Legislator Case Law & Legislation
1155/2012 AI generated

1155/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1155/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ.1, 152 παρ.1, 153, 155 παρ.1, 156 και 158 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, που δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε, με απόφαση του δικαστηρίου, να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Legislator headnote

AI generated

1155/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 2064/2009, ΑΠ 376/2008, ΑΠ 205/2003). Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 29η Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ" (ΔΕΚΠΟΤΑ) του Δήμου Δράμας, όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Δράμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Πρόκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Β. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Χαϊλάζη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 98/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 52/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ.1, 152 παρ.1, 153, 155 παρ.1, 156 και 158 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, που δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε, με απόφαση του δικαστηρίου, να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Το αίτημα επαναφοράς υποβάλλεται είτε με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, είτε με τις προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για την ολοκλήρωση της άσκησης του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν αρκεί η, εντός των τριάντα ημερών από την άρση της ανώτερης βίας ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου που αποτελούν την προθεσμία υποβολής του (ΚΠολΔ 153), κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται και η επίδοση του δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος (ΚΠολΔ 155 παρ.1, 215 παρ.1, 217).

Εάν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 2064/2009, ΑΠ 376/2008, ΑΠ 205/2003). Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Η ύπαρξη παντός πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας (ΚΠολΔ 152 παρ.2), ακόμη και ελαφριάς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανώτερης βίας (ΑΠ 518/2010). Περίπτωση ανώτερης βίας δεν συνιστά άνευ ετέρου η αποχή των δικηγόρων από την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από το δημόσιο λειτούργημα, το οποίο ασκούν (άρθρο 38 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων"), παρά μόνον εφ' όσον συντρέχουν πρόσθετες, ιδιαίτερες περιστάσεις.

Διότι, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο διάδικο η παράσταση και διενέργεια πράξεως χωρίς δικηγόρο, ενώπιον παντός δικαστηρίου ή δικαστικής υπηρεσίας, για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου, ιδίως για την άσκηση ενδίκων μέσων και τη διακοπή παραγραφής (άρθρο 39 παρ.3 περ. γ' του ν.δ. 3026/1954, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983), οπότε η τυχόν αποχή των δικηγόρων από την άσκηση καθηκόντων ενώπιον δικαστικών αρχών δεν επηρεάζει τον επιμελή διάδικο από την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 2077/1986), δυνάμενο να καταθέσει αυτοπροσώπως το σχετικό δικόγραφο (στου οποίου τη σύνταξη, που δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη, ο δικηγόρος δεν κωλύεται εκ της αποχής) και επιφυλασσόμενο να το συμπληρώσει με πρόσθετους λόγους.

Και, περαιτέρω, η άσκηση του δικαιώματος αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, ακόμη και όταν δεν αποβλέπει μόνο στην εξυπηρέτηση των κλαδικών τους συμφερόντων, αλλά στοχεύει, κατά τις συλλογικές τους εκτιμήσεις, στην προαγωγή ευγενών πολιτικών στόχων, όπως η βελτίωση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, δεν εξικνείται μέχρι τη ματαίωση του δικαιώματος των πολιτών για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Γι' αυτό και σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως είναι εμπειρικώς γνωστό στο χώρο λειτουργίας της δικαιοσύνης, κατά τη διάρκεια της αποχής χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ειδική άδεια σε δικηγόρους για την επιχείρηση πράξεων προς αποτροπή της απώλειας δικονομικών προθεσμιών ή της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής.

Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί η αποχή των δικηγόρων ως ανώτερη βία, που οδήγησε στην απώλεια προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου μέσου, πρέπει ο διάδικος, που ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να επικαλείται και αποδεικνύει αφ' ενός ότι αυτός βρισκόταν σε απόλυτη αδυναμία να το ασκήσει αυτοπροσώπως μέσα στη νόμιμη προθεσμία και αφ' ετέρου ότι ο δικηγόρος του ζήτησε την παροχή αδείας από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αλλά έτυχε αρνητικής απαντήσεως.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η προσβαλλομένη 52/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης επιδόθηκε προς αυτήν την 10-5-2010 και ότι η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκείται εκπροθέσμως, διότι μόλις την 24-6-2010 κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Περαιτέρω, όμως, σωρεύει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενη ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής, που την είχε εκπροσωπήσει τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας όσο και ενώπιον του Εφετείου Θράκης κατά την εκδίκαση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, της ένδικης από 31-7-2007 αγωγής της αναιρεσίβλητης, είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας.

Ότι ο Σύλλογος αυτός είχε κηρύξει, νομίμως, αποχή των μελών του από την άσκηση των καθηκόντων τους, που άρχισε την 18-5-2010 και διήρκεσε μέχρι την 7-7-2010. Ότι κατά τη διάρκεια της αποχής, στην οποία συμμετείχε συνειδητά ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, έληξε η προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς ο εν λόγω δικηγόρος να ζητήσει ειδική άδεια παραστάσεως για να μην απολεσθεί η προθεσμία αυτή.

Ότι εντός της αποχής, ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος επέτρεψε την κατ' εξαίρεση κατάθεση δικογράφων κατά τις ημερομηνίες 24, 25, 28 και 29-6-2010, στην πρώτη εκ των οποίων ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας έσπευσε να καταθέσει την υπό κρίση αίτηση με το σωρευόμενο αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας κατάσταση, έτσι ώστε η αίτηση αναιρέσεως να θεωρηθεί παραδεκτή.

Με το περιεχόμενο αυτό, το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι μη νόμιμο. Πράγματι, υπό τις περιστάσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, η αποχή των δικηγόρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανώτερη βία, αφού δεν αναφέρεται ούτε ότι ο δικηγόρος της, για να αποφύγει την απώλεια της προθεσμίας, ζήτησε άδεια που δεν χορηγήθηκε από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ούτε ότι η ίδια είχε ανυπέρβλητο λόγο που την εμπόδισε να καταθέσει αρμοδίως, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δια του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ενεργούντος αυτοπροσώπως και χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου.

Πέραν τούτου, όμως, διαπιστώνεται ότι η αίτηση αναιρέσεως, που περιλαμβάνει το μη αυτοτελές αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν επιδόθηκε στην αντίδικο εντός τριάντα ημερών από την άρση της περιστάσεως, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται ως ανώτερη βία, ήτοι από την 24-6-2010, αλλά πολύ αργότερα (βλ.

την 9193γ/4-11-2010 έκθεση επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας). Επομένως, το αίτημα επαναφοράς είναι, ομοίως, εκπρόθεσμο.

3. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας κατάσταση πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτο. Κατόπιν αυτού, και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως κατάσταση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-6-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 52/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. - Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ