Legislator Case Law & Legislation
1155/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public employment conversion, citing lack of permanent need evidence.

Case Number 1155/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling that rejected his request to convert a fixed-term public contract into an indefinite one. The appellant argued that his continuous employment from 2002 to 2011 demonstrated a permanent need for his services, violating constitutional protections against forced conversion. However, the court held that the critical issue was whether the specific pre-2004 legal framework allowed such conversion for a single directorship contract, not the general nature of his work. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 103(8) Constitution; Art. 11(1) of Decree-Law 164/2004: The conversion of fixed-term public contracts to indefinite ones is prohibited unless specific transitional exceptions apply, regardless of whether the employee covered permanent needs.

Keywords

AI generated
public employment conversion fixed-term contract termination constitutional prohibition transitional provisions permanent need assessment administrative law appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 103(8) of the Constitution
Art. 21 of Law 2190/1994
Art. 11(1) of Decree-Law 164/2004
Law 3463/2006
Civil Procedure Code Art. 559(1), (8), (11), (12)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1155/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., ως διαδόχου της λυθείσας πρώην αμιγούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση ..." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Χαρίση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας με αριθμό ...3-2011. Εκδόθηκαν η 60/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, από τους ΟΤΑ ή από άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατό στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω, απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ’ αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων αφ’ ενός η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών και αφ’ ετέρου η παράταση των διαδοχικών συμβάσεων επί 24 τουλάχιστον μήνες έως την έναρξη της ισχύος του π.δ., ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων ή με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως και ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 11 παρ.4 του π.δ. 164/ 2004 ορίσθηκε ρητώς ότι η εξαίρεση (ήτοι, η δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις ΙΔΑΧ) δεν ισχύει για τα "απευθείας διοριζόμενα διευθυντικά στελέχη, το καθεστώς των οποίων, λόγω του είδους των καθηκόντων τους και των προνομίων που απολαμβάνουν, ρυθμίζεται κάθε φορά από ειδικές διατάξεις".

Πράγμα που σημαίνει ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/ 2004 είχε προηγηθεί μόνο μία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και, μάλιστα, τέτοια που αφορούσε στην πρόσληψη διευθυντικού στελέχους, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή της ο προσληφθείς παρείχε εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο είχε προσληφθεί, ούτε κατ’ εξαίρεση η σύμβαση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση ΙΔΑΧ.

2. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 4-3-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλωρίνης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι, την 16-7-2002, προσλήφθηκε με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως γενικός διευθυντής, στο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση ..." (...), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου, μετά τη λύση του την 31-12-2010, υπεισήλθε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ....

Ότι η αρχική σύμβαση είχε διάρκεια μέχρι την 15-7-2005 και έκτοτε ανανεώθηκε με τον ίδιο τρόπο από 16-7-2005 έως 31-1-2006, από 1-2-2006 έως 31-12-2010 και από 1-1-2011 έως 31-1-2011, οπότε καταγγέλθηκε. Ότι με την παροχή της εργασίας του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω δημοτικής επιχείρησης (μέχρι την 31-12-2010) και κατόπιν του εναγομένου (μέχρι την 31-1-2011), γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έγιναν με τρόπο που αντίκειται στην οδηγία 1999/70/ΕΚ και με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν εξ αρχής, ήτοι από την 16-7-2002, με την ως άνω δημοτική επιχείρηση και ήδη με τον εναγόμενο, με ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς του, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με απειλή χρηματικής ποινής και με καταβολή των αποδοχών που αντιστοιχούν νομίμως στην υπηρεσιακή του ένταξη και δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 1-2-2011 μέχρι την εκ νέου πραγματική απασχόλησή του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή τη αγωγή, ως προς το μεγαλύτερο μέρος. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους του εναγομένου, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία αυτό έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη. Αιτιολογώντας την κρίση αυτή, το εφετείο διέλαβε ότι η πρώτη από τις διαδοχικές συμβάσεις του ενάγοντος καταρτίσθηκε την 16-7-2002, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 και απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους απασχολεί.

Και ότι, ως εκ τούτου, οι ένδικες συμβάσεις δεν μπορούν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και σύμφωνα με το αντικείμενο αυτής, το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αφού το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από την 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού.

Κατόπιν εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.

3. Με την κρίση αυτή το εφετείο, αν και με ελλιπή αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα. Διότι στην ένδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της αρχικής σύμβασης του ενάγοντος (16-7-2002) και του χρόνου έναρξης της ισχύος των μεταβατικών διατάξεων του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), δεν είχε σημασία η βασική, συνταγματική απαγόρευση της μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου στο δημόσιο τομέα, ακόμη και αν με αυτές εξυπηρετούνται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα πρόσληψης του εργαζόμενου, αλλά το αν συνέτρεχαν ή όχι, κατ’ εξαίρεση, οι προϋποθέσεις ένταξης του ενάγοντος σε θέση ΙΔΑΧ σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, τις οποίες δεν ερεύνησε το δικαστήριο της ουσίας.

Από το περιεχόμενο της αγωγής, όμως, προέκυπτε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν συνέτρεχαν, διότι ο ενάγων, κατά την έναρξη ισχύος τού ως άνω εξαιρετικού δικαίου, στο οποίο λόγω της φύσεώς του προσήκει συσταλτική ερμηνεία, είχε μεν συνεχή παροχή εργασίας 24 μηνών, αλλά με μία μόνο σύμβαση τριετούς διάρκειας, η οποία έληγε ένα περίπου έτος μετά την 19-7-2004.

Δεν συνέτρεχε, δηλαδή, στο πρόσωπό του η προϋπόθεση της ύπαρξης διαδοχικών, ολιγόχρονων συμβάσεων που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απέβλεπαν στην καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας. Και πέραν τούτου, από το περιεχόμενο και πάλι της αγωγής, προέκυπτε ότι ο ενάγων ανήκε στην κατηγορία των διευθυντικών στελεχών, επί των οποίων δεν έχει εφαρμογή η ως άνω εξαιρετική διάταξη, διότι εν γένει αυτά υπόκεινται σε διαφορετικό νομικό και πραγματικό καθεστώς, το οποίο συνιστά, παράλληλα, αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί την κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

Επομένως, με συμπλήρωση της ως άνω αιτιολογίας του εφετείου (ΚΠολΔ 587), οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ελέγχονται ως αβάσιμοι.

4. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11 και 12 ΚΠολΔ, ήτοι ότι αφ’ ενός δεν έχουν ληφθεί υπ’ όψη συγκεκριμένα, νομίμως επικληθέντα και προσαχθέντα έγγραφα και αφ’ ετέρου έχουν παραβιασθεί οι ορισμοί του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη αυτών.

Οι πλημμέλειες, όμως, αυτές προσήκουν σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έχει προβεί σε αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της υποθέσεως. Αυτό δεν έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση, διότι το εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, με τους πέμπτο και έκτο από τους λόγους της αίτησης ο αναιρεσείων επιδιώκει να θεμελιώσει την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα νομίμως προταθέντα από αυτόν. Παρατηρείται, όμως, ότι οι αιτιάσεις εντοπίζονται αφ’ ενός σε περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν ότι αυτός με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα απασχόλησης και αφ’ ετέρου σε επιχειρήματα τα οποία κατά την άποψή του επιβάλλουν την εφαρμογή του νόμου 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Αυτά, όμως, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι πράγματα κατά τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα οι εξεταζόμενοι λόγοι να ελέγχονται ως απαράδεκτοι. Τέλος, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΚΠολΔ 559 αρ.1), με την έννοια ότι, καθ’ εαυτήν, η κατά την 16-7-2002 πρόσληψη του αναιρεσείοντος ως γενικού διευθυντή της αρχικώς εναγομένης δημοτικής επιχείρησης και οι, μετά τη λήξη της τριετούς, πρώτης σύμβασης, ανανεώσεις αυτής μέχρι την 31-1-2011 θα έπρεπε να έχουν οδηγήσει το εφετείο στην παραδοχή ότι αυτός με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη του.

Ο λόγος είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι, όπως προεκτέθηκε, κρίσιμο εν προκειμένω δεν υπήρξε το αν ο αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκεί ανάγκες, αλλά το αν ως διευθυντικό στέλεχος με μία μόνο σύμβαση ορισμένης (τριετούς) διάρκειας πριν από το π.δ. 164/2004 μπορούσε ή όχι να υπαχθεί στην εξαιρετική ρύθμιση αυτού.

Και η δοθείσα απάντηση είναι αρνητική.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ο αναιρεσείων, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στα, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 3/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ