Legislator Case Law & Legislation
1155/2015 AI generated

Supreme Court refers case to Full Bench regarding constitutional protection of communications after termination.

Case Number 1155/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the first ground of appeal to the Full Bench for further examination. The appellant argued that constitutional privacy protections extend beyond the duration of a communication and apply to emails sent by an employee using a personal address on a company computer. The court noted this issue has not been settled by precedent and requires a full bench decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9 and 9A of the Constitution; The constitutional protection of communications extends beyond the time of transmission until the parties express a contrary will.

Keywords

AI generated
constitutional privacy protection post-transmission confidentiality employee email usage company computer access full bench referral telecommunications secrecy labor law intersection

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraphs 1 and 11(g) of the Code of Civil Procedure
Article 563, paragraph 2, item b of the Code of Civil Procedure
Article 23, paragraph 1, item b, sub-item g of the Law 1756/1988

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1155/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΙΚΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ-ΕΞΑΓΩΓΑΙ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ- ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Φραγκάκη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 3. Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 4. Της εταιρείας με την επωνυμία "DACUAM TRADING LIMITED", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 5. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NORDIC TRADING AGENCIES Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Ξυλείας" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Μουτζουρίδου, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, ο τρίτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αγγελάκο ενώ οι τέταρτη και πέμπτη εταιρείες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2007 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5-2-2008 αγωγή των 1ου, 2ου, 4ης και 5ης αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5284/2009 μη οριστική , 4370/2011οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 3963/2012 μη οριστική και 5901/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθ. ...29-4-2014 ένορκη δήλωση επίδοσης του πρωτοκολλητή της Κύπρου Π. Π. και την υπ’ αριθ. ...3-4-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Γ., προκύπτει ότι με επιμέλεια της αναιρεσείουσας επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μετά την κάτω απ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, στην τέταρτη και την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων εταιριών. Κατά την αρχική δικάσιμο της 8 Δεκεμβρίου 2014 η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, της αναβολής αυτής επεχούσης θέσης κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4, 575 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητες ως άνω εταιρίες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ’ αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος: "Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων", κατά την τρίτη δε παράγραφο του ίδιου άρθρου "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α ".

Από την τελευταία διάταξη, η οποία είναι ειδικότερη των άρθρων 9 και 9 Α του Συντάγματος, προκύπτει ότι αντικείμενο προστασίας είναι η ελευθερία της επικοινωνίας και το απόρρητο του περιεχομένου της, αφορά δε η προστασία του απορρήτου όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές), αλλά και οποιαδήποτε άλλη μορφή επικοινωνίας (τηλεφωνήματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), φαξ, τέλεξ, τηλεγραφήματα κ.ο.κ.) που γίνεται σε συνθήκες οικειότητας, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα που μετέχουν σε αυτήν επιθυμούν τη διατήρηση της μυστικότητας και έχουν λάβει τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα.

Ανάλογη προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας παρέχεται και με το άρθρο 8 της επικυρωθείσης με το ν. δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο ορίζει τα εξής: "Παν πρόσωπο δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.

Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνική ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληφιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων".

Η απαγόρευση κάθε μορφής παρακολούθησης, ελέγχου και πολύ περισσότερο αποτύπωσης της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, απευθύνεται τόσο στην κρατική εξουσία όσο και στους ιδιώτες και κάμπτεται μόνο με απόφαση της δικαστικής αρχής και εφόσον συντρέχει περίπτωση προστασίας της εθνικής ασφάλειας ή ανάγκη διακρίβωσης σοβαρών εγκλημάτων, κατά τα οριζόμενα στο ν. 2225/1994.

Η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στους χώρους εργασίας, όπου συνήθως ο εργαζόμενος δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του. Έτσι, προστατεύεται το απόρρητο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του εργαζομένου και στην περίπτωση που αυτός, εκτός από τον κωδικό που του παραχώρησε η επιχείρηση για την ηλεκτρονική επικοινωνία για τις ανάγκες της υπηρεσίας, δημιουργεί και χρησιμοποιεί προσωπικό, απόρρητο, κωδικό ηλεκτρονικής επικοινωνίας, απ’ όπου αποστέλλει και δέχεται μηνύματα που αφορούν την ιδιωτική του ζωή.

Η συνταγματική προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών ολοκληρώνεται με την θέσπιση ποινικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών, με τα άρθρα 370 έως 370 Γ Π.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 25-7-2012 εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 4370/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 11-5-2007 δύο αγωγές της, έκρινε ότι αποτελούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα ορισμένα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της περί διενέργειας από τους εναγομένους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι υπήρξαν διευθυντικά στελέχη της επιχείρησής της, πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος της, με την εξής αιτιολογία: "Η εκκαλούσα - ενάγουσα για την απόδειξη των ισχυρισμών της, προσκομίζει και επικαλείται, εκτός των άλλων, αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων κειμένων και μηνυμάτων, τα οποία, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ίδια, έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης απετέλεσαν αντικείμενο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του δεύτερου εναγομένου Γ.

Π. με τρίτα, πλην της ενάγουσας, πρόσωπα, που έλαβε χώρα διαμέσου προσωπικού λογαριασμού του (...), στον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε πρόσβαση η αντίδικος του, ενώ στη συνέχεια αποθηκεύτηκαν στους σκληρούς δίσκους υπολογιστών ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αποκλειστικής χρήσης των δύο πρώτων εναγομένων ή προσώπων εξουσιοδοτημένων από αυτούς, απ’ όπου και διαγράφηκαν πριν την παράδοση των υπολογιστών στην ενάγουσα.

Τα αρχεία δε αυτά περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της ενάγουσας, με τη χρήση του ηλεκτρονικού προγράμματος με την ονομασία "ENCASE FORENSIC 6", χωρίς τη συναίνεση του δεύτερου εναγομένου και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών". Με την ως άνω αιτιολογία το Εφετείο έκρινε, ότι τα ως άνω έγγραφα, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του, συμμορφούμενο με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, κατ’ ορθή αυτού υπαγωγή, προβάλλονται οι αιτιάσεις : α) ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 9 παρ.1 του Συντάγματος και δέχθηκε ότι το απόρρητο της επικοινωνίας εκτείνεται και μετά το πέρας αυτής και για όσο χρονικό διάστημα επιθυμούν οι επικοινωνούντες και εν προκειμένω ότι το απόρρητο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτου Γ.

Π., με τη χρήση του κωδικού ..., στον οποίο ουδεμία πρόσβαση είχε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκτείνεται και μετά την ανάγνωση και αποθήκευση της εν λόγω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή, ενώ, αν ερμήνευε ορθά την εν λόγω διάταξη έπρεπε να δεχθεί ότι η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας λήγει ευθύς ως λήξει και η επικοινωνία και εν προκειμένω ότι η επικοινωνία έληξε ευθύς ως ο παραλήπτης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανέγνωσε αυτά, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο το περιεχόμενο της επικοινωνίας προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος, περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, αντίστοιχα.

Επίσης, προβάλλεται ότι η επικοινωνία του δευτέρου των εναγομένων δια του ως άνω προσωπικού κωδικού, στον οποίο δεν είχε πρόσβαση η ενάγουσα, δεν τυγχάνει συνταγματικής προστασίας, διότι έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν αφορούσε ζητήματα που ανάγονται στην προσωπική ζωή του, αλλά σε δραστηριότητα που συνιστούσε αθέμιτο σε βάρος της ενάγουσας εργοδότριάς του ανταγωνισμό και β) ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα.

Με το πρώτο μέρος του αναιρετικού αυτού λόγου τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ’ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής. Το ζήτημα αυτό δεν έχει αντιμετωπιστεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ενώ στη θεωρία έχουν υποστηριχθεί αντίθετες απόψεις.

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη (Α. Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα, 1981, σελ. 232 επ., Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο 2005, σελ. 417 επ., Ν. Παπαδόπουλος, Προστασία του Απορρήτου της Επικοινωνίας, 2008, σελ. 4 επ.) το απόρρητο της επικοινωνίας λήγει με τη λήξη της, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη (Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 256 επ., Σ.

Τσακυράκης, το απόρρητο της επικοινωνίας, ΝοΒ 1993, 995), που ακολούθησε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνταγματική προστασία εκτείνεται και μετά τη λήξη της επικοινωνίας και μέχρι να εκφραστεί αντίθετη θέληση των επικοινωνούντων. Περαιτέρω, τίθεται και το γενικότερου επίσης ενδιαφέροντος ζήτημα αν η συνταγματική προστασία της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή του εργοδότη του, δημιουργεί και χρησιμοποιεί, πέραν της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έθεσε στη διάθεση του η επιχείρηση, προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, λαμβάνοντας μέτρα που αποκλείουν την πρόσβαση σ’ αυτήν οιουδήποτε τρίτου, και δ’ αυτής αποστέλλει και δέχεται ηλεκτρονικά μηνύματα που δεν αφορούν την υπό στενή έννοια ιδιωτική του ζωή, αλλά αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάζεται πράξεις.

Ενόψει των ανωτέρω το Τμήμα τούτο κρίνει, ομόφωνα, ότι πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ.2 περ.β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ.γ’ περ.β’ του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", επιφυλάσσεται δε για την έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ λόγο της από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ε. ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΙΚΟΝ-ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ-ΕΞΑΓΩΓΑΙ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αριθμός 1155/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΙΚΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ-ΕΞΑΓΩΓΑΙ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ- ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Φραγκάκη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 3. Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 4. Της εταιρείας με την επωνυμία "DACUAM TRADING LIMITED", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 5. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NORDIC TRADING AGENCIES Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Ξυλείας" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Μουτζουρίδου, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, ο τρίτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αγγελάκο ενώ οι τέταρτη και πέμπτη εταιρείες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2007 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5-2-2008 αγωγή των 1ου, 2ου, 4ης και 5ης αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5284/2009 μη οριστική , 4370/2011οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 3963/2012 μη οριστική και 5901/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθ. ...29-4-2014 ένορκη δήλωση επίδοσης του πρωτοκολλητή της Κύπρου Π. Π. και την υπ’ αριθ. ...3-4-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Γ., προκύπτει ότι με επιμέλεια της αναιρεσείουσας επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μετά την κάτω απ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, στην τέταρτη και την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων εταιριών. Κατά την αρχική δικάσιμο της 8 Δεκεμβρίου 2014 η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, της αναβολής αυτής επεχούσης θέσης κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4, 575 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητες ως άνω εταιρίες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ’ αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος: "Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων", κατά την τρίτη δε παράγραφο του ίδιου άρθρου "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α ".

Από την τελευταία διάταξη, η οποία είναι ειδικότερη των άρθρων 9 και 9 Α του Συντάγματος, προκύπτει ότι αντικείμενο προστασίας είναι η ελευθερία της επικοινωνίας και το απόρρητο του περιεχομένου της, αφορά δε η προστασία του απορρήτου όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές), αλλά και οποιαδήποτε άλλη μορφή επικοινωνίας (τηλεφωνήματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), φαξ, τέλεξ, τηλεγραφήματα κ.ο.κ.) που γίνεται σε συνθήκες οικειότητας, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα που μετέχουν σε αυτήν επιθυμούν τη διατήρηση της μυστικότητας και έχουν λάβει τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα.

Ανάλογη προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας παρέχεται και με το άρθρο 8 της επικυρωθείσης με το ν. δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο ορίζει τα εξής: "Παν πρόσωπο δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.

Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνική ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληφιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων".

Η απαγόρευση κάθε μορφής παρακολούθησης, ελέγχου και πολύ περισσότερο αποτύπωσης της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, απευθύνεται τόσο στην κρατική εξουσία όσο και στους ιδιώτες και κάμπτεται μόνο με απόφαση της δικαστικής αρχής και εφόσον συντρέχει περίπτωση προστασίας της εθνικής ασφάλειας ή ανάγκη διακρίβωσης σοβαρών εγκλημάτων, κατά τα οριζόμενα στο ν. 2225/1994.

Η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στους χώρους εργασίας, όπου συνήθως ο εργαζόμενος δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του. Έτσι, προστατεύεται το απόρρητο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του εργαζομένου και στην περίπτωση που αυτός, εκτός από τον κωδικό που του παραχώρησε η επιχείρηση για την ηλεκτρονική επικοινωνία για τις ανάγκες της υπηρεσίας, δημιουργεί και χρησιμοποιεί προσωπικό, απόρρητο, κωδικό ηλεκτρονικής επικοινωνίας, απ’ όπου αποστέλλει και δέχεται μηνύματα που αφορούν την ιδιωτική του ζωή.

Η συνταγματική προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών ολοκληρώνεται με την θέσπιση ποινικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών, με τα άρθρα 370 έως 370 Γ Π.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 25-7-2012 εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 4370/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 11-5-2007 δύο αγωγές της, έκρινε ότι αποτελούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα ορισμένα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της περί διενέργειας από τους εναγομένους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι υπήρξαν διευθυντικά στελέχη της επιχείρησής της, πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος της, με την εξής αιτιολογία: "Η εκκαλούσα - ενάγουσα για την απόδειξη των ισχυρισμών της, προσκομίζει και επικαλείται, εκτός των άλλων, αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων κειμένων και μηνυμάτων, τα οποία, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ίδια, έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης απετέλεσαν αντικείμενο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του δεύτερου εναγομένου Γ.

Π. με τρίτα, πλην της ενάγουσας, πρόσωπα, που έλαβε χώρα διαμέσου προσωπικού λογαριασμού του (...), στον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε πρόσβαση η αντίδικος του, ενώ στη συνέχεια αποθηκεύτηκαν στους σκληρούς δίσκους υπολογιστών ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αποκλειστικής χρήσης των δύο πρώτων εναγομένων ή προσώπων εξουσιοδοτημένων από αυτούς, απ’ όπου και διαγράφηκαν πριν την παράδοση των υπολογιστών στην ενάγουσα.

Τα αρχεία δε αυτά περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της ενάγουσας, με τη χρήση του ηλεκτρονικού προγράμματος με την ονομασία "ENCASE FORENSIC 6", χωρίς τη συναίνεση του δεύτερου εναγομένου και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών". Με την ως άνω αιτιολογία το Εφετείο έκρινε, ότι τα ως άνω έγγραφα, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του, συμμορφούμενο με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, κατ’ ορθή αυτού υπαγωγή, προβάλλονται οι αιτιάσεις : α) ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 9 παρ.1 του Συντάγματος και δέχθηκε ότι το απόρρητο της επικοινωνίας εκτείνεται και μετά το πέρας αυτής και για όσο χρονικό διάστημα επιθυμούν οι επικοινωνούντες και εν προκειμένω ότι το απόρρητο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτου Γ.

Π., με τη χρήση του κωδικού ..., στον οποίο ουδεμία πρόσβαση είχε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκτείνεται και μετά την ανάγνωση και αποθήκευση της εν λόγω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή, ενώ, αν ερμήνευε ορθά την εν λόγω διάταξη έπρεπε να δεχθεί ότι η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας λήγει ευθύς ως λήξει και η επικοινωνία και εν προκειμένω ότι η επικοινωνία έληξε ευθύς ως ο παραλήπτης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανέγνωσε αυτά, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο το περιεχόμενο της επικοινωνίας προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος, περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, αντίστοιχα.

Επίσης, προβάλλεται ότι η επικοινωνία του δευτέρου των εναγομένων δια του ως άνω προσωπικού κωδικού, στον οποίο δεν είχε πρόσβαση η ενάγουσα, δεν τυγχάνει συνταγματικής προστασίας, διότι έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν αφορούσε ζητήματα που ανάγονται στην προσωπική ζωή του, αλλά σε δραστηριότητα που συνιστούσε αθέμιτο σε βάρος της ενάγουσας εργοδότριάς του ανταγωνισμό και β) ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα.

Με το πρώτο μέρος του αναιρετικού αυτού λόγου τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ’ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής. Το ζήτημα αυτό δεν έχει αντιμετωπιστεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ενώ στη θεωρία έχουν υποστηριχθεί αντίθετες απόψεις.

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη (Α. Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα, 1981, σελ. 232 επ., Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο 2005, σελ. 417 επ., Ν. Παπαδόπουλος, Προστασία του Απορρήτου της Επικοινωνίας, 2008, σελ. 4 επ.) το απόρρητο της επικοινωνίας λήγει με τη λήξη της, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη (Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 256 επ., Σ.

Τσακυράκης, το απόρρητο της επικοινωνίας, ΝοΒ 1993, 995), που ακολούθησε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνταγματική προστασία εκτείνεται και μετά τη λήξη της επικοινωνίας και μέχρι να εκφραστεί αντίθετη θέληση των επικοινωνούντων. Περαιτέρω, τίθεται και το γενικότερου επίσης ενδιαφέροντος ζήτημα αν η συνταγματική προστασία της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή του εργοδότη του, δημιουργεί και χρησιμοποιεί, πέραν της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έθεσε στη διάθεση του η επιχείρηση, προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, λαμβάνοντας μέτρα που αποκλείουν την πρόσβαση σ’ αυτήν οιουδήποτε τρίτου, και δ’ αυτής αποστέλλει και δέχεται ηλεκτρονικά μηνύματα που δεν αφορούν την υπό στενή έννοια ιδιωτική του ζωή, αλλά αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάζεται πράξεις.

Ενόψει των ανωτέρω το Τμήμα τούτο κρίνει, ομόφωνα, ότι πρέπει να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ.2 περ.β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ.γ’ περ.β’ του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", επιφυλάσσεται δε για την έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ λόγο της από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ε. ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΙΚΟΝ-ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ-ΕΞΑΓΩΓΑΙ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ