Supreme Court allows appeal against default judgment due to failure to specify family income amount in debt restructuring case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by two debtors against a default judgment rendered in their debt restructuring proceedings. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to specify the exact family income amount used to determine eligibility, despite acknowledging the debtors' claim that their monthly salary was only €2,200. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial by a different judge, while the appeal costs were returned to the debtors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment in debt restructuring proceedings is admissible if the lower court fails to specify the crucial factual basis, such as the exact family income amount, rendering its reasoning incomplete and legally insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1154/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Σ. του Μ. και 2) Ε. Τ. του Μ., κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Βροχίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. (...) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 20-12-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 16-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 32/24-7-2020) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 417/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης και της τρίτης των τότε εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απoφάσεως, δηλαδή απoφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απoφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απoφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην: α) της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...." και β) της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "... (...)" και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η σελίδα αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 15-05-2019 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.
και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 3209Β'/04-11-2020 και 3234Β'/06-11-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Γ. Μ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 32/24-7-2020) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-01-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη και στην τρίτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (14-01-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς στις 30-9-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου ( ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου ( ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (24.7.2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 518/2020, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ. μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ή από τον αριθμό 6 του άρθρου 560, αντίστοιχα, του ίδιου Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 417/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Ο πρώτος αιτών και ήδη εκκαλών γεννήθηκε το έτος 1968, τυγχάνει ύπανδρος με τη δεύτερη αιτούσα ήδη εκκαλούσα, που γεννήθηκε το έτος 1973, και έχουν τέσσερα τέκνα, την Ε. - Ε., που γεννήθηκε την ..., η οποία φοιτά στο Τμήμα ..., τον Μ., που γεννήθηκε την ..., ο οποίος φοιτά στο ..., τον Ι., που γεννήθηκε την ..., και την Ο., που γεννήθηκε την ..., τα οποία θεωρούνται προστατευόμενα μέλη και τους βαρύνουν οικονομικά.
Οι εκκαλούντες διαμένουν σε μονοκατοικία (μεζονέτα), αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 68,86 τετραγωνικών μέτρων, ισόγειο εμβαδού 59,45 τετραγωνικών μέτρων, πρώτο όροφο εμβαδού 62,92 τετραγωνικών μέτρων και δώμα, της οποίας είναι συγκύριοι έκαστος κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου και η οποία βρίσκεται στην πόλη του Κιλκίς και αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη.
Ο πρώτος των εκκαλούντων εργάζεται ως εκπαιδευτικός (φιλόλογος) σε σχολείο αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Κιλκίς, με καθαρές μηνιαίες αποδεκτές ποσού 1.400,63 ευρώ. Η δεύτερη των εκκαλούντων ουδέποτε εργάστηκε, εξακολουθεί να είναι άνεργη, έχει εγγραφεί στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ από την ...
με αριθμό μητρώου ..., ενώ δεν έχει καταστεί η υπ' αυτής εξεύρεση εργασίας λόγω και της γενικότερης οικονομικής κρίσης, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει. Οι εκκαλούντες λαμβάνουν ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων και ειδικό επίδομα πολυτέκνων ποσού 273,33 ευρώ κατά μήνα. Δεν αποδείχθηκε άλλη πηγή εισοδήματος των εκκαλούντων.
Επομένως, το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των εκκαλούντων ανέρχεται στο ποσό των 1.673,96 (1.400,63 + 273,33) ευρώ, οι δε οικογενειακές δαπάνες τους περιορίζονται σε αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των τέκνων τους, τις οποίες ως οφειλέτες που ζητούν να υπαχθούν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 πρέπει από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο και μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης.
Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, καθόσον οι πιστώτριες δεν προέβαλαν ισχυρισμό περί ανάληψης αυτών εντός του τελευταίου έτους, οι εκκαλούντες έλαβαν από τις πιστώτριες τους τα παρακάτω δάνεια, τα οποία, είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 ληξιπρόθεσμα και τα τελευταία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης [...], ενώ τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα συνεχίζουν να εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015) και οφείλουν:
Ο πρώτος αυτών: 1) στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχο, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση και υπεισελθούσας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", (α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως συνοφειλέτης και η δεύτερη των εκκαλούντων ως συνοφειλέτρια, με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23-11-2015, το ποσό των 125.170,89 ευρώ.
Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων, που ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και (β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως συνοφειλέτης και η δεύτερη των εκκαλούντων ως συνοφειλέτρια, με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 23-11-2015, το ποσό των 79.343,27 ευρώ.
Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων, που ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, 2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...." (α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ...
σύμβασης πιστωτικής κάρτας, με τους τόκους μέχρι την 11-7-2014, το ποσό των 1.829,81 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για την τρέχουσα αξία της ως άνω απαιτήσεως κατά τον χρόνο επίδοσης της αίτησης (9-10-2014), αφού μέχρι τότε συνεχίζει να εκτοκίζεται (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015), το δε αναφερόμενο ποσό στην από 24-11.-2015 αναλυτική βεβαίωση οφειλών, που χορήγησε η πιστώτρια στον πρώτο των εκκαλούντων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι υπολογίστηκε μέχρι την 24-11-2015 και (β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ...
σύμβασης πιστωτικής κάρτας, με τους τόκους μέχρι την 11.07.2014, το ποσό των 710,21 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για την τρέχουσα αξία της ως άνω απαιτήσεως κατά τον χρόνο επίδοσης της αίτησης (9-10-2014), αφού μέχρι τότε συνεχίζει να εκτοκίζεται (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015), το δε αναφερόμενο ποσό στην από 24-11-2015 αναλυτική βεβαίωση οφειλών, που χορήγησε η πιστώτρια στον πρώτο των εκκαλούντων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι υπολογίστηκε μέχρι την 24-11-2015 και 3) στην ανώνυμη εταιρεία παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "... (...)" δυνάμει της υπ' αριθμόν ...
σύμβασης πιστωτικής κάρτας, με τους τόκους μέχρι την 25-7-2014, το ποσό των 3.401,48 ευρώ, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για την τρέχουσα αξία της ως άνω απαιτήσεως κατά τον χρόνο επίδοσης της αίτησης (8-10-2014), αφού μέχρι τότε συνεχίζει να εκτοκίζεται (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015), το δε αναφερόμενο ποσό στην από 31-12-2015 αναλυτική βεβαίωση οφειλών, που χορήγησε η πιστώτρια στον πρώτο των εκκαλούντων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι υπολογίστηκε μέχρι τις 31-12-2015.
Σημειώνεται ότι οι τόκοι πέραν της ημερομηνίας της 23-11-2015 και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της απόφασης, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζουν να εκτοκίζονται οι απαιτήσεις της πρώτης των καθ' ων η αίτηση - εφεσίβλητης, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015) και, ειδικότερα, με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων, δεν προκύπτουν, αφού ούτε οι εκκαλούντες ούτε η πιστώτρια προβαίνουν στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του.
Επομένως, ο πρώτος των εκκαλούντων οφείλει συνολικά προς τις ως άνω πιστώτριές του το συνολικό ποσό των 210.455,66 (125.170,89 + 79.343,27 + 1.829,81 + 710,21 + 3.401,48) ευρώ. Η δεύτερη των εκκαλούντων οφείλει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχο, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση και υπεισελθούσας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (α) δυνάμει της υπ' αριθμόν ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως συνοφειλέτρια και ο πρώτος των εκκαλούντων ως συνοφειλέτης, με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 22-1-2016, το ποσό των 125.902,16 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων, που ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και (β) δυνάμει της υπ' αριθμόν ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως συνοφειλέτρια και ο πρώτος των εκκαλούντων ως συνοφειλέτης, με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 22-1-2016, το ποσό των 79.804,97 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων, που ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.
Σημειώνεται ότι οι τόκοι πέραν της ημερομηνίας της 22-1-2016 και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της απόφασης, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζουν να εκτοκίζονται οι απαιτήσεις της πρώτης των καθ' ων η αίτηση - πρώτης εφεσίβλητης, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015) και, ειδικότερα, με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων, δεν προκύπτουν, αφού ούτε οι εκκαλούντες ούτε η πιστώτρια προβαίνουν στον υπολογισμό τους κατά μήνα τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασής του.
Επομένως, η δεύτερη των εκκαλούντων οφείλει συνολικά προς την ως άνω πιστώτριά της το συνολικό ποσό των 205.707,13 (125.902,16 +79.804,97) ευρώ. Επίσης, δυνάμει της υπ' αριθμόν 18/30-1-2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Κιλκίς, οι εκκαλούντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην πιστώτρια με την επωνυμία "..." μηνιαίως και εντός πενθημέρου εκάστου μηνός το ποσό των 110,00 ευρώ έκαστος αυτών για τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις της, αρχόμενων των καταβολών από 24-2-2015 μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ορίσθηκε οι παραπάνω καταβολές να καταλογιστούν στις καταβολές για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας των εκκαλούντων (άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010), για την οποία αιτούνται εξαίρεση από την εκποίηση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες δεν πληρούν την προβλεπόμενη στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεση περί μη δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των δανειακών τους υποχρεώσεων. Ειδικότερα, ο πρώτος εκκαλών έλαβε συνολικά πέντε (5) δάνεια (2 στεγαστικά και 3 πιστωτικές κάρτες), συνολικού ποσού 210.455,66 ευρώ κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και η δεύτερη εκκαλούσα έλαβε συνολικά δύο (2) στεγαστικά δάνεια, συνολικού ποσού 205.707,13 ευρώ κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, εκ των οποίων σε δύο στεγαστικά δάνεια συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες, όπως ανωτέρω εκτέθηκε.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το ετήσιο εισόδημα των εκκαλούντων ανερχόταν (α) κατά το έτος 2011 στο ποσό των 22.536,63 ευρώ και το μηναίο εισόδημά τους στο ποσό των 1.878,05 ευρώ, (β) κατά το έτος 2012 στο ποσό των 21.685,52 ευρώ και το μηναίο εισόδημα τους στο ποσό των 1.807,12 ευρώ, (γ) κατά το έτος 2013 στο ποσό των 21.358,21 ευρώ και το μηναίο εισόδημα τους στο ποσό των 1.779,85 ευρώ, (δ) κατά το έτος 2014 στο ποσό των 21.981,58 ευρώ και το μηναίο εισόδημα τους στο ποσό των 1.831,79 ευρώ, (ε) το έτος 2015 στο ποσό των 21.804,58 ευρώ και το μηναίο εισόδημα τους στο ποσό των 1.817,04 ευρώ και (στ) το έτος 2016 στο ποσό των 22.405,40 ευρώ και το μηναίο εισόδημα τους στο ποσό των 1.867,11 ευρώ, ενώ, ως προεκτέθηκε, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα τους ανέρχεται ήδη στο ποσό των 1.673,96 ευρώ.
Από τις παρατιθέμενες στις βεβαιώσεις των πιστωτριών τελευταίες ενήμερες δόσεις των δανείων των εκκαλούντων προκύπτει ότι η συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανείων ανερχόταν περίπου στο ποσό των 1.054,10 (57,03 + 36,50 + 3,66 + 1,42 + 6,80 Χ 10) ευρώ. Τα εν θέματι δάνεια ελήφθησαν κατά το έτος 2005, όπως κατέθεσε ο πρώτος των εκκαλούντων εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την αγορά της κύριας κατοικία τους και για την κάλυψη διαφόρων αναγκών.
Οι εκκαλούντες προέβησαν στην αγορά διώροφης κατοικίας (μεζονέτας), με υπόγειο και δώμα, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, συνάπτοντας προς τούτο δανειακές συμβάσεις και εν συνεχεία, μολονότι είχαν ήδη λάβει δύο στεγαστικά δάνεια, ο πρώτος αυτών συνήψε συμβάσεις πιστωτικών καρτών. Επομένως, από την αρχή της λήψης των παραπάνω δανείων, καθόσον οι εκκαλούντες δεν απέδειξαν το αντίθετο, τα δηλωθέντα εισοδήματά τους δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους.
Από τα παραπάνω στοιχεία, που αφορούν στην εισοδηματική κατάσταση των εκκαλούντων, δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί περιήλθαν για κάποιο λόγο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους από το έτος 2014 και εφεξής, αφού δεν αποδείχθηκε κάποιο έκτακτο γεγονός, ικανό να τους οδηγήσει χωρίς υπαιτιότητά τους σε αδυναμία να ανταπεξέλθουν στα χρέη τους, η δε επικαλούμενη ανεργία της δεύτερης εκκαλούσας ήταν χρόνια.
Επιπλέον, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο πρώτος αυτών κατά τον χρόνο λήψης των δανείων ήταν Διευθυντής Λυκείου, λάμβανε μισθό 2.200,00 ευρώ κατά μήνα και μπορούσε να εξυπηρετεί το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων τους, ισχυρισμός ο οποίος δεν υποστηρίχθηκε αποδεικτικά. Ήδη οι εκκαλούντες αδυνατούν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των οφειλών τους, διότι το μηνιαίο εισόδημα τους δεν επαρκεί για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των βιοτικών αναγκών αυτών και της οικογενείας τους, έχουν δε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους, ωστόσο το γεγονός αυτό οφείλεται σε δικό τους δόλο, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν.
Δημιούργησαν τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, με τον αλόγιστο δανεισμό τους, με τη λήψη δύο στεγαστικών δανείων και τριών πιστωτικών καρτών, τις οποίες χρέωσαν κατά προορισμό του εν λόγω τραπεζικού προϊόντος με διάφορα ποσά που αφορούσαν στην αγορά καταναλωτικών αγαθών, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα επίπεδο ζωής ανώτερο από αυτό που τους επέτρεπαν οι πραγματικές οικονομικές τους δυνατότητες, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν ή τουλάχιστον προχωρούσαν στη λήψη των δανείων, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες, δεδομένου ότι μοναδική πηγή του οικογενειακού εισοδήματός τους αποτελούσε η εργασία του πρώτου εκκαλούντος ως δημοσίου υπαλλήλου και, επομένως γνώριζαν ότι οι αναληφθείσες εκ μέρους τους υποχρεώσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με την οικονομική τους δυνατότητα, δεδομένου ότι η δεύτερη αυτών αφενός δεν εργαζόταν αφετέρου οι προσπάθειές της για ανεύρεση εργασίας ουδέποτε απέδωσαν.
Επιπλέον, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι οι εκκαλούντες γνώριζαν ήδη από τον χρόνο κατάρτισης των ένδικων δανειακών συμβάσεων με τη χρήση πιστωτικών καρτών ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, το οποίο αν το αξιοποιούσαν, θα καλούνταν να το εξοφλήσουν.
Συνεπώς, οι εκκαλούντες είχαν περιέλθει με δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους, πριν καν ανακύψει η σχετική τους ευθύνη για αυτά, καθώς σε περίπτωση που καλούνταν να καταβάλουν τα ποσά που είχαν δανειστεί, δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν. Επομένως, η υπερχρέωση των εκκαλούντων δεν οφείλεται μόνο στην επιβάρυνση των ως άνω οφειλών τους με τόκους ή τυχόν έξοδα, αλλά πρωτίστως στην οφειλή κεφαλαίου.
Το εύρος του δανεισμού τους εκτάθηκε πολύ πέραν των οικονομικών δυνάμεων τους, και δη σε τέτοιο σημείο που δεν θα μπορούσαν ποτέ να εξυπηρετήσουν αυτοδυνάμως τα αναληφθέντα χρέη. Οι εκκαλούντες δανείστηκαν υπέρμετρα, γνωρίζοντας, όμως, ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής τους θέσης ή της προσωπικής τους κατάστασης έτσι ώστε να ανταποκριθούν στα χρέη τους.
Άλλωστε, δεν ισχυρίστηκαν ότι τελούσαν σε βάσιμη αναμονή ή ελπίδα μεταγενέστερης βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης, αφού κατά τον χρόνο λήψης των δανείων ήταν ο πρώτος εκπαιδευτικός και η δεύτερη αυτών άνεργη και παραμένει άνεργη, χωρίς προοπτική εξεύρεσης εργασίας και δεν διέθεταν άλλους αξιόλογους και σταθερούς οικονομικούς πόρους, ώστε να πιστεύουν βάσιμα ότι θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, ενώ δεν απέδειξαν ότι κατά τον χρόνο λήψης των δανείων (το έτος 2005) είχαν την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής των μηνιαίων δόσεων.
Οι εκκαλούντες γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση μπορούσαν με βεβαιότητα να προβλέψουν την αδυναμία αποπληρωμής του ποσού, στο οποίο ανέρχονται τα χρέη τους, και αποδέχθηκαν την αδυναμία αυτή. Υπερέβησαν καταφανώς το συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων τους, ενώ η δυσμενής θέση στην οποία έχουν περιέλθει δεν δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς τους, σε συνδυασμό και με τις κρατούσες δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, αλλά αντίθετα σε συνειδητές επιλογές τους, καθόσον ήταν σημαντική η απόκλιση μεταξύ της οικονομικής δυναμικής και των δανειακών υποχρεώσεων τους, για την κάλυψη των οποίων δεν διέθεταν εισοδήματα.
Σαφώς τα ανωτέρω δάνεια τους παρείχαν ένα ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που τους επέτρεπε το εισόδημά τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, ο οποίος, όταν γνωρίζει ότι έχει περιορισμένα εισοδήματα θα προβεί και σε περιορισμένο δανεισμό. Αντίθετα, η επίγνωση εκ μέρους των εκκαλούντων ότι είχαν περιορισμένα εισοδήματα και παρόλα αυτά προέβαιναν σε υψηλό δανεισμό συνιστά δόλο, υπό τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν, αψηφώντας τις συνέπειες, η αδυναμία δε αυτή να ανταπεξέλθουν στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών, που ανέλαβαν, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη μεταγενέστερη μείωση του μηνιαίου εισοδήματος του πρώτου εκκαλούντος [...].
Η συμπεριφορά των εκκαλούντων δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια μορφή αμέλειας, καθόσον δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτοί δεν κατέβαλαν την προσήκουσα προσοχή και προέβλεψαν μεν ότι από τη συμπεριφορά τους μπορεί να προέλθει ως αποτέλεσμα η υπερχρέωση τους, αλλά το απέκρουσαν και ενήργησαν, διότι ήλπιζαν ή πίστευαν ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επέλθει ή ότι δεν προέβλεψαν καθόλου το επερχόμενο αποτέλεσμα, το οποίο τελικά επήλθε.
Τούτο διότι οι εκκαλούντες έχουν τον έλεγχο των οικονομικών τους και τη δυνατότητα εκτίμησης της οικονομικής τους κατάστασης και δυναμικής σε κάθε στιγμή, ενώ δεν εξηγούν γιατί δεν προέβλεψαν το επελθόν αποτέλεσμα, αφού ήταν προφανής η δυσαναλογία των μεγεθών χρέους - εισοδήματος τους και δεν αποδείχθηκε ότι μπορούσαν βάσιμα να προσδοκούν ότι θα γίνει κάποια ευνοϊκή ρύθμιση με τις τράπεζες, κάποια μείωση των δόσεων ή των επιτοκίων ή κάποια αλλαγή στις συνθήκες ζωής και τα εισοδήματά τους, τα οποία θα απέτρεπαν την επελθούσα κατάσταση, καθόσον δεν αποδείχθηκαν συνθήκες, όπως οι τάσεις της αγοράς και του δανεισμού, σχετική διαπραγμάτευση ή συμφωνία με πιστώτριες τράπεζες, λόγω των οποίων ήλπιζαν ή πίστευαν ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επέλθει.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών τους, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού τους εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκούν δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων τους θα δύνανται να αποπληρώνουν προσηκόντως τις δανειακές τους υποχρεώσεις.
Κατ' ακολουθίαν, οι εκκαλούντες δημιούργησαν τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό τους, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν και σε κάθε περίπτωση προχωρούσαν στην λήψη των δανείων, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα των εκκαλούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το. αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή, γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που εκλαμβάνεται και ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Ειδικότερα, οι εκκαλούντες έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και, αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες και, ακολούθως, συστηματικά δεν κατέβαλαν τις οφειλές τους στις πιστώτριες τους, διόγκωσαν τα χρέη τους και κατ' αποτέλεσμα στο παρόν χρονικό σημείο επικαλούνται αδυναμία πληρωμών.
Επιπλέον, η επίκληση εκ μέρους των εκκαλούντων ότι η μόνιμη αδυναμία τους οφείλεται στη μείωση του μισθού του πρώτου αυτών δεν συνηγορεί στον υπέρμετρο δανεισμό τους, καθόσον μείωση των εισοδημάτων υπέστη η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και των συνταξιούχων, αλλά και αδικεί όσους βρίσκονται σε παρόμοια θέση με τους ίδιους και με δυσκολία ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, περιορίζοντας το επίπεδο διαβίωσής τους.
Συνεπώς, ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι πιστώτριες ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να τους δανειοδοτούν, οι εκκαλούντες είχαν τον τελευταίο λόγο, διότι η τελική απόφαση για την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης, είτε δοθούν επαρκείς εξηγήσεις από τον πιστωτικό φορέα είτε όχι, βαρύνει αποκλειστικά τον πιστολήπτη.
Επομένως, δεν πρέπει να θεωρείται ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση του να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια για την επιλογή της κατάλληλης πίστωσης κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Επίσης, ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή.
Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν, όμως, παράλειψή της να το πράξει δεν αίρει τον δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία [...].
Οι εκκαλούντες δε με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες δεν έκαναν συνετή χρήση των παραπάνω τραπεζικών προϊόντων με την έγκαιρη από μέρους τους εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων των δανείων αυτών, ώστε να μην επιβαρύνονται με τόκους και έξοδα, ενώ προέβαιναν σε περαιτέρω δανεισμό με νέα τραπεζικά προϊόντα, με συνέπεια τη σταδιακή διόγκωσή τους και κατ' επέκταση τη διόγκωση του παθητικού της περιουσίας τους, τη χειροτέρευση σε ανεξέλεγκτο βαθμό της οικονομικής τους θέσης και τη δόλια περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμής.
Η εκκαλούμενη απόφαση που δέχτηκε τα ίδια, όπως η αιτιολογία της κατά τα ανωτέρω συμπληρώνεται, ορθά εφήρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης να απορριφθεί η έφεση στο σύνολο της ως ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αιτούντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 234/2018 πρωτόδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 26-9-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δεχόμενο, το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως και το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμών, η οποία είχε προταθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της δολίας περιελεύσεως των αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμών, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε (σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ.), την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι οικονομικές δυνατότητες των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών τους (ή οι ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες), πράγμα που συνιστά αναγκαίο στοιχείο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, για τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως της πιστώτριας Τράπεζας ότι οι αναιρεσείοντες - οφειλέτες περιήλθαν από ενδεχόμενο δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους [το οποίο η ενιστάμενη τράπεζα οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει], αλλά και που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, το οποίο πρέπει να διαλάβει η απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της, προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να αχθεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ενδεχόμενος δόλος.
Ειδικότερα το, ως Εφετείο δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τις οικονομικές δυνατότητες των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών τους (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες) και δη δεν διαλαμβάνει και ούτε έστω κατά προσέγγιση προσδιορίζει, το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο λήψης των δανείων και δημιουργίας των οφειλών, ήτοι κατά το έτος 2005 (που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δημιουργήθηκαν οι επίμαχες οφειλές τους), ή το ευλόγως αναμενόμενο οικογενειακό τους εισόδημα, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο έλεγχος προκειμένου να διακριβωθεί αν με βάση τις υφιστάμενες κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (2005) ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, ο δανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι: "από την αρχή της λήψης των παραπάνω δανείων,..... τα δηλωθέντα εισοδήματά τους δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους", δεν διευκρινίζει και δεν προσδιορίζει καθόλου το ύψος "των δηλωθέντων" οικογενειακών εισοδημάτων τους και των εν γένει οικονομικών δυνατοτήτων τους κατά το έτος 2005, ήτοι κατά χρόνο δημιουργίας των οφειλών τους και αναλήψεως των δανειακών τους υποχρεώσεων (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), με επακόλουθο να μην μπορεί να ελεχθεί αν αυτοί (σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους), είχαν ή δεν είχαν τη δυνατότητα να προβλέψουν ως ενδεχόμενο ότι ο δανεισμός τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ο μηνιαίος μισθός του πρώτου από αυτούς ανερχόταν στο ποσό των 2.200 ευρώ, κατά το χρόνο λήψης των δανείων, δεν αναιρεί τα ανωτέρω και δεν αρκεί για να καλύψει την προεκτιθέμενη ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, καθόσον, ναι μεν δεν γίνεται δεκτό ότι ο μηνιαίος μισθός του πρώτου αναιρεσείοντος ανερχόταν σε 2.200 ευρώ, πλην όμως δεν προσδιορίζεται τελικά στην πληττόμενη απόφαση καθόλου το ως άνω ουσιώδες στοιχείο και δη σε ποιο ποσό ανέρχονταν τελικά τα οικογενειακά εισοδήματα των αναιρεσειόντων κατά τον ανωτέρω χρόνο δημιουργίας των οφειλών τους και δη κατά το έτος 2005.
Επομένως, ο κατ` ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω πρώτου λόγου αυτής, κατά το μέρος που έγινε δεκτός, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρo 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχoυν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 417/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο. .
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και -Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών 1ου και 3ου μελών της σύνθεσης αποχωρησάντων και του 2ου μέλους της σύνθεσης τελούντος σε άδεια, η αρχαιότερη Αρεοπαγίτης και Εισηγήτρια Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου τελούντος σε άδεια