1155/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 895/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3929/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2004 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1155/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη.
Full text
Απόφαση 1155 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1155/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Απέργη, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... , ο οποίος δεν παρατάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ Α.Ε.Γ.Α.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 895/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3929/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 25 Φεβρουαρίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου, που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 475 παρ.1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη ως προς το διάδικο για τον οποίο έγινε η παραίτηση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αυτή παραιτήθηκε νομότυπα, πριν από την έναρξη της συζήτησης από το δικόγραφο της από 18-4-2004 αίτησης αναίρεσης κατά της 3929/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που το εν λόγω δικόγραφο στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου ..... .
Συνεπώς, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη.
Από τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ ορίζεται ότι "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του". Τέλος στο άρθρο 298 ΑΚ διαλαμβάνεται ότι "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρου εφαρμογής του άρθρου 298 ΑΚ παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Στο νομοθετικό αυτό ορισμό η προσδοκία των κερδών δεν συναρτάται με μία και μόνο αιτία πορισμού αυτού και δη αποκλειστικώς και μόνον από μια έγκυρη σύμβαση εργασίας ή από την ύπαρξη προηγούμενης άδειας διοικητικής αρχής όπως συμβαίνει με αλλοδαπό εκτός Κοινοτικής Χώρας που εργάζεται στην Ελλάδα, αλλά ως διαφυγόντα κέρδη θεωρούνται τα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις μετά πιθανότητος προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς) αν δεν μεσολαβούσε το αδικοπρακτικό γεγονός θα προσποριζόταν έστω και εξ απαγορευμένης συμβάσεως εργασίας λόγω ελλείψεως σχετικής άδειας της διοικητικής αρχής προκειμένου για αλλοδαπό εκτός Κοινοτικής Χώρας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ.
Προς εφαρμογή του ως άνω άρθρου 929 ΑΚ αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό (απόκτηση) εισοδημάτων εκ της παρεχομένης αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού) εργασίας, είτε εγκύρου είτε ακύρου συμβάσεως και συνεπώς η ύπαρξη της από αυτήν αναφυομένης αξιώσεως αυτού (ζημιωθέντος). Πρέπει δε να τονισθεί ότι ο εν λόγω πορισμός δεν πρέπει να οφείλεται σε αιτία παράνομη ή ανήθικη, δηλαδή σε παραβίαση νόμιμης απαγόρευσης αφορώσας αυτήν την ίδια τη δραστηριότητα εκ της οποίας ο πορισμός του διαφυγόντος κέρδους.
Το τελευταίο όμως δεν συμβαίνει προκειμένου για την ανάληψη εργασίας από αλλοδαπό στο Ελληνικό έδαφος άνευ της σχετικής άδειας της αρμόδιας διοικητικής αρχής (σχετ. ΟλΑΠ 3/2004). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, ισχυριζόμενο ότι είναι βορειοηπειρώτισσα και ότι τραυματίστηκε σε τροχαιο ατύχημα, λόγω σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου στο οποίο επέβαινε με ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησε με την αγωγή της την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα και συνίστανται στην απώλεια των κερδών, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα απεκόμιζε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-1998 μέχρι 31-12-1998, ως καθαρίστρια και οικιακή βοηθό διαφόρων οικιών, αν δεν μεσολαβούσε το τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματισθείσα απώλεσε την προς εργασία ικανότητά της και εξακολουθεί να είναι ανίκανη καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και για το λόγο ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι ομογενής από τη Βόρεια 'Ηπειρο, χωρίς να διατείνεται ότι έχει ή να προσκομίζει άδεια εργασίας στην Ελλάδα, τόσο κατά το χρόνο του ατυχήματος, όσο και μετά από αυτό, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενη ότι για την αποκατάσταση της ζημίας της, δηλαδή για τα διαφυγόντα κέρδη της που συνίστανται στα εισοδήματα που θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την παροχή εργασίας σε τρίτους εργοδότες, αν δεν τραυματιζόταν, ήταν αναγκαίος κατά νόμω ο εφοδιασμός της με άδεια εργασίας. 'Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο απαίτηση περισσότερα στοιχεία εκείνων που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 314, 928 και 298 ΑΚ και έτσι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις αυτές.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ όπως αυτός εκτιμάται, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που νίκησε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη ως προς τον αναιρεσίβλητο ..... .
Αναιρεί την 3929/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ