Legislator Case Law & Legislation
1154/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review grounds, finding lower court considered all submitted documents.

Case Number 1154/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a distribution agreement dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence, including witness affidavits and electronic messages. The court rejected this claim, ruling that the lower court's explicit statement of considering all legally submitted documents and the absence of contradictions proved the evidence was duly reviewed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11g), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it considered all submitted documents and no ambiguity exists regarding this fact.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence review documentary evidence lower court reasoning Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1154 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1154/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 7/12/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "BEIERSDORF HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΙΑΤΡΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ, ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Κωνσταντινίδη και Εμμανουήλ Ζωγραφάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1618/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6315/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/2/2019 αίτησή της και τους από 1/11/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 2-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 1-11-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 6315/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Eφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1618/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 6-6-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία στη συνέχεια ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Στη σύμβαση αυτή, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ για τους εμπορικούς αντιπροσώπους π.δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 219/1991 ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 28/2020, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 823/2015). Περαιτέρω, κατά τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 5 του ίδιου π.δ.

ορίζεται ότι "1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. 2. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη". Eπίσης, με το άρθρο 8 του π.δ. αυτού ορίζεται η προθεσμία για την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, ενώ με την παράγραφο 8 της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του ίδιου π.δ. " Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος, δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί εύλογα απ' αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητάς του".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που εφαρμόζονται κατά τα ως άνω και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, συνάγεται ότι προϋπόθεση για να αποκτήσει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και αντίστοιχα ο αποκλειστικός διανομέας, ο οποίος προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, αξίωση για αποζημίωση πελατείας και για ανόρθωσης της περαιτέρω ζημίας του, είναι να έχει λυθεί η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας για λόγο που ανάγεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου, εξ αιτίας του οποίου καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος (αποκλειστικό διανομέα-καταγγέλλοντα) η συνέχιση της δραστηριότητάς του και συγκεκριμένα η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους απ' αυτήν όρους (ΑΠ 523/2017).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. ΑΕΒΕ", με έδρα τον Πειραιά, συστήθηκε με την …/….12.1992 πράξη της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαγδαληνής Σεφεριάδου.... Από τη σύστασή της δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής τροφίμων και στον τομέα της αντιπροσώπευσης και της διανομής στην ελληνική αγορά τυποποιημένων τροφίμων και καλλυντικών, συνεργαζόμενη με ημεδαπές και αλλοδαπές επιχειρήσεις που επιδιώκουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό.

Η πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "BEIRSDORF HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Παραγωγής και Διαθέσεως Καλλυντικών, Φαρμακευτικών, Ιατροτεχνολογικών, Υγειονομικών και Συγκολλητικών Προϊόντων και Συναφών Ειδών", με έδρα το Γέρακα Αττικής, αποτελεί θυγατρική εταιρεία του γερμανικού ομίλου εταιρειών "BEIERSDORF AG" και δραστηριοποιείται στον τομέα της παρασκευής και εμπορίας, μεταξύ άλλων, καλλυντικών, προϊόντων περιποίησης σώματος και παραφαρμακευτικών προϊόντων, με τις εμπορικές ονομασίες NIVEA, DUO, HANSAPLAST, τα οποία διαθέτει στην ελληνική αγορά είτε απευθείας, είτε μέσω των συνεργαζόμενων με αυτήν (φυσικών και νομικών) προσώπων.

Δυνάμει σύμβασης που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων στις 16.4.1998 και επιγράφονταν σύμβαση εμπορικής συνεργασίας 1998 εταιρειών διανομής, η ενάγουσα ανέλαβε για το έτος 1998 την υποχρέωση να διακινεί και διανέμει τα ανωτέρω προϊόντα της πρώτης εναγομένης, σε όλα τα σημεία λιανικής πώλησης που βρίσκονται εντός του Νομού Αττικής και Πειραιώς, τα οποία δεν κάλυπτε απευθείας η τελευταία, έναντι αμοιβής, που καθορίστηκε σε ποσοστιαία έκπτωση χονδρικής επί της αξίας εκάστου τιμολογίου και επιπλέον σε πρόσθετη αμοιβή, που καθορίστηκε σε ποσοστό 6% επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων, εφόσον επιτύγχανε οποιονδήποτε από τους τιθέμενους από την πρώτη εναγομένη ποσοτικούς στόχους αγορών, καθώς και σε ποσοστό 5% επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων για την επίτευξη στόχων αριθμητικής διανομής.

Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε ότι επιστροφές εμπορευμάτων θα γίνονται δεκτές μόνο σε περίπτωση καταστροφής κατά την παράδοση μετά από έγγραφη έγκριση της πρώτης εναγομένης, ότι το κόστος διανομής των παραπάνω προϊόντων από τις αποθήκες της ενάγουσας προς τα καθορισθέντα σημεία πώλησης θα επιβαρύνει αποκλειστικά την ίδια, η οποία επιπλέον ανέλαβε την υποχρέωση να τιμολογεί τα προϊόντα σε τιμές τιμοκαταλόγου λιανικής που καθόριζε η πρώτη εναγομένη, να μεταφέρει στους πελάτες της όλες τις παροχές που καθόριζαν κατά περιόδους την εμπορική πολιτική των προϊόντων, όπως αυτές θα ορίζονταν με μηνιαίες εγκυκλίους της πρώτης εναγομένης, να προμηθεύεται τα προϊόντα στις αναγκαίες ποσότητες, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες των πελατών της, να επιτυγχάνει τους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους που η πρώτη εναγομένη έθετε, οπότε και θα αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή, να μην προβαίνει σε παράλληλες εισαγωγές των ανωτέρω προϊόντων και να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Με τη λήξη της παραπάνω σύμβασης (31.12.1998), η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση συνεχίστηκε, με τους ίδιους κατά τα ουσιώδη για τη λειτουργία της όρους, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ετήσιας διάρκειας, με τις οποίες, προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως, παρατεινόταν ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης για ένα έτος και εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις όροι, που τροποποιούνταν με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα μόνο σημεία τους, κυρίως προς τον καθορισμό του στόχου των πωλήσεων και την αντιπαροχή της ενάγουσας.

Με συμβατική πρόβλεψη που περιλήφθηκε στη σύμβαση του έτους 2002 η πρώτη εναγομένη αφαίρεσε από τη σύμβαση διανομής το νομό Πειραιά, ενώ από το έτος 2002 και εντεύθεν περιλήφθηκε η υποχρέωση να διανέμει τα ανωτέρω προϊόντα της πρώτης εναγομένης, εκτός από τα μεμονωμένα καταστήματα λιανικής που τα διένειμε έως τότε και σε μέλη συνεταιρισμών (ΕΛΕΤΑ, ΑΣΠΙΔΑ, ΕΛΟΜΑΣ, ΑΣΤΕΡΑΣ, ΛΕΚΑΚΗΣ, ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ, ΚΥΨΕΛΗ, ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, ΕΝΩΣΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ, ΑΤΛΑΝΤΙΚ, ΜΕΓΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ, ΑΡΓΟΣ NET, ΧΟΝΤΟΣ ΚΛΠ), με τους οποίους η πρώτη εναγομένη συνήπτε κεντρικές συμφωνίες, εντός της ίδιας, ως άνω, γεωγραφικής περιοχής.

Παράλληλα, ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί τους όρους των κεντρικών συμφωνιών που είχαν συναφθεί με τους συνεταιρισμούς και να καλύπτει εν μέρει τις ετήσιες παροχές που καθόριζε η πρώτη εναγομένη για τα μέλη του συνεταιρισμού, κατά ποσοστό 40%, με την πρώτη εναγομένη να επωμίζεται αυτές κατά το υπόλοιπο ποσοστό (60%).

Στη σύμβαση του έτους 2006 και εντεύθεν συμφωνήθηκε πλέον των εκπτώσεων επί του τιμολογίου και επιπλέον σε πρόσθετη αμοιβή, που καθορίστηκε σε ποσοστό 4% επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων, εφόσον επιτύγχανε οποιονδήποτε από τους τιθέμενους από τη πρώτη εναγομένη ποσοτικούς στόχους αγορών (εκτός αντηλιακών και λέοντος), για τη διασπορά νέων προϊόντων συμφωνήθηκε πρόσθετη αμοιβή 2%, για επίτευξη ετήσιου στόχου μέχρι 951.000 ευρώ και άνω αυτού του ποσού συμφωνήθηκε απόδοση 1% και 2% αντίστοιχα, καθώς και σε ποσοστό 5% επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων για την επίτευξη στόχων αριθμητικής διανομής.

Οι ανωτέρω συμβατικοί όροι επαναδιατυπώθηκαν στις συμβάσεις των επόμενων ετών, παραλλασσόμενοι μόνο ως προς το ποσά των οριζομένων στόχων (cosmed & medical) ήτοι τριμηνιαίο στόχο, ετήσιο στόχο (έτη 2007 και εντεύθεν), το ποσοστό των χορηγούμενων εκπτώσεων επί του τιμολογίου, στην δε από 14.03.2008 σύμβαση απαλείφθηκε ο όρος απαγόρευσης παθητικών πωλήσεων και με την από 11.05.2009 σύμβαση απαλείφθηκε η ρήτρα καθορισμού τιμών μεταπώλησης.

Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, σε εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, η ενάγουσα αγόραζε αποκλειστικά από την πρώτη εναγομένη τα πιο πάνω προϊόντα της και η τελευταία εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα οποία ήταν εξοφλητέα με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, εντός 90 ημερών, για τους μήνες Αύγουστο έως Ιανουάριο και εντός 120 ημερών, για τους μήνες Φεβρουάριο έως Ιούλιο, από το κλείσιμο του εκάστοτε μήνα αγορών, πλην αντηλιακών-για τα οποία ορίστηκε ότι η εξόφληση των τιμολογίων αγοράς θα γίνονταν με μεταχρονολογημένες επιταγές λήξεως Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου.

Στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη με δαπάνες της μετέφερε τα προϊόντα στις κτιριακές εγκαταστάσεις και τους αποθηκευτικούς χώρους της ενάγουσας, όπου αυτή διατηρούσε οργανωμένο γραφείο και διέθετε κατάλληλο προσωπικό η οποία, ακολούθως, προέβαινε με ιδιόκτητα αυτοκίνητά της σε διανομή-μεταπώληση των προϊόντων προς τους πελάτες, εντός της συμφωνηθείσας γεωγραφικής περιοχής, με τις τιμές μεταπώλησης που όριζε η πρώτη εναγομένη μέχρι το έτος 2009, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής.

Λάμβανε δε τη συμφωνηθείσα για τη διαμεσολάβησή της αμοιβή και ενεργούσε στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, ως ανεξάρτητη επιχείρηση και με ήδη διαμορφωμένη υποδομή, ενταγμένη, όμως, στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγομένης, τηρώντας τους δικούς της εμπορικούς όρους, χωρίς να την ανταγωνίζεται.

Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης ήταν τα εξής: α) η ενάγουσα προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε τρίτους πελάτες, ήτοι σε καταστήματα λιανικής πώλησης, δηλαδή μίνι μάρκετ και από το έτος 2002 και στα μέλη των συνεταιρισμών, στο όνομα της και για δικό της λογαριασμό, β) η ίδια ήταν, σε σχέση με την εναγόμενη, ανεξάρτητη επαγγελματίας με δική της υποδομή, φέροντας το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής του, ενταγμένη στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγομένης για την προώθηση των προϊόντων της, γ) τελούσε σε έντονη επιχειρησιακή εξάρτηση από την πρώτη εναγόμενη, η οποία προκαθόριζε την περιοχή και συνεπώς το πελατολόγιό της, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων και το ποσοστό αμοιβής της δ) συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης μεριμνώντας για την εξεύρεση νέων πελατών, ε) είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται την εναγόμενη, στ) το πελατολόγιό του ήταν σε γνώση της εναγόμενης, καθόσον στην καθιερωμένη πρακτική η ενάγουσα έστελνε αναφορές περί των πωλήσεων στην πρώτη εναγομένη, εξάλλου οι αμοιβές που χορηγούσε στην ενάγουσα ανάλογα με την επίτευξη ύψους πωλήσεων σε μηνιαία ή μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας βάση, προϋπέθετε γνώση του πελατολογίου της ενάγουσας και ζ) η αμοιβή της καθοριζόταν σε ποσοστιαία έκπτωση επί των πωλήσεων ήτοι επί της αξίας εκάστου τιμολογίου και η απόληψη μεγαλύτερης αμοιβής εξαρτιόταν από την επίτευξη ποσοτικών και ποιοτικών στόχων.

Με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, διότι αποδείχθηκε πως συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής, δηλαδή της μεταπώλησης από την ενάγουσα διανομέα των κατ' αποκλειστικότητα αγοραζομένων από την πρώτη εναγομένη προϊόντων σε τρίτους πελάτες μικρών καταστημάτων και συνεταιρισμών στην περιοχή της Αττικής, στο όνομά της και για λογαριασμό της, ούσα ενταγμένη στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγομένης με έντονη εξάρτηση από αυτήν, διέθετε κατάλληλο προσωπικό για τις πωλήσεις διατηρώντας με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, υποχρεούνταν στην παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού της, το πελατολόγιό της ήταν σε γνώση της τελευταίας, ενώ τα οικονομικά της οφέλη ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου, δοθέντος ότι ελάμβανε αμοιβή για την επιτυχημένη διαμεσολαβητική της δραστηριότητα.

Με βάση τα παραπάνω στην επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων". Αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και λειτούργησε στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση, αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μεταξύ τους, όπως προαναφέρθηκε, αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, για ένα έτος κάθε φορά, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι αφού εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά βάση αυτοί που περιέχονταν στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνταν με τις μεταγενέστερες μόνο ως προς το ποσοστό αμοιβής και τους στόχους των πωλήσεων ήτοι για μεμονωμένους συμβατικούς όρους που δεν προσδίδουν αυτοτέλεια στις μερικότερες συμβάσεις, ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τις ημερομηνίες κατάρτισης κάθε σύμβασης, μεταξύ αυτών υπήρχαν διαδοχικά χρονικά διαστήματα, τριών ή τεσσάρων μηνών, μετά τη λήξη του συμφωνημένου εκάστοτε ορισμένου χρόνου, κατά τα οποία εξακολουθούσε η εκτέλεση της σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ανωτέρω π.δ. 219/1991 και ιδίως εκείνες του άρθρου 8 για την καταγγελία της σύμβασης. Δεν αναιρεί το χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης ως σύμβασης αποκλειστικής διανομής, το γεγονός ότι η ενάγουσα δραστηριοποιείτο και στον τομέα της παραγωγής και διανομής τροφίμων, με τη διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης να αντιστοιχεί στο 11-12% του κύκλου εργασιών της, ούτε το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη διένειμε απευθείας τα προϊόντα της, στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ (ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, ΓΑΛΑΞΙΑΣ, ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, CARRAFOUR-MΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΤΛΑΝΤΙΚ), χωρίς τη μεσολάβηση διανομέα, ήτοι σε διαφορετικά σημεία πώλησης από τα ανατεθέντα στο διανομέα.

Περαιτέρω, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης ως σύμβασης αποκλειστικής διανομής, το γεγονός ότι από το έτος 2007 η πρώτη εναγομένη, κατόπιν προτροπής της ενάγουσας, λόγω του υπ' αυ¬τής επικαλούμενου ασύμφορου κόστους διανομής των προϊόντων, ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΤΑΛΑΣ Α.Ε." τη διανομή των προϊόντων σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ήτοι στα πολύ μικρά καταστήματα λιανικής πώλησης, στα παράλια της Αττικής, στα οποία η ενάγουσα δεν διένειμε προϊόντα της πρώτης εναγομένης, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα διένειμε τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στα καταστήματα λιανικής πώλησης, δηλαδή μίνι μάρκετ και από το έτος 2002 και στα μέλη των συνεταιρισμών, με τους οποίους η πρώτη εναγομένη είχε συνάψει κεντρικές συμφωνίες στην περιοχή της Αττικής, ενώ εξαιρέθηκαν τα σημεία πώλησης στα οποία η πρώτη εναγομένη διένειμε απευθείας τα προϊόντα της, δηλαδή οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, καθώς και από το έτος 2007 τα πολύ μικρά σημεία πώλησης στα παράλια της Αττικής.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, στις 24.2.2011 στελέχη της πρώτης εναγομένης πρότειναν στην ενάγουσα τροποποίηση των οικονομικών όρων της σύμβασης και συγκεκριμένα μείωση της αμοιβής της κατά μέσο όρο 6% στο σύνολο του πελατολογίου της, η οποία θα ίσχυε από 1.4.2011, με την πρόβλεψη αύξησης του ποσοστού που επιβάρυνε την πρώτη εναγομένη για τις παροχές - εκπτώσεις στους πελάτες της ενάγουσας που ήταν μέλη των συνεταιρισμών, από το 60% που ίσχυε μέχρι τότε στο 100% και αλλαγή του χρόνου πίστωσης για τα τιμολόγια Φεβρουαρίου έως και Αυγούστου από 120 ημέρες που ήταν σε 90 ημέρες, η οποία θα ίσχυε από 12.4.2011, με την πρόβλεψη επιβράβευσης "bonus" έγκαιρης πληρωμής, ύψους 1-2%.

Η ενάγουσα, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε η Διευθύνουσα Σύμβουλος αυτής σε στέλεχος της πρώτης εναγομένης στις 28.2.2011, διαμαρτυρήθηκε, ισχυριζόμενη ότι με βάση την αλλαγή αυτή προκύπτουν σημαντικές απώλειες παροχών, που μειώνουν την κερδοφορία της κατά 5,77%, όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 28.2.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Η πρώτη εναγομένη ενέμεινε στην ανωτέρω πρόταση τροποποίησης των οικονομικών όρων της μεταξύ τους συνεργασίας και η ενάγουσα, με το από 31.3.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που της απέστειλε, της δήλωσε ότι με τους νέους αυτούς όρους καθίσταται ασύμφορη η μεταξύ τους συνεργασία, λαμβανομένου υπόψη και του υψηλού κόστους διανομής των προϊόντων, και ότι για το λόγο αυτό καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση (βλ.

το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 31.3.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στην ενάγουσα στις 5.4.2011, ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω προταθείσα τροποποίηση της σύμβασης έγινε στο πλαίσιο της εμπορικής της πολιτικής και επιβαλλόταν από τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες, ώστε να αποφευχθούν δυσμενέστερες εξελίξεις, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 5.4.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Δεν αποδείχθηκε ότι η λύση της σύμβασης αυτής, κατόπιν καταγγελίας της ενάγουσας, οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι για τη διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα στις εγκαταστάσεις της διατηρούσε οργανωμένο γραφείο με κατάλληλο προσωπικό, διέθετε πωλητές που είχαν αναλάβει την προώθηση και τη μεταπώληση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης στην προαναφερόμενη γεωγραφική περιοχή, αποθηκευτικούς χώρους στο κτίριο που στέγαζε τις εγκαταστάσεις της, στους οποίους αποθήκευε τα προϊόντα που η πρώτη εναγομένη μετέφερε στις εγκαταστάσεις της τα οποία οι εργάτες της ενάγουσας τοποθετούσαν σε μικρότερες συσκευασίες για να διευκολυνθεί η διαδικασία της διανομής - μεταπώλησης για την οποία διέθετε δύο φορτηγά και κατάλληλο προσωπικό, ήτοι οδηγούς και εργάτες.

Συνεπώς η ενάγουσα επιβαρύνονταν με αμοιβές του προσωπικού της, κατά το ποσοστό που έκαστο έτος αντιστοιχούσε στο ποσοστό κάλυψης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας με τη διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, ήτοι καθαρίστριας, υπαλλήλων γραφείων, διευθυντή πωλήσεων, οδηγών, πωλητών, εργατών, βοηθών λογιστών και αποθηκαρίου.

Αποδείχθηκε ότι τα έξοδα της ενάγουσας για τις αμοιβές του ως άνω προσωπικού της για το έτος 2006 ανήλθαν στο ποσό των 57.053,86 ευρώ, το έτος 2007 ανήλθαν στο ποσό των 54.760,2 ευρώ, το έτος 2008 στο ποσό των 55.777,02 ευρώ, το έτος 2009 στο ποσό των 60.929,57 ευρώ, το έτος 2010 στο ποσό των 37.581,08 ευρώ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε για την διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης χειριστή ανυψωτικού, ούτε άλλες παροχές προσωπικού.

Περαιτέρω η ενάγουσα βαρύνονταν με δαπάνες για ηλεκτρικό ρεύμα και ύδρευση, για ασφάλιστρα φορτηγών αυτοκινήτων και για επισκευές και συντηρήσεις και για τέλη κυκλοφορίας των ως άνω μεταφορικών μέσων που για το έτος 2006 ανήλθαν στο ποσό των 11.023 ευρώ, για το έτος 2007 ανήλθαν στο ποσό των 11.810 ευρώ, για το έτος 2008 ανήλθαν στο ποσό των 15.000 ευρώ, για το έτος 2009 ανήλθαν στο ποσό των 16.610 ευρώ, το έτος 2010 ανήλθαν στο ποσό των 13.500 ευρώ.

Δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι το κόστος διανομής των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης περιελάμβανε ως λειτουργικό έξοδο αμοιβές και έξοδα τρίτων και συγκεκριμένα δικηγόρων και συμβολαιογράφων, οργανωτών, μελετητών και ερευνητών, ορκωτών λογιστών - ελεγκτών, προμηθευτών, τρίτων επεξεργαστών και λοιπών τρίτων.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι το κόστος διανομής των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης περιελάμβανε ως λειτουργικά έξοδα παροχές τρίτων και ειδικότερα ταχυδρομικά τέλη, ενοίκια μηχανημάτων, ενοίκια μεταφορικών μέσων ενοίκια leasing λοιπού εξοπλισμού καθώς και επισκευές και συντηρήσεις επίπλων και λοιπού εξοπλισμού.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι το κόστος διανομής των προϊόντων της πρώτης εναγόμενης περιελάμβανε ως λειτουργικά έξοδα ούτε και θεωρούνται και συνυπολογίζονται στα λειτουργικά έξοδα οι λοιποί φόροι και τέλη συνιστάμενοι σε αγγελιόσημο, δημοτικοί φόροι και τέλη, χαρτόσημα πράξεων, έξοδα μεταφορών, έξοδα ταξιδιών, έξοδα υποδοχής και φιλοξενίας, δείγματα δωρεάν, έξοδα προβολής και διαφήμισης, συνδρομές-εισφορές, δωρεές επιχορηγήσεις, έντυπα γραφική ύλη, υλικά άμεσης ανάλωσης, ούτε η αναλογία τόκων και εξόδων ανά τράπεζα.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι το λειτουργικό κόστος για τη διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης για τα έτη 2006 έως 2010 ανήλθε κατά μέσο όρο στο ποσό των 67.012, 31 ευρώ (έτος 2006, ποσό 57.053,86 ευρώ + 11.023 ευρώ = 68.076,86 ευρώ, έτος 2007, ποσό 55.777.02 ευρώ + 11.810 ευρώ = 67.587,02 ευρώ, έτος 2008 ποσό 55.777,02 ευρώ + 15.000 ευρώ = 70.777,02 ευρώ, έτος 2009, ποσό 60.929,57 ευρώ + 16.610 = 77.539,57 ευρώ, έτος 2010, ποσό 37.581,08 ευρώ + 13.500,00 ευρώ = 51.081,08 ευρώ και συνολικά 335.061,55 ευρώ/5έτη = 67.012,31 ευρώ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποίησε η ενάγουσα κατά το έτος 2006 ανέρχονταν σε 890.496,00 ευρώ, η αμοιβή της σε 156.480,00 ευρώ και η ποσοστιαία αναλογία επί του τζίρου ανέρχονταν σε 17,57 %, κατά το έτος 2007 ανέρχονταν σε 784.830,00 ευρώ, η αμοιβή της σε 179.948,00 ευρώ και η ποσοστιαία αναλογία επί του τζίρου ανέρχονταν σε 22,93%, κατά το έτος 2008 ανέρχονταν σε 674.419 ευρώ, η αμοιβή της σε 171.851,00 ευρώ και η ποσοστιαία αναλογία επί του τζίρου ανέρχονταν σε 25,48%, κατά το έτος 2009 ανέρχονταν σε 654.324,00 ευρώ, η αμοιβή της σε 127.447,00 ευρώ και η ποσοστιαία αναλογία επί του τζίρου ανέρχονταν σε 19,48%, κατά το έτος 2010 ανέρχονταν σε 477.169,04 ευρώ, η αμοιβή της σε 106.408,68 ευρώ και η ποσοστιαία αναλογία επί του τζίρου ανέρχονταν σε 22,30%.

Συνεπώς επί συνολικού τζίρου 3.481.232,04 ευρώ και αμοιβής ύψους 742.134,68 ευρώ, τα κέρδη της ενάγουσας ανήλθαν κατά μέσο όρο στο ποσό των 148.426.8 ευρώ και η ποσοστιαία αναλογία επί του τζίρου ανήλθε κατά μέσο όρο κατά την τελευταία πενταετία σε ποσοστό 21,55%.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι το κόστος διανομής των προϊόντων της εναγομένης ανήλθε το έτος 2006 σε 126.796,77 ευρώ, το έτος 2007 σε 168.173,47, το έτος 2008 σε 182.290, το έτος 2009 σε 156.343,83 το έτος 2010 σε 167.291,16 ευρώ και συνακόλουθα ότι κατά τα έτη 2006 έως 2010 το αναλογούν κόστος διανομής - λειτουργικό κόστος υπέρβαινε το μικτό περιθώριο κέρδους της ενάγουσας.

Εξάλλου, ο προσδιορισμός της αμοιβής της ενάγουσας στα άνω ποσοστά κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την πρώτη εναγομένη, αλλά ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών και συνυπολογισμού των συνήθων τζίρων των πωλήσεων και των πάγιων λειτουργικών εξόδων, ώστε να προκύπτει γι' αυτήν εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.

Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη μακροχρόνια διάρκεια της συνεργασίας η ενάγουσα είχε διαμαρτυρηθεί για το ύψος της αμοιβής της, ενώ σε περίπτωση που δεν ήταν βιώσιμο για την επιχείρησή της, δεν θα εξακολουθούσε τη συνεργασία της με την πρώτη εναγομένη επί δωδεκαετία, προβαίνοντας σε κατάρτιση όμοιων διαδοχικών συμβάσεων.

Εκ των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι με την προτεινόμενη μείωση του ποσοστού κέρδους και της αλλαγής του χρόνου πίστωσης για τα τιμολόγια Φεβρουαρίου έως και Αυγούστου αλλά και με τις προτεινόμενες αντισταθμιστικές παροχές περί αύξησης του ποσοστού που επιβάρυνε την πρώτη εναγομένη για τις παροχές - εκπτώσεις στους πελάτες της ενάγουσας που ήταν μέλη των συνεταιρισμών, στο 100% και την πρόβλεψη επιβράβευσης "bonus" έγκαιρης πληρωμής, ύψους 1-2%, το εν γένει κόστος διανομής θα υπερέβαινε το μικτό περιθώριο κέρδους, έτσι ώστε με την περαιτέρω προτεινόμενη μείωση να καθίσταται μη συμφέρουσα η συνέχιση λειτουργίας της σύμβασης.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν επέδειξε, ως όφειλε, ότι προέβη στην καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης για λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση για λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντων κερδών, έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν...Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση αυτή από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί στην ουσία η από 06.06.2012 και με αριθμό κατάθεσης 3641/104971/2012 αγωγή και ενόψει των κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, να απορριφθεί η ως άνω αγωγή στο σύνολο της".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 9 παρ. 1, 3β' του π.δ. 219/1991, 361 και 185 επ. του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εφόσον κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής εκτίθεται ότι η γενόμενη πρόταση και όχι μονομερής ενέργεια και επέμβαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (προμηθεύτριας-αντιπροσωπευόμενης) προς την αναιρεσείουσα (αποκλειστική διανομέα-αντιπρόσωπο) για την αναφερόμενη τροποποίηση του ισχύοντος οικονομικού όρου της σύμβασης ως προς την αμοιβή της τελευταίας, ενόψει της επικαλουμένης από την πρώτη αναγκαιότητας αυτής λόγω των τότε οικονομικών συνθηκών και προς αποφυγή δυσμενέστερων εξελίξεων, η οποία (τροποποίηση) θα είχε ως συνέπεια την ως άνω μείωση αυτής (αμοιβής), δεν συνιστά μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής και αθέτηση των υποχρεώσεων εκ μέρους της πρώτης, ώστε να θεμελιώνεται υπαιτιότητα αυτής (αναιρεσίβλητης).

Επίσης, αναφέρεται ότι η ως άνω προτεινόμενη μείωση της αμοιβής της αναιρεσείουσας δεν θα είχε ως συνέπεια την υπέρβαση κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στοιχεία του μικτού περιθωρίου κέρδους αυτής και επίσης ότι από την προτεινόμενη μείωση δεν καθίστατο για την ίδια μη συμφέρουσα η συνέχιση της λειτουργίας της σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη και των προτεινόμενων από την αναιρεσίβλητη ως άνω αντισταθμιστικών παροχών και πρόβλεψης επιβράβευσης έγκαιρης πληρωμής.

Τούτο έχει την έννοια, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι προέκυπτε για την αναιρεσείουσα ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, όπως άλλωστε συνέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, κατά την οποία ο καθορισμός της αμοιβής ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών.

Με τα δεδομένα αυτά και κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ετίθετο ζήτημα παραβίασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, ούτε παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, που κατοχυρώνεται με τα άρθρα 17 του Συντάγματος, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε..

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι με την προτεινόμενη από την αναιρεσίβλητη μείωση της αμοιβής δεν καθίσταται για την αναιρεσείουσα μη συμφέρουσα η συνέχιση λειτουργίας της σύμβασης, ενώ ουδεμία ασάφεια ούτε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα.

Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια αναφέρεται το αποδεικτικό πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ότι πριν την ένδικη καταγγελία κατά τα έτη 2006 έως 2010 το αναλογούν κόστος διανομής-λειτουργικό κόστος για την αναιρεσείουσα δεν υπερέβαινε το μεικτό περιθώριο κέρδους αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται σε ποιο ακριβώς ύψος θα διαμορφωνόταν η αμοιβή αυτής στο μέλλον με την εφαρμογή της πρότασης της αναιρεσίβλητης για μείωση αυτής, ενόψει του ότι, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι θα παρέμενε για την αναιρεσείουσα ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.

Ακόμη, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται ο ακριβής χρόνος λύσης της ένδικης σύμβασης, που επήλθε άμεσα με την αποστολή της από 31-3-2011 καταγγελίας της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα ασάφειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος από τον αριθ. 1 και τρίτος (κύριοι) και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης ή πλήττουν αιτιολογία της απόφασης που δεν επιδρά στο διατακτικό της, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 566/2020, ΑΠ 176/2020,ΑΠ 809/2019, ΑΠ 394/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3β'του π.δ. 219/1991, που ενσωματώνει την περ.

β' του άρθρου 18 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και για το λόγο ότι με βάση μια σύμφωνη με την ως άνω Οδηγία ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης, η φράση "εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε πταίσμα του αντιπροσωπευόμενου" πρέπει να αποδοθεί κατά πιστή μετάφραση με τη φράση ως "περιστάσεις που μπορούν να καταλογιστούν στον αντιπροσωπευόμενο" και η οποία έχει την έννοια της δικαιολογημένης αφορμής από συμπεριφορά του αντιπροσωπευόμενου, πράγμα που είναι οπωσδήποτε κάτι λιγότερο από την έννοια του άρθρου 8 παρ. 8 και 9 παρ. 3 του εν λόγω π.δ..

Επιπλέον, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι σύμφωνα με τα παραπάνω αρκεί και μια ανυπαίτια ή και νόμιμη - συμβατική συμπεριφορά του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς να απαιτείται η συμπεριφορά αυτού να επιφέρει σοβαρή διακινδύνευση της οικονομικής υπόστασης και θέσης του εμπορικού αντιπροσώπου, απαιτείται όμως και αρκεί σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά του τελευταίου να δημιουργεί μια κατάσταση που καθιστά, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λήξη της τηρητέας προθεσμίας τακτικής καταγγελίας επί σύμβασης αορίστου χρόνου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, εφόσον οι ως άνω προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται σχετική βλάβη της αναιρεσείουσας απ' αυτήν. Τούτο δε διότι κατά τις ως άνω παραδοχές της, ακόμη και υπό την ως άνω ερμηνεία της εν λόγω διάταξης ως προς το αναφερόμενο σημείο της, δεν πληρούται το πραγματικό αυτής για τη θεμελίωση των επικαλούμενων αξιώσεων της αναιρεσείουσας από την ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού παραμένει η παραδοχή αυτής (αναιρεσιβαλλόμενης) ότι δεν αποδείχθηκε ότι από τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης (εντολέα-αντιπροσωπευόμενης) δημιουργήθηκε μια τέτοια κατάσταση, που να καθιστά μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης για την αναιρεσείουσα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας τακτικής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης αορίστου χρόνου.

Έτσι, είναι σαφές ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ως άνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά μόνο στο πρώτο από τα ως άνω στοιχεία (προϋποθέσεις) για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ευθύνης της αναιρεσίβλητης, αυτό δηλαδή της υπαιτιότητας της τελευταίας, ενώ δεν περιλαμβάνει και το άλλο στοιχείο της διάταξης περί δημιουργίας μιας τέτοιας κατάστασης, που να καθιστά μη ανεκτή της συνέχιση της σύμβασης.

Το τελευταίο δε στοιχείο αποτελεί και αυτό απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη της αξίωσης αυτής, όπως άλλωστε δέχεται και η ίδια (αναιρεσείουσα) στον πιο πάνω λόγο αναίρεσης αυτής.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το θεμελιωτικό των ένδικων αξιώσεών της αγωγικό ισχυρισμό ότι η ένδικη σύμβαση με βάση τη γενόμενη απ' αυτήν (έκτακτη) καταγγελία θα λυνόταν στις 30-4-2011, δεδομένου ότι ήταν υπό προθεσμία ενός μηνός και ως εκ τούτου η επελθούσα κατά της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης την 1-4-2011 λύση της σύμβασης δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω καταγγελία αυτής, αλλά οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης (πρώτης των εναγομένων).

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ως άνω επελθούσα την 1-4-2011 λύση της σύμβασης επήλθε με καταγγελία από την αναιρεσίβλητη (πρώτη των εναγομένων), λόγω διακοπής άμεσα της συνεργασίας, μη εκτελώντας παραγγελία πώλησης αυτής (αναιρεσείουσας) και λόγω δήλωσης της ίδιας (αναιρεσίβλητης) και επομένως οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, αφού έλυσε όλως αντισυμβατικώς την αορίστου χρόνου σύμβαση εκτάκτως χωρίς τήρηση καμίας προθεσμίας, παραβιάζοντας το άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού τόσο κατά την αγωγή όσο και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προέκυψαν από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, η λύση της ένδικης σύμβασης επήλθε με την από 31-3-2011 καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας για τους προαναφερόμενους λόγους.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός θεμελιωτικός των ένδικων αξιώσεων περί (αυτοτελούς) καταγγελίας της αναφερόμενης σύμβασης από την αναιρεσίβλητη (πρώτη των εναγομένων), λόγω διακοπής άμεσα της συνεργασίας και μη εκτέλεσης εκ μέρους της παραγγελίας πώλησης αυτής (αναιρεσείουσας).

Αντίθετα δε στην αγωγή αυτή αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε για τη λύση της σύμβασης, αλλά αποδέχθηκε την άμεση λύση αυτής, παρότι η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε θέσει προθεσμία ενός μηνός, ήτοι ουδόλως αναφέρεται ότι έλαβε χώρα νέα (αυτοτελής) καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου, και η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται μόνο στην πιο πάνω από 31-3-2011 καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας (που επέφερε τη λύση αυτής την 1-4-2011) και ουδεμία μνεία γίνεται σ' αυτήν περί άλλης (αυτοτελούς) καταγγελίας της αναφερόμενης σύμβασης από την αναιρεσίβλητη.

V. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 59/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 31-3-2011 ηλεκτρονικής επιστολής αυτής, δεχόμενο προδήλως διαφορετικό περιεχόμενο αυτού από το πραγματικό και ειδικότερα ότι η λύση της ένδικης σύμβασης επήλθε την 1-4-2011, ως συνέπεια της από 31-3-2011 καταγγελίας αυτής (αναιρεσείουσας), που οφείλεται σε υπαιτιότητα της ίδιας και όχι της αναιρεσίβλητης.

Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβαινε στο ως άνω αναφερόμενο διαγνωστικό λάθος, θα κατέληγε στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ως άνω λύση της σύμβασης την 1-4-2011 επήλθε όλως αντισυμβατικά με καταγγελία αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης που οφείλεται σε υπαιτιότητα της τελευταίας, αφού αυτή δεν τήρησε καμία προθεσμία προειδοποίησης, παραβιάζοντας το άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτού (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή περιστατικών προδήλως διαφορετικών από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, αλλά από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Τούτο δε διότι το Εφετείο δέχεται ότι η λύση της ένδικης σύμβασης επήλθε με την περιεχόμενη στο εν λόγω έγγραφο καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας της σύμβασης την 1-4-2011 και όχι από άλλη καταγγελία της αναιρεσίβλητης.

VI. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, ήτοι: 1) την υπ' αριθ.

…/2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 2) το από 4-4-2011 ηλεκτρονικό μήνυμα της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα και 3) το από 4-4-2011 ηλεκτρονικό μήνυμα της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-2-2019 αίτηση και τους από 1-11-2019 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α.Ε.Β.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 6315/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ