Legislator Case Law & Legislation
1155/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding adverse possession claim based on sufficient lower court reasoning.

Case Number 1155/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on adverse possession. The appellant argued the lower court failed to legally justify the finding of ownership, but the court found the reasoning regarding the twenty-year period and specific acts of possession was clear and sufficient. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), and 559(16) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is supported by clear and adequate reasoning regarding the facts and legal requirements for adverse possession, even if the appellant claims a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
adverse possession acquisitive prescription appeal admissibility legal reasoning costs of litigation Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005
Supreme Court Case 193/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 7-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μάκκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α' Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δικαίου θεωρείται ότι παραβιάσθηκε, αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ" "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη"". Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε η περί της συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [Α.Π. 193/2010].

Κατά την διάταξη του αριθμού 16 του ως άνω άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσον ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη". Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, ο ειδικός δε διάδοχος του διαδίκου είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο (άρθρα 319,488,614,858, 1298,1490 παρ. 2 ΑΚ, 210 ΕΝ), είτε με πολιτειακή βούληση (όπως λ.χ.

με κατακύρωση σε πλειστηριασμό), δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη, αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση), δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη (Α.Π. 1415/2009). Περαιτέρω κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ: "Το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά 1)των διαδίκων, 2)εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, 3) ...", κατά δε το άρθρο 919ΚΠολΔ; "Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) ...".Η από τις διατάξεις αυτές δέσμευση, από το δεδικασμένο της αποφάσεως, του ειδικού, άμεσου ή απώτερου ή καθολικού διαδόχου και κατ' ακολουθίαν η εκτελεστότητα προϋποθέτει περιέλευση σε αυτόν του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος συμβατικώς, δηλαδή βάσει συμβάσεως με τον διάδικο ή με κληρονομική διαδοχή ή οιονεί καθολική διαδοχή και την επ' αυτής της σχέσεως στήριξη του δικαιώματος που επικαλείται.

Για τον λόγο αυτό αν ο ειδικός διάδοχος επικαλείται και αποδεικνύει κτήση του πράγματος ή του δικαιώματος με πρωτότυπο τρόπο, δεν υφίσταται η ως άνω δέσμευση για αυτόν, αφού στην περίπτωση αυτήν δεν ταυτίζεται με τον διάδικο και δεν ασκεί δικαίωμα το οποίο περιήλθε σε αυτόν από τον αρχικό διάδικο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Γ. Κ. και ο Σ. Κ. άσκησαν κατά του Π. Μ. ή Κ. την από 15-3-1981 και με αριθμό κατάθεσης 43/23-3-1981 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Η αγωγή αυτή είχε σαν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, ένα τμήμα του όλου ακινήτου στην θέση ..., επιφανείας 6.666 τ.μ.

και συγκεκριμένα αυτού που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του μείζονος αγρού εκτάσεως 91.397 τμ ..., το οποίο οι τότε ενάγοντες διεκδικούσαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 123/1981 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις, που διεξήχθησαν.

Κατά το στάδιο της διεξαγωγής των αποδείξεων και δη την 19-9-1987 αποβίωσε ο εκ των αρχικών εναγόντων, Γ. Κ. ο οποίος με την ιδιόγραφη διαθήκη του όρισε κληρονόμους του τον καθ' ου η ανακοπή και την Κ. χήρα Γ. Κ., κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ διαιρετού αντίστοιχα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά...και έτσι υπεισήλθαν στην εκκρεμή δίκη στη θέση του ως άνω αρχικού πρώτου ενάγοντος.

Επίσης, την 20-11-1991 απεβίωσε και ο έτερος των αρχικών εναγόντων Σ. Κ., ο οποίος, δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης του, κατέστησε μοναδικό κληρονόμο του τον καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά και έτσι υπεισήλθε στην εκκρεμή δίκη στη θέση του ως άνω αρχικού δεύτερου ενάγοντος. Τέλος, την 26-5-1993 απεβίωσε και ο αρχικός εναγόμενος, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από σύζυγο του και τις δύο κόρες του κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 η σύζυγος και 3/8 η καθεμία από τις δύο κόρες του.

Επί της ανωτέρω αγωγής, συζητήσεως μετ' απόδειξη γενομένης, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 59/1994 μη οριστική απόφαση και στη συνέχεια η υπ' αριθμ 74/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι των διεκδικουμένων αγρών κατά ποσοστό 7/8 ο εκκαλών και 1/8 εξ αδιαιρέτου η μητέρα του Κ.

χήρα Γ. Κ. και υποχρεώθηκαν οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του αρχικού εναγομένου να αποδώσουν στους κληρονόμους των αρχικών εναγόντων τα ακίνητα που επιδικάσθηκαν σ' αυτούς με την εν λόγω απόφαση. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά της απόφασης αυτής έφεση. Πριν την συζήτηση της εφέσεως και δη την 8-1-1997 απεβίωσε η Κ.

χήρα Γ. Κ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον καθού η ανακοπή. Ακολούθως, μετά από συζήτηση της εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9806/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Έτσι κατέστη τελεσίδικη η υπ' αριθμ. 74/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Στη συνέχεια ο καθού η ανακοπή και ήδη εκκαλών την 19-5-1999 έλαβε το υπ' αριθμ 134/1999 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ανωτέρω υπ' αριθμ 74/1996 αποφάσεως.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 24-1-1986 δυνάμει του υπ' αριθμ .../24-1-1986 συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα ... ο αρχικός εναγόμενος πώλησε τμήμα του επιδίκου ακινήτου στον ανακόπτοντα Γ. Λ. του Λ.. Συγκεκριμένα με το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο στις 24-1-1986 του πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού επιφανείας 5.880,48 τμ..., 31 όπως τούτο εμφαίνεται και διατυπούται στο από Οκτώβριο 1983 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού ...

Στην ιδιοκτησία αυτή ο ανακόπτων από την ημέρα που συνετάγη το συμβόλαιο αγοράς, κατά την οποία ο πωλητής του παρέδωσε τη νομή και κατοχή του, ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν μέχρι την 22-11-2006, που αντίγραφο του υπ' αριθμ. 134/1999 πρώτου απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω υπ' αριθμ. 74/1996 αποφάσεως με την από 31-10-2006 επιταγή προς εκτέλεση επέδωσε ο καθού η ανακοπή σ' αυτόν, με την οποία τον καλεί ως ειδικό διάδοχο του αποβιώσαντος αρχικού εναγομένου Π.

Λ. Μ. ή Κ. αποδώσει σ' αυτόν το ως άνω τμήμα αγρού, που αγόρασε από τον τελευταίο δυνάμει του προαναφερόμενου με αριθμ. .../1986 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αράχοβας Μαρίας Μόσχου ... Συγκεκριμένα, μέσα στο έτος 1986 ο ανακόπτων περιέφραξε το αγροτεμάχιο που αγόρασε, το καθάρισε [όπως το έκανε και στα επόμενα χρόνια] και εγκατέστησε εντός αυτού ένα τροχόσπιτο, όπου διέμενε, όποτε πήγαινε στην περιοχή.

Στο αγροτεμάχιο δε αυτό μετέβαινε, επίσης, με άλλους φίλους του σε διάφορες περιόδους, κυρίως τα καλοκαίρια για πικ-νικ και το Πάσχα και έψηναν τον οβελία. Κατά το έτος 2001, επειδή είχε αποφασίσει, λόγω οικονομικών δυσκολιών να το πωλήσει, ανάθεσε σε μεσίτες την πώληση του ... πράγμα που δεν έκανε, εν τέλει, πεισθείς από φίλους του, που τον απέτρεψαν να το κάνει, λόγω του ότι ανέβαινε η αξία του ως εκ της θέσεως του.

Μάλιστα το έτος 2005 ανέθεσε σε αρχιτέκτονα μηχανικό την εκπόνηση μελέτης ανέγερσης οικοδομής στο ακίνητο αυτό και πήρε και προσφορά από μια εταιρεία, που κατασκευάζει προκατασκευασμένες οικίες για να εγκαταστήσει εκεί μια κατοικία ... Τις πράξεις αυτές νομής τις έκανε με διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανένα.

Επομένως κατά τον χρόνο που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση (22-11- 2006), είχε ήδη συμπληρώσει εικοσαετία στην νομή της παραπάνω περιγραφόμενης έκτασης και είχε πλέον καταστεί κύριος με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα διαλαμβάνονται στην αρχή της παρούσας σκέψης, το δεδικασμένο της υπ' αριθμ 75/1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς δεν τον καταλαμβάνει στην περίπτωση αυτή, διότι ο ίδιος δεν στηρίζει το δικαίωμα του στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και συγκεκριμένα στο υπ' αριθμ .../1986 συμβόλαιο πώλησης ακινήτου, ώστε να εμφανίζεται ως ειδικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου και να υφίσταται η ως άνω δέσμευση γι' αυτόν, αλλά στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας με τη νομή για διάστημα 20 ετών ...

Θα δεσμευόταν αυτός από το δεδικασμένο της ανωτέρω αποφάσεως, εάν δεν είχε καταστεί κύριος με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, εάν δηλαδή του είχε επιδοθεί η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση πριν την συμπλήρωση εικοσαετίας στη νομή του επιδίκου. Τότε θα είχε μόνο την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου του αρχικού εναγομένου -δικαιοπαρόχου του, οπότε και θα εφαρμοζόταν η διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ.

Αυτό όμως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, καθώς η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον ανακόπτοντα για πρώτη φορά την 22-11-2006. Το ότι ο ανακόπτων βρισκόταν στην νομή της επίδικης έκτασης από την 24η Ιανουαρίου 1986, προκύπτει με αδιαμφισβήτητο τρόπο από το περιεχόμενο του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου όπου ρητά αναφέρεται, όπως προελέχθη, ότι η έκταση αυτή πωλήθηκε, μεταβιβάστηκε και παραδόθηκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον αγοραστή - ανακόπτοντα, ο οποίος κατέστη κύριος νομέας και κάτοχος αυτού...Η χρησικτησία του αυτή ήταν έκτοτε αδιατάρακτη όχι μόνο μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία του 2006, οπότε και συμπληρώθηκε εικοσαετία στην άσκηση της νομής με διάνοια κυρίου, αλλά και μετέπειτα μέχρι τις 22-11-2006, που του επιδόθηκε η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση.

Οι προαναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις, που γίνονταν στα πλαίσια της ανοιγείσας δίκης μεταξύ των αρχικών διαδίκων και, μετά τον θάνατο τους, μεταξύ των καθολικών διαδόχων τους, δεν διέκοπταν την χρησικτησία του ανακόπτοντος κατά το όρθρο 1049 ΑΚ, καθόσον η διάταξη αυτή απαιτεί έγερση αγωγής κατά αυτού που χρησιδεσπόζει ή κατά αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου.

Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, το μεν καμία αγωγή δεν ασκήθηκε εναντίον αυτού από τον καθού η ανακοπή, που να αφορά το επίδικο ακίνητο, ενώ σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, με την αγορά του από τον αρχικό εναγόμενο-πωλητή αυτού, δεν απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου, το δε, όπως αποδείχθηκε παραπάνω, ο ανακόπτων νεμόταν και κατείχε αποκλειστικά ιδίω ονόματι και για δικό του λογαριασμό και όχι στο όνομα του Π.

Κ. ή Μ. το επίδικο, οπότε και συμπλήρωσε εικοσαετία στη νομή του ακινήτου ο ίδιος στο πρόσωπο του και δεν προσαύξησε τον χρόνο νομής του με το χρόνο νομής του προκατόχου του. Επομένως, η με τις από 10-5-2007 πρωτόδικες προτάσεις του καθού η ανακοπή προβληθείσα ένσταση του δεδικασμένου απορρέοντος από την ήδη τελεσίδικη απόφαση υπ' αριθμ. 74/1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία, όπως προειπώθηκε, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, η διεκδικητική του επιδίκου ακινήτου αγωγή των αρχικών εναγόντων δικαιοπαρόχων του καθού η ανακοπή κατά του αρχικού εναγομένου δικαιοπαρόχου της Β.

χήρα Π. Κ. ή Μ., της Κ. συζ. Ι. Σ., το γένος Π. Κ. ή Μ. και της Α. Π. Κ. ή Μ., το οποίο και δεσμεύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται, τον ανακόπτοντα, ως ειδικό διάδοχο του αρχικού εναγομένου Π. Κ. ή Μ., ενόψει του ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο σ' αυτόν με το υπ' αριθμ. .../24-1-1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αράχοβας Μαρίας Μόσχου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αράχοβας, ένσταση την οποία επαναπροβάλλει με τον μοναδικό λόγο εφέσεως του, είναι απορριπτέα ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, επικαλείται και αποδεικνύεται, άλλωστε, κτήση του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ώστε, να μην υφίσταται η ως.

άνω δέσμευση γι' αυτόν, αφού δεν ασκεί δικαίωμα του να περιήλθε σ' αυτόν το επίδικο ακίνητο από τον αρχικό διάδικο..."Υπό τα προεκτεθέντα, με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1045 επ. ΑΚ και εκείνες των άρθρων 321, 322, 324, 225 παρ. 1&2, 325 αριθ. 2 & 919 παρ1 ΚΠολΔ.

Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του ανακόπτοντος αναιρεσιβλήτου ότι αυτός απέκτησε κυριότητα επί του ενδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, και δη με έκτακτη χρησικτησία, και ότι, έχοντας την ιδιότητα του κυρίου του πράγματος δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και δεν είναι νόμιμη η κατ' αυτού εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη, μεταξύ του προσώπου που (με βάση σχετική συμβατική σχέση ) του παρέδωσε την επί του πράγματος νομή αφενός και τρίτων προσώπων.

Κατά συνέπεια, δεν είναι βάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 16ΚΠολΔ πλημμέλειες και υποστηρίζεται ότι "ο ειδικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου (σημ. όπως είναι ο εδώ αναιρεσίβλητος) για να θεωρηθεί ότι χρησιδέσποσε εκτάκτως το επίδικο, πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι κατέλαβε το επίδικο παρά τη θέληση του αρχικού εναγομένου, ήτοι με αυτόβουλη και αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου απ' αυτού".

Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι, για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό, οι οποίες προειδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέως να το εξουσιάζει.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου για την κτήση από τον ίδιο της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ότι "...ο ανακόπτων από την ημέρα που συνετάγη (24-1-1986) το συμβόλαιο αγοράς, κατά την οποία ο πωλητής του παρέδωσε τη νομή και κατοχή του, ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανένα μέχρι την 22-11-2006 ...".

Εξειδίκευσε δε περαιτέρω το Εφετείο, όπως επίσης αναφέρεται ανωτέρω, ότι οι πράξεις της νομής συνίσταντο στην περίφραξη και στον καθαρισμό του επιδίκου, στην εγκατάσταση σε αυτό τροχόσπιτου, εντός του οποίου διέμενε κατά τις επισκέψεις του στην περιοχή όπου κείται το οικόπεδο, στις επισκέψεις στο επίδικο με φίλους σε διάφορες χρονικές περιόδους για "πικ-νικ" και για ψήσιμο του οβελία κατά το Πάσχα, στο ενδιαφέρον του αναιρεσιβλήτου για την πώληση του επιδίκου και στην προς τούτο δοθείσα σχετική εντολή σε μεσίτες, στην ανάθεση σε αρχιτέκτονα της εκπονήσεως μελέτης για την ανέγερση οικοδομής, ως και στο ενδιαφέρον του για την τοποθέτηση προκατασκευασμένης οικίας Επομένως, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά ειδικότερον την διάρκεια της χρησικτησίας και τις πράξεις νομής του αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου και δεν παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 1045 ΑΚ (και όχι το άρθρο 1044 ΑΚ όπως αναγράφεται προφανώς εκ παραδρομής στην αίτηση αναιρέσεως) και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ