Legislator Case Law & Legislation
1155/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague and inadmissible grounds in labor dispute.

Case Number 1155/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant raised five grounds of appeal, but the court found them either vague, unsubstantiated, or procedurally inadmissible because they failed to meet specific legal requirements. Consequently, the appeal was dismissed without further examination of the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568, 576, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where grounds are vague, unsubstantiated, or procedurally inadmissible due to lack of specificity or inapplicability to the specific judicial process.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal vague grounds of appeal procedural inadmissibility unsubstantiated claims Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8, 10, 11, 12 and 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1155 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1155/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., αυτοκινητιστή, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργίου.

Του αναιρεσιβλήτου:..., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2014/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5668/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ρυθμίζονται τα της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή της δικαιοδοσίας των πολιτικών διαφορών που ενέχουνστοιχείο ξένο προς την ελληνική πολιτεία, και με την οποία ορίζεται ότι "στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου", προκύπτει ότι διεθνής δικαιοδοσία ημεδαπού δικαστηρίου επί διεθνούς πολιτικής διαφοράς υφίσταται, εάν η τελευταία συνδέεται με την Ελλάδα κατά τέτοιο τρόπο ώστε, κατά της διατάξεως του ΚΠολΔ περί δωσιδικιών, να είναι αρμόδιο κατά τόπογια να επιληφθεί της διαφοράς αυτής.

Τέτοιο στοιχείο θεμελιωτικό της αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων και επομένως της διεθνούς δικαιοδοσίας τους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 22 ΚΠολΔ, και ο τόπος της κατοικίας του εναγομένου, δηλαδή της γενικής δωσιδικίας του, αφού, και εάν πρόκειται περί διαφοράς από παροχή εξαρτημένης εργασίας, η εκ του άρθρου 664 ΚΠολΔ αρμοδιότητα του τόπου παροχής της εργασίας, δεν καθιερώνει αποκλειστική, αλλά συντρέχουσα ειδική δωσιδικία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ήταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, όπως αναφέρεται και στο δικόγραφό της, κάτοικος ...γεγονός άλλωστε που ρητά συνομολογείται σε όλα τα διαδικαστικά έγγραφα (προτάσεις, έφεση, αναίρεση) του αναιρεσείοντος.

Με βάση δε το περιστατικό αυτό της κατοικίας του αναιρεσείοντος έκρινε ότι στην υπόψη περίπτωση, που υπόκειται διαφορά από την παροχή εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσίβλητου, θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον και με λόγο εφέσεως προβαλλόμενο αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η υπόθεση εκφεύγει της δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων, υπαγόμενη σε εκείνη των Ιταλικών δικαστηρίων, διότι τόπος παροχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου ήταν η Ιταλία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 22 και 664 ΚΠολΔ, ούτε εκείνες των μη εφαρμοστέων εν προκειμένω άρθρων 5 και 17 έως 21 της από 27.9.1968 Συμβάσεως των Βρυξελλών, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 4 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν ουσιαστικού δικαίου κανόνες του ιδιωτικού δικαίου ή (και) των διεθνών συμβάσεων. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει και το άρθρο 25 εδαφ. α ΑΚ, κατά το οποίο "οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη".

Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται και το άρθρο 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν.1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, το οποίο ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι "η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη", στο δεύτερο εδάφιο ότι "η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης" και στο τρίτο εδάφιο ότι "με την επιλογή αυτή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος της σύμβασής τους".

Με βάση έτσι την, απορρέουσα από αμφοτέρους τους ως άνω κανόνες, αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή ή να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της συμβάσεως. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα, γι' αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι στην επίμαχη από 8.1.2000 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο, διότι τα διάδικα μέρη (συμβαλλόμενοι) ρητά επέλεξαν την εφαρμογή του. Με βάση την πραγματική αυτή διαπίστωση (παραδοχή) του Εφετείου, η οποία ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής τόσο του άρθρου 25 εδαφ. α ΑΚ, όσο και του άρθρου 3 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, η εν λόγω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάγεται, πράγματι, στις ρυθμίσεις του ελληνικού δικαίου και όχι εκείνες του ιταλικού δικαίου, όπως από τον αναιρεσείοντα προβλήθηκε. Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο απαιτήσεις (μισθούς υπερημερίας, επιδόματα αδειών και δώρα εορτών) μη προβλεπόμενες από το ιταλικό δίκαιο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι επί της υπόψη υποθέσεως εφαρμοστέο είναι το ελληνικό και όχι το ιταλικό δίκαιο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσεως εργασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία τάσσεται μόνο για την άσκηση αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να συναχθεί καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδαφ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Επομένως, δεν προτείνεται η ένσταση από την παραπάνω διάταξη εναντίον αγωγής του μισθωτού κατά του εργοδότη με την οποία ζητούνται μισθοί υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, η οποία δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τους αξιούμενους από τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) μισθούς υπερημερίας των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2003, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στη ..., ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη την 8-1-2000 από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), κάτοικο..., για να εργασθεί ως οδηγός στα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιοκτησίας του, που εκτελούσαν διεθνείς μεταφορές στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό 2.055 ευρώ, ο οποίος από 1-1-2003 αυξήθηκε σε 2.348 ευρώ.

Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας θα διέπεται από το Ελληνικό Δίκαιο. Η εργασία του αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι διπλωματούχος οδηγός με δίπλωμα Ε' κατηγορίας, περιλάμβανε την παραλαβή από τον ίδιο από λιμάνια της Ιταλίας ασυνόδευτων ρυμουλκούμενων με εμπορεύματα, τα οποία αποστέλλονταν με συνοδευτικά έγγραφα από το λιμάνι της ..., ...

ή ..., προκειμένου αυτά με τη σύζευξη σε ρυμουλκά φορτηγά του αναιρεσείοντος να τα μεταφέρει (ως οδηγός) σε σταθμούς τρένων μεταφοράς ασυνόδευτων εμπορευμάτων στο Μιλάνο, Νάπολι κ.λ.π, με σκοπό σιδηροδρομικώς πλέον να μεταφερθούν στις διάφορες χώρες προορισμού τους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ήταν κυρίως η Γερμανία.

Επίσης κάθε τετράμηνο εκτελούσε την ίδια εργασία από την Ιταλία προς την Ελλάδα. Την 17-3-2003 κατασχέθηκε από την Ιταλική αστυνομία το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, διότι αυτό κυκλοφορούσε με πλαστές πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας, συγχρόνως δε κατασχέθηκε και η επαγγελματική άδεια οδήγησης του αναιρεσίβλητου.

Την 30-5-2003 επιστράφηκε η επαγγελματική άδεια οδήγησης του αναιρεσίβλητου, από τις αρμόδιες Ιταλικές αρχές, πλην όμως ο υπάλληλος του αναιρεσείοντος που ανέλαβε την μεταφορά της στην Ελλάδα και την απόδοση της στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος (αναιρεσίβλητος) ήδη βρισκόταν στην Ελλάδα από το τέλος Μαρτίου 2003, την έχασε, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να στερείται μέχρι τέλος Ιουνίου 2003 την επαγγελματική του άδεια και να δικαιούται μισθούς υπερημερίας για τους μήνες Απρίλιο, Μάϊο και Ιουνίου 2003, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, επειδή ο αναιρεσείων ήταν υπερήμερος, εφόσον η αποδοχή της εργασίας του αναιρεσίβλητου εκ μέρους του αναιρεσείοντος εργοδότη του ήταν αδύνατη από λόγους που αφορούν τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.

Συγκεκριμένα από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος από 1-4-2003 μέχρι 30-6-2003 ήταν αδύνατη η αποδοχή της εργασίας του αναιρεσίβλητου επειδή είχε κατασχεθεί, κατά τα παραπάνω, από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος λόγω πλαστότητας της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων του φορτηγού, η επαγγελματική αδεία οδήγησης του αναιρεσίβλητου.

Ο εκ του άρθρου 300 ΑΚ ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι ο αναιρεσίβλητος από υπαιτιότητά του παρέλειψε να εργασθεί το παραπάνω χρονικό διάστημα επειδή, υπαιτίως, παρέλειψε αφενός να προμηθευτεί επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης από το οικείο τμήμα του Υπουργείου Συγκοινωνιών και αφετέρου να ειδοποιήσει έγκαιρα τον αναιρεσείοντα, ώστε αυτός να αποστείλει τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα του οχήματός του στην αρμόδια αστυνομική αρχή της Βενετίας, για την άρση της επιβληθείσας κατάσχεσης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του εργαζομένου για επιδίκαση σ' αυτόν μισθών υπερημερίας αποκλείεται μόνο κατ' άρθρο 281 ΑΚ, που δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, στην κρινομένη υπόθεση.

Με βάση τα παραπάνω ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για μισθούς υπερημερίας από 1-4-2003 μέχρι 30-6-2003 7044 ευρώ (2348 ευρώ Χ 3 μήνες). Για την αξίωση αυτή του αναιρεσίβλητου για μισθούς υπερημερίας που οφείλονται όχι λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά λόγω αδυναμίας αποδοχής των υπηρεσιών του από τον αναιρεσείοντα εργοδότη για λογούς που αφορούν τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία δεν ισχύει η εκ του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος".

Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων έχει ανταπαίτηση κατά του αναιρεσίβλητου από 1.500 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 22.7.2002 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002, απορριπτομένης ως αβάσιμης της προταθείσας ένστασης συμψηφισμού από αυτόν". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τις προβληθείσες από τον αναιρεσείοντα εκ των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955 και 300 παρ. 1 εδαφ.

α ΑΚ ενστάσεις περί αποσβέσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για λήψη μισθών υπερημερίας λόγω παρόδου της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας προς άσκηση της σχετικής αγωγής του και περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην απώλεια των αποδοχών του, επιδίκασε στον τελευταίο αυτό μισθούς υπερημερίας από 7.044 ευρώ.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 11 και 14 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο:

α) ότι δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, περιεχόμενη στο δικόγραφο της από 8.6.2004 ένδικης αγωγής του, περί υπάρξεως ανταπαιτήσεως του αναιρεσείοντος κατ' αυτού, ποσού 1.500 ευρώ, το οποίο του είχε καταβάλει αχρεωστήτως και β) ότι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού της ως άνω ανταπαιτήσεώς του προς τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, αν και η ένστασή του αυτή αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα απ' αυτόν αποδεικτικά μέσα και προπαντός από την ως άνω δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής δεν περιέχεται σ' αυτή η εκτεθείσα ομολογία του αναιρεσίβλητου. Ο ίδιος λόγος ως προς την δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς της, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντίθετα, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του και να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή δεν ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, ακριβώς διότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο τις πλημμέλειες: α) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η επίμαχη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας συμφωνήθηκε από τα διάδικα μέρη να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) και ειδικότερα ότι στην ως άνω σύμβαση εργασίας εφαρμοστέο είναι το ιταλικό δίκαιο, διότι τόπος παροχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου ήταν η Ιταλία και το δίκαιο αυτό (Ιταλικό) αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.

Ο λόγος αυτός, που υπάγεται στη ρύθμιση του αριθμού 8 (και όχι και του αριθμού 1 όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των πρωτόδικων προτάσεών του, ο αναιρεσίβλητος είχε προβάλλει ακούντως σαφώς και ορισμένως την ύπαρξη επιλογής (συμφωνίας) των μερών για την εφαρμογή του Ελληνικού δικαίου στην υπόψη σύμβαση εργασίας.

Ο ίδιος λόγος ως προς την δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο τη συνδρομή επιλογής, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί εφαρμογής του ιταλικού δικαίου ως εκείνου που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών είναι αλυσιτελής και επομένως επουσιώδης.

Με τον έβδομο λόγο, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ. 8, 10, 11, 12 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο, αντιστοίχως, τις αιτιάσεις: α) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, γ) ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 14.6.2003 υπεύθυνη δήλωση και την από 14.6.2003 απόδειξη καταβολής του αναιρεσίβλητου, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, δ) ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των εγγράφων (δημοσίων και ιδιωτικών) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ε) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα της από 14.6.2003 υπεύθυνης δηλώσεως του αναιρεσίβλητου.

Ως προς την πρώτη αιτίαση ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα προταθέντα και μη ληφθέντα υπόψη "πράγματα". Ως προς την δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο την αποδεικτική του κρίση για τη μερική ουσιαστική βασιμότητα της υπό δίκη αγωγής διαμόρφωσε όχι αυθαιρέτως, αλλά με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα, ένορκη βεβαίωση μάρτυρα και έγγραφα).

Ως προς την τρίτη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι από την ενυπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενό της, ότι για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα που ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται", καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα το πρώτο (από 14.6.2003 υπεύθυνη δήλωση) ρητώς μνημονεύεται απ' αυτό.

Ως προς την τέταρτη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της πλήρους αοριστίας του, εγκειμένης στη μη εξειδίκευση των εγγράφων των οποίων η κατά τους ορισμούς του νόμου αποδεικτική τους δύναμη παραβιάσθηκε και στη μη αναφορά στο αναιρετήριο των λοιπών απαραιτήτων για τη θεμελίωσή του στοιχείων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή επί αποφάσεων, όπως η προσβαλλόμενη, που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Ως προς την πέμπτη αιτίαση είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, ούτε σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ανάγνωση αυτού από το δικαστήριο της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2008 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 5668/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ