωση παράβασης της απόφασης, ως μέσον έμμεσης εκτέλεσης χρηματική ποινή, το Εφετείο έκρινε νόμιμο το αίτημα αυτό και απείλησε στο διατακτικό της χρηματική ποινή 1000 ευρώ για κάθε παράβαση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Από τις προαναφερθείσες παραδοχές και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι Εφετείο, κατ'ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ζητούσε να απειληθεί χρηματική ποινή σε βάρος της αναιρεσείουσας ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης και συνεπώς όχι παρά το νόμο δεν απέρριψε το αίτημα ως αόριστο, ούτε επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο νόμος 2239/1994 δεν προβλέπει την κατάσχεση προϊόντων ή εμπορευμάτων επί προσβολής σήματος και σε κάθε περίπτωση στερείται αιτιολογιών ως προς αυτό το κεφάλαιο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού το άρθρο 31 ν.2239/1994 προβλέπει την κατάσχεση των προϊόντων και εμπορευμάτων επί προσβολής σήματος, ως παρεπόμενο μέτρο της προβολής του σήματος, η δε προσβαλλομένη απόφαση, ως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές, αφού με πλήρεις αιτιολογίες διαπίστωσε την προσβολή του σήματος της αναιρεσίβλητης προέβη στην κατάγνωση του παρεπόμενου αυτού μέτρου, και δεν συνέτρεχε λόγος για την παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Από τις διατάξεις του νόμου 2239/1994 δεν προβλέπεται δυνατότητα του πολιτικού δικαστηρίου να διατάξει τη δημοσίευση περίληψης της απόφασής του σε εφημερίδες. Τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο ποινικό δικαστήριο κατά τα άρθρα 30 και 28 του Ν.2239/1994, για τις καταδικαστικές αποφάσεις περί σήματος με δαπάνη του καταδικασθέντος. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι για να υποβληθεί αίτημα παροχής άδειας δημοσιεύσεως του διατακτικού της αποφάσεως με έξοδα του εναγομένου στην περίπτωση που εγείρεται αγωγή παραλείψεως της χρήσεως σήματος από τρίτον, πρέπει η αγωγή να περιέχει και βάση που θεμελιώνεται στο άρθρο 1 του ν. 146/1914"περί αθεμίτου ανταγωνισμού", δηλαδή να εκτίθεται στην αγωγή ότι η παράνομη χρήση του σήματος από τον εναγόμενο τρίτο έγινε με σκοπό ανταγωνισμού του ενάγοντος δικαιούχου του σήματος κατά τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την 3744/2009 μη προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την βάση της αγωγής που στηριζόταν στις διατάξεις του ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" λόγω παραγραφής, πλην όμως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά ταύτα έκρινε νόμιμο το αίτημα για δημοσίευση της απόφασης και διέταξε αυτήν. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 26 ν.2239/1994 και γενομένου δεκτού ως βασίμου του ογδόου εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο τούτου, παρελκούσης της ερεύνης του αυτού εκ του αριθμού 19 λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠοΛΔ, καθόσον εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2, 17 παρ.8, 18, 21 και 32 ν.2239/1994 αφού αν και τα επτά σήματά της που φέρουν τη λεκτική ένδειξη ... και δεν έχουν διαγραφεί και είναι σε ισχύ απαγόρευσε την διάθεση στην εσωτερική ελληνική αγορά των υποδημάτων που φέρουν την άνω ένδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, ως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου η άνω απαγόρευση στηρίζεται στο γεγονός ότι το σήμα της αναιρεσίβλητης είναι προγενέστερο από τα ανωτέρω επτά καταχωρημένα και σε ισχύ σήματα της αναιρεσείουσας που αφορούν υποδήματα και από τη χρήση τους στα υποδήματα που εισάγονται στην ελληνική αγορά δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο ευρύ καταναλωτικό κοινό ως προς τη διάκριση των προϊόντων αυτών και την επιχείρηση από την οποία προέρχονται, έστω και αν δεν έχει διαταχθεί η διαγραφή τους από τα διοικητικά δικαστήρια.
Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα το οποίο έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρθ 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεχθέν το Εφετείο ότι προσβάλλεται το σήμα της αναιρεσίβλητης λόγω σύγχυσης σε βάρος της επειδή δήθεν οι λοιπές λεκτικές ενδείξεις των σημάτων της στερούνται ιδιαίτερης διακριτικής δύναμης και δεν συνεισφέρουν στην συνολική οπτική παράσταση των σημάτων αυτών, προκειμένου να στηρίξει την σκέψη του αυτή δεν αναφέρεται σε όλες τις λεκτικές ενδείξεις, και ιδίως στην πιο σημαντική λεκτική ένδειξη ..., την οποία αγνόησε αν και αναφέρεται στα περισσότερα σήματά της, στερώντας έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος καθόσον υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, όλες οι λοιπές λεκτικές ενδείξεις των σημάτων της αναιρεσείουσας, στις οποίες περιλαμβανόταν και η λέξη ...
κρίθηκαν ότι στερούνταν ιδιαίτερης διακριτικής δυνάμεως λόγω γραμματοσειράς και έντονου μαύρου χρώματος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).
Με το δεύτερο σκέλος του άνω λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομενη απόφαση για την εκ του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον καταλυτικό της αγωγικής αξίωσης ισχυρισμό της ως προς την ιδιαίτερη διακριτική δύναμη της παγκοσμίου φήμης λεκτικής ένδειξης ..., που αν τον λάμβανε υπόψη θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, αφού σε συνδυασμό με τη λεκτική ένδειξη ... αρκεί για να την διαφοροποιήσει τελείως από εκείνη του σήματος της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό, πλην όμως εμμέσως τον απέρριψε κρίνοντας ότι η λέξη ..., λόγω της γραμματοσειράς και του έντονου μαύρου χρώματος, που χρησιμοποιήθηκε στη λέξη ..., σε αντίθεση με τη λέξη ... της στερεί την ιδιαίτερη διακριτική δύναμη που απαιτείται και έχει δευτερεύουσα σημασία. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης μόνο κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη.
Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 25/2001).
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι οι πέμπτος λόγος κατά το σκέλος της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ σχετικά με το αίτημα της αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας και ο όγδοος για παράβαση του άρθρου 559αρ 1ΚΠοΛΔ σχετικά με τη δημοσίευση της εκδοθείσας απόφασης είναι βάσιμοι δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως ως προς τα κεφάλαια αυτά ,αλλά υπολείπεται μόνον η κατά περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί (ΟΛΑΠ42/2005).
Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα (αρθ 495 ΚΠολΔ). Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ.3431/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και κατά τα λοιπά απορρίπτει την από 28-11-2017 αίτηση και τους από 22-10-2018 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της αυτής αποφάσεως.
Κρατεί και δικάζει την από 25-10-2004 αγωγή κατά το άνω μέρος.
Απορρίπτει την από 25-10-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως προς τα αιτήματα: α) για την αναγνώριση του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει αποζημίωση από τις εναγόμενες και β) για τη δημοσίευση του διατακτικού της αποφάσεως με δαπάνες των εναγομένων σε δύο (2) περιοδικά και σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την αναιρετική, την κατ` έφεση δίκη και την πρωτοβάθμια δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ