Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's rejection of employee's claim for unpaid wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in a labor dispute. The appellant claimed she was owed 60,000 euros for unauthorized deductions from her salary, arguing the employer illegally withheld amounts under the guise of annual leave. The court rejected the appeal, finding no grounds to disturb the lower court's decision based on the presented arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's decision is legally sound and no new facts or errors justify its overturning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1154/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. σύζυγος Ι. Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Νίκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Νικολέτας Βλασσιώτου, που ορίσθηκε με την 292/2022 πράξη της προέδρου του Αρείου Πάγου (διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 του ν.3226/2004), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν η 181/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 126/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Λαμίας 23/2021 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Π. Κ. προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 126/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1.11.2019 και με αριθμ.
εκθ. κατάθ. 147/6.11.2019 έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 181/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 6.10.2017 και με αριθμό εκθ. καταθ. (1250/ΠΕΓ/184/10.10.2017) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας ούτω την ως άνω απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της από 6.10.2017 αγωγής της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ως άνω αγωγή της την οποία άσκησε κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ισχυρίστηκε ότι στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2011, προσέλαβε την εναγόμενη, δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου η τελευταία να εργαστεί με την ειδικότητα της πωλήτριας - ταμία στο παντοπωλείο - γαλακτοπωλείο (mini market), που αυτή (ενάγουσα) διατηρεί στην Α…Φ, υπό καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης.
Ότι επειδή οι εισπράξεις του καταστήματός της μειώνονταν συνεχώς μετά την πρόσληψη της εναγομένης, προέβη σε εγκατάσταση καμερών ασφαλείας σε αυτό, τοποθετώντας σε εμφανή σημεία του τελευταίου και σχετικές ενημερωτικές πινακίδες. Ότι από την εξέταση του υλικού των καμερών, διαπίστωσε ότι η εναγόμενη, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφαιρούσε χρηματικά ποσά από το ταμείο του καταστήματός της και ιδίως κέρματα του ενός ή των δύο ευρώ και χαρτονομίσματα των πέντε ευρώ, υπεξαιρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο το συνολικό ποσό των 40-60 ευρώ περίπου ανά ημέρα εργασίας και, κατά μέσο όρο, το ποσό των 50 ευρώ και, επομένως, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, η εναγόμενη της έχει υπεξαιρέσει, με τον παραπάνω τρόπο, κατά το χρονικό διάστημα από 20.11.2008, οπότε και προσελήφθη, έως 13.5.2015, οπότε και απολύθηκε, το συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ, ήτοι 1.200 ημέρες εργασίας επί 50 ευρώ/ημέρα, δεδομένου ότι τον Αύγουστο εκάστου έτους αυτή λάμβανε τη νόμιμη άδειά της.
Ότι από το υλικό της κάμερας διαπίστωσε επιπροσθέτως ότι, στις περιπτώσεις που ο εκάστοτε πελάτης του καταστήματος αγόραζε είδη συνολικής αξίας 20 ευρώ, η εναγόμενη εισέπραττε για λογαριασμό της ίδιας (ενάγουσας) μόνο το ποσό των 4-4,50 ευρώ, ενώ αν ο εκάστοτε πελάτης αγόραζε είδη συνολικής αξίας 10 ευρώ, η εναγόμενη εισέπραττε για λογαριασμό της μόνο το ποσό των 2-3 ευρώ, τελώντας έτσι το αδίκημα της απάτης σε βάρος της, ζημιώνοντάς την, κατ' αυτόν τον τρόπο, κατά το ποσό των 50-70 ευρώ περίπου ανά ημέρα εργασίας και, κατά μέσο όρο, κατά το ποσό των 60 ευρώ και, συνολικά, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, κατά το ποσό των (1.200 ημέρες εργασίας επί 60 ευρώ/ημέρα) 72.000 ευρώ.
Ότι, επικουρικά, το ανωτέρω ποσό των 60.000 ευρώ, οφείλει η εναγομένη να της καταβάλει και κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον η τελευταία κατέστη, κατά το υπεξαιρεθέν αυτό ποσό, πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, χωρίς νόμιμη αιτία. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζήτησε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 132.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 181/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και το Μονομελές Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, κρίνοντας την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας με την εξής αιτιολογία: " Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή πάσχει αοριστία, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει με σαφήνεια το ύψος της πραγματικής ζημίας της ενάγουσας από τις ενέργειες της εναγομένης και του πραγματικού πλουτισμού της εναγομένης, για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής από την αδικοπραξία.
Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν επικαλείται την ύπαρξη συγκεκριμένης πραγματικής ζημίας της ίδιας, που προήλθε από συγκεκριμένες και χρονικά εξατομικευμένες παράνομες ενέργειες της εναγομένης (τις οποίες, άλλωστε, περιγράφει κατά γενικό μόνο τρόπο), αλλά προβαίνει σε έναν υποθετικό υπολογισμό ζημίας - παράνομου πλουτισμού, επικαλούμενη γενικά και αόριστα, αφενός μεν τη μείωση των εσόδων του καταστήματός της, χωρίς όμως να κάνει αναφορά σε συγκεκριμένο έλλειμμα διαπιστωθέν από τη σύγκριση πωληθέντων εμπορευμάτων και ταμειακών εισπράξεων, δυνάμει του οποίου να προσδιορίζει και την αντίστοιχη ζημία της, αφετέρου δε, κάποιες γενικές και αόριστες διαπιστώσεις της περί περιστατικών παράτυπης συμπεριφοράς της εναγομένης, φερόμενες να απορρέουν από την εξέταση του υλικού της τοποθετηθείσας στο κατάστημα της κάμερας ασφαλείας, για την οποία όμως δεν αναφέρει ούτε πότε ούτε για ποιο χρονικό διάστημα τοποθετήθηκε και κατέγραφε τις ενέργειες αυτής, αλλά ούτε τι αποδεικνύεται από το καταγραφικό της για κάθε ημέρα καταγραφής, ούτως ώστε να προκύπτει με σαφήνεια πόσο διήρκησε η διαπιστωμένη παραβατική δράση της εναγομένης, τι ποσά υπεξαίρεσε συγκεκριμένα αυτή, με ποιο τρόπο και σε ποιες ημερομηνίες.
Λόγω δε των παραπάνω ελλείψεων, οι οποίες δεν συμπληρώθηκαν ούτε με τις προτάσεις της ενάγουσας, δημιουργείται ασάφεια και αοριστία ως προς την περιγραφή της πραγματικής ζημίας της ενάγουσας και του πραγματικού πλουτισμού της εναγομένης αντίστοιχα, τα οποία και μόνο αποκαθίστανται στο πλαίσιο της αποζημίωσης από αδικοπραξία και στο πλαίσιο των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αντίστοιχα.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, όμως, η αγωγή καθίσταται αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ως προς αμφότερες τις βάσεις της, αφού δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά της εναγομένης, έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στην τελευταία να αμυνθεί και στο Δικαστήριο να διατάξει τις νόμιμες αποδείξεις.
Οι ελλείψεις αυτές του δικογράφου, καθιστούν μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής και η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα λόγω αοριστίας. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου της εφέσεως ως ουσιαστικά αβασίμου".
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια (ΑΠ 359/2020, 767/2017, 1432/2014).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 938 του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ.
α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την πενταετή παραγραφή της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία (άρθ. 937 του ΑΚ), υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρ. 904 επ.
του ΑΚ, για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος. Τέτοια ωφέλεια υπάρχει, επομένως, και όταν ο αδικοπραγήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία και όχι μόνο όταν στον αδικοπραγήσαντα περιήλθε ορισμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, προς απόδοση τούτο (ΟλΑΠ 427/1964).
Και τούτο διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ είναι ν` αποδώσει ο αδικοπραγήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που ο τελευταίος υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που ο ίδιος απέκτησε από αυτήν, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος (ΑΠ 767/2017, ΑΠ 971/2015, ΑΠ 1508/2008).
Όμως για να τύχουν εν προκειμένω εφαρμογής οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η αξίωση από αυτή (άρθρ. 937 Α.Κ.) και ακόμη να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1439/2014, ΑΠ 1430/2012, ΑΠ 547/2008).
Έτσι δεν γεννάται τέτοια αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού από παραγεγραμμένη απαίτηση από σύμβαση ή γενικότερα δικαιοπραξία, διότι η παραγραφή αυτής αποτελεί νόμιμο λόγο πλουτισμού (ΑΠ 1346/2002, ΑΠ 93/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006).
Έτσι, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, 883/2011, 119/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010, 443/2011).
Για να ιδρύεται, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. (ΑΠ 1363/2008).Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος ή μη νόμιμος, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 3/1997, ΑΠ 941/2020).
Από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πράγματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσεως, γι' αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 134/2008, 1436/2002).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα από αυτήν για τη θεμελίωση και περιγραφή της υποθέσεως γεγονότα, τα οποία με επάρκεια εξέθετε, κηρύσσοντας ακυρότητα του δικογράφου λόγω αοριστίας.
Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει η λήψη υπόψη των κατά την αιτίαση αναφερομένων πραγμάτων και η μη αξίωση περισσοτέρων στοιχείων των απαιτουμένων για τη θεμελίωση της αγωγής σε βάρος της αναιρεσιβλήτου και, συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η κατά την αναίρεση μη λήψη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση των αναφερομένων σε αυτή θεμελιωτικών της αγωγής και πράγματι κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ συνιστώντων πραγματικών περιστατικών.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή δεν είχε τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την ιστορική της θεμελίωση σε βάρος της αναιρεσίβλητης και ορθά το Εφετείο κήρυξε ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής λόγω αοριστίας.
Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της Προέδρου του Τμήματος, Μαριάνθης Παγουτέλη, Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει για τους εξής λόγους:
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Περαιτέρω, στο άρθρο 914 ΑΚ ορίζεται ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, είναι η ζημία του ενάγοντος, η ζημιογόνος συμπεριφορά του δράστη, δηλαδή πράξη ή παράλειψη αυτού παράνομη και υπαίτια και ο αιτιώδης σύνδεσμος της με τη ζημία (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 996/2004, ΑΠ 926/2004).
Εξ άλλου, αδικοπραξία κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων, που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (ΑΠ 901/2000). Από τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει επίσης ότι η έκθεση των περιστατικών που εξειδικεύουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας και καθιστούν ορισμένη την, εξ αυτής, αγωγή, πρέπει να ανταποκρίνεται στο αίτημα του συγκεκριμένου προσδιορισμού της ασκούμενης αξιώσεως και η παράλειψη στοιχείων που δεν είναι ουσιώδη για τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 1190/2003).
Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής,, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1406/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή εξέθετε, πλην άλλων, επί λέξει τα εξής: "...Εκ της εξετάσεως του υλικού των καμερών ασφαλείας τούτων... διεπιστώθη κατά τον πλέον σαφή, αναμφίβολον και αναμφισβήτητον τρόπον ότι η εναγόμενη παρά μάλιστα την τοποθέτησιν των καμερών τούτων ασφαλείας τας οποίας είδεν να τοποθετούνται διέπραττεν καθημερινώς κατ' εξακολούθησιν και κατ' επάγγελμα υπεξαιρέσεις χρημάτων εκ του ταμείου του καταστήματος μου ήτοι χρημάτων τα οποία ανήκων αποκλειστικώς και μόνον εις εμέ και κυριολεκτικώς με κατέκλεβεν αφαιρούσα διάφορα χρηματικά ποσά εκ του ταμείου του καταστήματος μου και ιδίως κέρματα του ενός ή των δύο ΕΥΡΩ καθώς και χαρτονομίσματα των πέντε ΕΥΡΩ χρησιμοποιούσης της εναγομένης ιδιαίτερα τεχνάσματα και τεχνικήν προκειμένου να διαπράττη τας υπεξαιρέσεις ταύτας, τας οποίας μάλιστα η εναγομένη - αντίδικος συνέχιζεν να διαπράττη ενώ εγνώριζεν σαφέστατα ότι είχον ήδη τοποθετηθή κάμεραι ασφαλείας εις το κατάστημα μου προκειμένου να με προστατεύσουν από τας κλοπάς, ανερχομένων των υπεξαιρεθέντων υπό της εναγομένης διά του τρόπου αυτού ποσών εις 40-60 ΕΥΡΩ περίπου ημερησίως και κατά μέσον όρον 50 ΕΥΡΩ ημερησίως.
Ζ. Ούτω λοιπόν η εναγομένη - αντίδικος υπεξήρεσεν με ιδιαίτερα τεχνάσματα τεχνικήν και τρόπους από εμέ το ποσόν των 60.000 ΕΥΡΩ (ήτοι 60 μήνας που περίπου ηργάσθη αύτη διά λογαριασμόν εμού από της ανωτέρω αναφερομένης προσλήψεως της, προκειμένου να εργασθή διά λογαριασμόν εμού ήτοι από τας αρχάς Ιανουαρίου 2011 έως την 13 Μαΐου 2016 που συμφώνως προς τα ανωτέρω υπ' εμού αναφερόμενα απελύθη υπ' εμού εκ της εργασίας της διά λογαριασμόν εμού προφορικώς και άνευ καταβολής της αποζημιώσεως της λόγω απολύσεως, διότι διέπραττεν εις βάρος εμού τας ανωτέρω ...,αναφερομένας παρανόμους, δολίους, υπαίτιας και ποινικώς κολασίμους πράξεις, καθ' όσον τον Αύγουστον εκάστου έτους απουσίαζεν εκ της εργασίας της λαμβάνουσα την ετησίαν άδειαν αναψυχής της Χ 20 ημέρας που αύτη ηργάζετο έκαστον μήνα = 1200 ημέραι Χ 50 ΕΥΡΩ ημερησίως που μου υπεξαιρούσε αύτη επί καθημερινής βάσεως όταν ηργάζετο διά λογαριασμόν μου = 60.000 ΕΥΡΩ......" Το ποσό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε πλην άλλων να της καταβάλει η εναγόμενη, λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος της.
Με αυτό το περιεχόμενο και επί μέρους αίτημα η αγωγή αυτή ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιλαμβάνει ως προς το αίτημα αυτό, όλα τα περιστατικά που εξειδικεύουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας και καθιστούν ορισμένη την, εξ αυτής, αγωγή, ήτοι τη ζημία της ενάγουσας, τη ζημιογόνο συμπεριφορά της εναγομένης, δηλαδή την παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων, που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή της και τον am σύνδεσμο της με τη ζημία της ενάγουσας, δεν είναι δε απαραίτητη 1 έκθεση επουσιωδών στοιχείων όπως η ακριβής αναφορά του μηνιαίως υπεξαιρεθέντος ποσού, αρκεί αυτό να προσδιορίζεται έστω και κατά μέσο όρο και να συγκεκριμενοποιείται στο συνολικό απωλεσθέν ποσό, όπως εν προκειμένω των 60.000 ευρώ, που η ενάγουσα επαρκώς και ορισμένως κατά τους δικούς της υπολογισμούς, αναφέρει ως ζημία της.
Επομένως πρέπει κατά παραδοχή του βάσιμου περί αυτού σχετικού λόγου της ένδικης αίτησης, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί ως προς το αίτημα αυτό η προσβαλλόμενη, με αριθ. 126/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, ως προς το αναιρεθέν τμήμα της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, κατά την πλειοψηφούσα άποψη μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2021 αίτηση της Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 126/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ