1155/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1155/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία της ιδιόγραφης διαθήκης είναι όχι μόνο το κείμενό της, αλλά και η χρονολογία και η υπογραφή της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 1155 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. χας Π. Χ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 575 και 226 εδαφ.β'και γ'ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εάν αυτεπαγγέλτως αναβληθεί η συζήτηση της δίκης για την αναίρεση σε μεταγενέστερη δικάσιμο με επισημείωση στο πινάκιο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων υπό την προϋπόθεση της παρουσίας όλων των διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου) κατά την αρχική ορισθείσα δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την έκθεση επίδοσης 11876/7-7-2009 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Ε. Γ.-Θ., προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση ακριβές αντίγραφο της ένδικης-από 19-5-2009-αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά -της 12-5-2010-κατά την οποία εμφανίσθηκαν όλοι οι διάδικοι αλλά αυτεπαγγέλτως η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παραπάνω δικάσιμο (της 26-1-2011) με επισημείωση στο πινάκιο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Η τελευταία, ωστόσο, δεν εμφανίσθηκε κατά την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο (της 26-1-2011), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία αυτής.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία της ιδιόγραφης διαθήκης είναι όχι μόνο το κείμενό της, αλλά και η χρονολογία και η υπογραφή της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 εδαφ.α'ΚΠολΔ, γιατί, ενώ με την ένδικη, από 21-6-2004, αγωγή ο αναιρεσίβλητος ενάγων πρόβαλε προς θεμελίωσή της ότι "η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη, διότι δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του αποβιώσαντος και δεν έχει τη γνήσια υπογραφή του", έλαβε υπόψη του ως προταθέντα, "α)ότι η διαθήκη εξ ολοκλήρου δεν γράφηκε από τον αποβιώσαντα και β)ότι η διαθήκη δεν χρονολογήθηκε από αυτόν τον ίδιο", δηλαδή παρά το νόμο ως προταθέν και ότι "η διαθήκη δεν χρονολογήθηκε από τον ίδιο"-και, έτσι, δέχτηκε ότι "η επίδικη διαθήκη είναι πλαστή κατά τη γραφή του κειμένου της και την υπογραφή της, διότι δεν έχει γραφεί εξ ολοκλήρου, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον ίδιο".
Όμως, στον κατά τα άνω προταθέντα ισχυρισμό, ότι "η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη, διότι δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του αποβιώσαντος και δεν έχει τη γνήσια υπογραφή της" εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι η εν λόγω διαθήκη "δεν έχει χρονολογηθεί", αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, που προπαρατέθηκε, η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη φέρεται προς κρίση ολόκληρη, δηλαδή και κατά τη χρονολογία αυτής ως συστατικό της στοιχείο.
Επομένως, ο λόγος αυτός στηρίζεται επ'εσφαλμένης προϋποθέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Στην έννοια της διάταξης του άρθρου 1860 αριθ.5 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ανάξιος να κληρονομήσει είναι εκείνος που αλλοίωσε η εξαφάνισε τη διαθήκη του κληρονομουμένου", λόγο αναξιότητας, παρόλο που δεν περιλαμβάνεται ρητά σ'αυτή, αποτελεί, κατά μείζονα λόγο, και η περίπτωση που τρίτο πρόσωπο κατάρτισε απ'αρχής πλαστή διαθήκη, με την πρόθεση να την εμφανίσει ακολούθως ως προερχόμενη από τον κληρονομούμενο. Επομένως, με το να δεχτεί το Εφετείο, ότι η από την ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη κατάρτιση απ'αρχής πλαστής διαθήκης και συγκεκριμένα της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης και η εμφάνισή της στη συνέχεια από την ίδια ως προερχόμενης από τον κληρονομούμενο εν ζωή σύζυγό της αποτελεί λόγο κληρονομικής αναξιότητάς της κατ'άρθρο 1860 αριθ.5 του ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προεκτιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη και συνεπώς ο εκτός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής ενέργειας συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, 1)αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας, 2)αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση, 3)σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 176 παρ.1 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μετά από αίτηση και του κατηγορουμένου μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο (Ολ.ΑΠ 1282/1992). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ο οικείος αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διάταξης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι η ένδικη διαθήκη είναι πλαστή, παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την από 22-1-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ.
Κ., κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ'ΚΠοινΔ, ενόψει του ότι ο διορισμός της πραγματογνώμονος δεν γνωστοποιήθηκε στον τότε κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη, προς άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον την ακυρότητα της επίμαχης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ως αφορώσας πράξη της ποινικής διαδικασίας, όφειλε να κηρύξει κατά νόμο, ύστερα από αίτηση της τότε κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο και μάλιστα μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή της στο ακροατήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων) και όχι το Δικαστήριο της ουσίας-Εφετείο-και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, αν η αναιρεσείουσα πρότεινε νομότυπα την ακυρότητα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης κατά το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, η οποία και δεν απαγγέλθηκε, αλλιώς ως αβάσιμος διότι όπως ανελέγκτως δέχτηκε το Εφετείο, δεν είχε υποβληθεί αίτημα από την τότε κατηγορουμένη να κηρυχθεί άκυρη η πραγματογνωμοσύνη από το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο.
V. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ.α'και β'ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν.2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εκμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ.2 εδαφ.
β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου-270-. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ'αποδεικτικό τόπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδος έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ.2 εδαφ.γ'ΚΠολΔ).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 11 περιπτ.α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί αυτό, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι η ένδικη διαθήκη είναι πλαστή, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα την άκυρη πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη, περί της οποίας η από 22-1-2005 έκθεση της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ.
Κ., η οποία αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ.α'και β'του ΚΠολΔ, κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα άκυρα έγγραφα, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.
VI. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Ειδικότερα, στην κατ'έφεση δίκη, κατά μεν τη διάταξη της παρ.1 εδάφιο α'του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ.5 του ν.2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2005), επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ.2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Όμως, καμιά διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά. Η τυχόν παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ.11 περιπτ.α'πλημμέλεια, γιατί αυτό, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμά του, παρά το νόμο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό "όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια", δεδομένου ότι "η παντελής έλλειψη, έστω επιγραμματικώς, προσδιορισμού τους, δημιουργεί και συνεπάγεται κατ'ακολουθίαν και την έλλειψη νομιμότητας λήψης αυτών ως αποδεικτικών μέσων κατ'άρθρον 339 ΚΠολΔ" (πρώτος λόγος), αλλά και γιατί ελλείπει στην προσβαλλόμενη απόφαση η μνεία ότι "τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προσκομίστηκαν νομίμως από τον αντίδικο-αναιρεσίβλητο" (δεύτερος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ο πρώτος μεν ως απαράδεκτος, γιατί εξαιτίας της μη ειδικής αναφοράς των εγγράφων που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό "όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια" δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, και ο δεύτερος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένα τα αποδεικτικά μέσα ούτε προσδιορίζεται ο λόγος της παράνομης λήψης τους, ενόψει, μάλιστα, του ότι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ.α' και β'ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ), λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα, κατ'αποδεικτικό τόπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτωση γ'του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφτηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφτηκαν υπόψη όλα τα κατ'είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφτηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ, γιατί για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η επίμαχη διαθήκη είναι πλαστή και η αναιρεσείουσα είναι εκείνη που τη συνέταξε και την εμφάνισε ως προερχόμενη από τον κληρονομούμενο εν ζωή σύζυγό της, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την κρινόμενη αγωγή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η ένδικη διαθήκη ως πλαστή και ότι η αναιρεσείουσα είναι ανάξια να κληρονομήσει τον κληρονομούμενο εν ζωή σύζυγό της, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή προσκόμισε νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις της στον (πρώτο και) στον δεύτερο βαθμό, προς ανταπόδειξη του προεκτιθέμενου θεμελιωτιωτικού της ένδικης αγωγής ισχυρισμού, και συγκεκριμένα, 1)τη γραφολογική γνωμοδότηση και τις γραφολογικές παρατηρήσεις με ημερομηνία 5-5-2005 του δικαστικού γραφολόγου Μ.
Μ., 2)αντίγραφο της από 19-10-2000 και με αριθμό κατάθεσης 207/2000 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Π. Χ. κατά της Γ. Κ. Μ., το γένος Κ. Χ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, του από 27-11-2000 πρακτικού και των υπ'αριθμ.349/2000 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, ως και αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 12-10-2000 του Α.Τ.Χαλκίδας, 3)αντίγραφα των εξαχθέντων εκ της ποινικής δικογραφίας από 8-5-2005 ένορκων εξετάσεων (καταθέσεων) μαρτύρων, ήτοι α)του Φ.
Δ., β)της Φ. Α. και γ)της Β. Α. και 4)αντίγραφα των με αριθμ.74/8-2-1994, 209/8-2-1994, 139/28-3-1996, 412/28-3-1996, 392/27-8-1996, 1175/27-8-1996 και 980/17-6-1997 αποφάσεων του Διευθυντή του ΙΚΑ. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ'αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" και μάλιστα την ειδική μνεία και σχολιασμό της γραφολογικής γνωμοδότησης και των γραφολογικών παρατηρήσεων με ημερομηνία 5-5-2005 του δικαστικού γραφολόγου Μ.
Μ., δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Επομένως οι υπό εξέταση λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
VIII. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγον αναιρέσεως, είναι τα από τις διατάξεις των άρθρων 432 επ. προβλεπόμενα έγγραφα που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι τα περιέχοντα τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή τη γνώμη των πραγματογνωμόνων, των οποίων το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.20 όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω γνωμοδότησης και γραφολογικών παρατηρήσεων του δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. (τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περίπτωση γ'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 περ.γ'του ΚΠολΔ, διότι άφησε αδίκαστα τα αιτήματα της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης, α)να αναβληθεί κατ'άρθρο 250 ΚΠολΔ, η δίκη μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η αναφερόμενη σε βάρος της εκκρεμής ποινική δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και β)να διενεργηθεί κατ'άρθρο 388 ΚΠολΔ νέα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη αποφαση, το Εφετείο δίκασε και απέρριψε τα αιτήματα αυτά και συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2009 αίτηση της Φ. χήρας Π. Χ. για αναίρεση της 39/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ