Legislator Case Law & Legislation
1154/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on acquisitive prescription, ruling lower court's evidence assessment is non-reviewable.

Case Number 1154/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third-instance Court of Evia's final judgment rejecting her property ownership claim. The appellant argued the lower court inconsistently rejected her acquisitive prescription claim while simultaneously relying on it, alleging a procedural error. The court rejected this argument, stating that the lower court's evaluation of evidence falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the lower court's assessment of evidence regarding acquisitive prescription, even if the reasoning appears contradictory.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription appellate review assessment of evidence non-reviewable contradictory reasoning property ownership Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1045, 1051 of the Civil Code
Articles 1041, 1042 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 571, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1154 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1154/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθού: Ά. Α. του Δ., χήρας Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Σακελλαρίου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1) Μ. συζ. Σ. Α., θυγ. Μ. και Ά. Μ., 2) Κ. χήρας Ε. Τ., θυγ. Μ. και Ά. Μ., 3) Ι. Μ. του Μ., 4) Ά. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Βιολέττα Βασιλάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου και 54/2016 του Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - καθού με την από 26-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας - καθού ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26/11/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 54/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας Ά. Α. κατά της αριθμ.68/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που απέρριψε, ως ουσία αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της κατά του αρχικά εναγομένου Σ. Μ., ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα, δηλαδή, εκείνος που απέκτησε και ασκεί πάνω σ' αυτό φυσική εξουσία (κατοχή) με διάνοια κυρίου (νομή), για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), ενώ αν απέκτησε τη νομή του με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας σ' εκείνον του δικαιοπαρόχου του.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη, δηλαδή, που χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό επί μια τριετία και ακίνητο επί μια δεκαετία, αποκτά την κυριότητα του πράγματος (τακτική χρησικτησία).

Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Εξάλλου στο ν. 1340/18- 21.04.1918 "περί εκποιήσεως προικώων ακινήτων, εξαλείψεως της προς ασφάλειαν της προικός υποθήκης και διαχειρίσεως υπό του πατρός των υπό την εξουσίαν αυτού ανηλίκων" [ΦΕΚ 89127.04.1918], ο οποίος εφαρμόζεται, μέχρι την κατάργηση του θεσμού, στις προ της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα συσταθείσες προίκες, ορίζεται ότι : "Άρθρο 1: (εδάφιο α) Η υπό του ανδρός εκποίησης του προικώου ακινήτου επιτρέπεται μόνον αδεία του Δικαστηρίου... (εδάφιο γ') Περίπτωσης ανάγκης είναι ιδία η διατροφή ή η νοσηλεία των συζύγων, των τέκνων ή γονέων αυτών, η ανατροφή, εκπαίδευσις και προίκισις των κοινών τέκνων ή των τέκνων της συζύγου εκ προτέρου γάμου, ως και αϊ ουσιώδεις αναγκαία επισκευαί του αυτού ή ετέρου προικώου ακινήτου Άρθρο 2 (εδάφιο α').

Το εκ της εκποιήσεως τίμημα ή αντάλλαγμα, κατά την περίπτωσιν της προφανούς ωφελείας, ως και το περίσσευμα εκ της λόγω ανάγκης εκποιήσεως, καθίσταται προικώον". Κατά δε το άρθρο 1417ΑΚ, που έχει καταργηθεί με το νόμο 1329/1983 "η υπό του ανδρός εκποίησης του προικώου ακινήτου επιτρέπεται μόνον αδεία του δικαστηρίου, παρεχομένη, κατ' άρθρον 797 ΚΠολΔ, κατά την διαδικασίαν της εκούσιας δικαιοδοσίας, τη αιτήσει του συζύγου και μόνον αν συναίνεση η γυνή, είτε δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, είτε δια δηλώσεως ενώπιον του δικαστηρίου, συντρέχει δε και περίπτωσις αφεύκτου ανάγκης ή προφανούς ωφελείας".

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού βρίσκεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΑΠ 1373/2019,327/2019), δεν αρκεί δε να εκτίθενται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, και η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη (ΑΠ1210/2008).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ948/2019, 319/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, δέχθηκε , κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι μία οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του πρώτου επάνω από το ισόγειο ορόφου ενός διώροφου κτίσματος, που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού της ...

στη νήσο Σκύρο. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία έχει επιφάνεια 89,125 τμ, ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου 50% επί του οικοπέδου, στο οποίο υφίσταται και συνορεύει : βορειονατολικά με δημοτικό δρόμο επί της υπό στοιχεία Α-Θ προσόψεως, μήκους 16,90 μέτρων, νοτιοδυτικά επί της υπό στοιχεία Δ-Ε πλευράς, μήκους 4,60 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.

Δ. και επί της υπό στοιχεία Ε-Ζ τεθλασμένης πλευράς μήκους 2,30 μέτρων και Ζ-Η μήκους 6,10 μέτρων με ερειπωμένη κατοικία Κ. Γ. Φ., βορειοδυτικά επί της τεθλασμένης πλευράς υπό στοιχεία Α-Β μήκους 2,65 μέτρων και Γ-Δ μήκους 3,80 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Δ., και νοτιοανατολικά επί της υπό στοιχεία Η-Θ πλευράς, μήκους 11,50 μέτρων με ιδιοκτησία Ι.

Ξ. (πρώην Λ. Γ.). Εμφαίνεται δε και χαρακτηρίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... στο ... τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Φ.. Η διώροφη οικοδομή, στην οποία βρίσκεται η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου κείμενου στην παραπάνω θέση, το οποίο έχει έκταση 136,48 τμ.

Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία και η οικοδομή στην οποία αυτή βρίσκεται διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., καθώς και από τους όρους της υπ' αρίθμ.... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Σκύρου Γ. Β., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκύρου (τόμος …, αριθμός …).

Στο ανωτέρω δε νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αναγράφεται ως αποκλειστικός κύριος της διώροφης οικοδομής μετά του οικοπέδου αυτής, εκτάσεως 136,48 τμ, ο εναγόμενος και πρώην σύζυγος της ενάγουσας. Το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθη η διώροφη οικοδομή περιήλθε στον εναγόμενο δυνάμει της υπ' αρίθμ. .../1982 δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Σκύρου Γ.

Β., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκύρου (τόμος …, αρίθμ. …) από τον πατέρα του Μ. Μ. του Ι., εκτάσεως κατά τον τίτλο αυτόν 500 τμ. Το ως άνω οικόπεδο είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχος του εναγομένου δυνάμει του υπ! αρίθμ. ... προικοσυμφώνου του Ειρηνοδίκη Σκύρου Π. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκύρου (τόμος …, αρίθμ.

…). Τα προαναφερόμενα δε δύο ως άνω συμβόλαια αναφέρονται ρητώς στην .../1988 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Σημειώνεται ότι οι διάδικοι είχαν τελέσει νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 16/5/1976 και έκτοτε συμβίωναν. Στο οικόπεδο αυτό κατά τα έτη 1982-1983 ο εναγόμενος ανοικοδόμησε την διώροφη οικοδομή, ο πρώτος όροφος της οποίας αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων.

Το έτος 1988 ο εναγόμενος μεταβίβασε τον ισόγειο όροφο της οικοδομής στον Ε. Α. του Δ. αδελφό της ενάγουσας, δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αρίθμ. .../1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ταυτόχρονα δε υπήχθη το όλο ακίνητο στις διατάξεις περί οροφοκτησίας. Επομένως, τόσο το οικόπεδο, όσο και η επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου αποδεικνύεται από τα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα ότι ανήκουν κατά αποκλειστική κυριότητα στον εναγόμενο.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το μεγαλύτερο μέρος του άνω οικοπέδου, επιφάνειας 80τμ, της ανήκε δυνάμει άτυπης μεταβίβασης από τον δικαιοπάροχο πατέρα της Δ. Α., δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντιθέτως αναιρείται από τους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας, που καταδεικνύουν τον εναγόμενο ως μόνο και αποκλειστικό κύριο όλου του οικοπέδου.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το τμήμα του οικοπέδου εκτάσεως 80 τμ, είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχο και παππού της Ε. Α. Α., δυνάμει των υπ' αρίθμ. .../1941 και ...1952 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, νομίμως μεταγεγραμμένων, κρίνεται άνευ νομίμου επιρροής, καθόσον η ίδια η ενάγουσα εδράζει με την ένδικη αγωγή της το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο διαμέρισμα, στις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 Α.Κ.), κατά τις οποίες δεν απαιτείται τίτλος κυριότητας.

Σε κάθε περίπτωση όμως η ενάγουσα δεν εξηγεί για ποιο λόγο δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος για την επικαλούμενη από την ίδια "συνένωση" των δύο οικοπέδων εκτάσεως 80 τμ και 56,48 τμ αντιστοίχως ανηκόντων κατά κυριότητα στην ίδια (ενάγουσα) το πρώτο και στον εναγόμενο το δεύτερο, από την οποία (συνένωση) προέκυψε το επίδικο οικόπεδο, οπότε θα προσδιοριζόταν με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τα ποσοστά συγκυριότητας επ' αυτού των δύο διαδίκων.

Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα στο επίδικο διαμέρισμα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη τούτο διανοία κυρίου τουλάχιστον για μία εικοσαετία ήτοι από την 1/09/1988 έως και τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008, δυνάμει προφορικής συμφωνίας με τον εναγόμενο ότι η ίδια (ενάγουσα) θα είναι αποκλειστική κυρία του διαμερίσματος.

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας. Ειδικότερα όλες οι επίσημες δηλώσεις που συνδέονται με το επίδικο ακίνητο γίνονται στο όνομα του εναγομένου, καθώς τόσο η από 26/11/1983 δήλωση νομιμοποίησης αυθαιρέτου όσο και οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων Ε9 των ετών 1995 και 2005 αναφέρουν ως αποκλειστικό κύριο του επίδικου τον εναγόμενο.

Άλλωστε η ίδια η ενάγουσα, τόσο στην από 14/11/2008 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όσο και στην από 25/8/2009 αγωγή της ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία ζητούσε επιδίκαση διατροφής και παραχώρηση της οικογενειακής τους στέγης από τον εναγόμενο ρητά συνομολογεί ότι το επίδικο διαμέρισμα ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του εναγομένου και ουδόλως ισχυρίζεται σε αμφότερα τα ως άνω δικόγραφα ότι είναι κυρία του επίδικου διαμερίσματος ούτε και ότι διεκδικεί την κυριότητα αυτού.

Σε κάθε περίπτωση οι διάδικοι συμβίωναν ως σύζυγοι στο επίδικο διαμέρισμα από το έτος 1983 έως και τον Σεπτέμβριο του 2008 οπότε διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα νεμόταν διανοία κυρίου το ακίνητο αυτό και λόγω της συμβίωσης. Εξάλλου, η επικαλούμενη άτυπη συμφωνία περί κυριότητας της ενάγουσας θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε συμβολαιογραφικό έγγραφο με την μορφή σύμβασης δωρεάς από τον εναγόμενο προς τον ενάγουσα του επίδικου διαμερίσματος προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφισβήτησης της κυριότητας αυτής, γεγονός όμως που δεν έλαβε ουδέποτε χώρα.

Η κατάθεση δε της μάρτυρος της ενάγουσας Μ. Α. ελέγχεται μη αξιόπιστη, αντικρουόμενη από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ερειδόμενη, αποκλειστικά, στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου (οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα) αγωγή και την απέρριψε κατ'ουσία, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει όμοια.

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν.1340/18-21.04.1918 "περί προίκας", που ίσχυαν πριν από την εισαγωγή του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον για την πληρότητά του, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να ερευνηθεί η ίδρυση ή μη της πλημμέλειας από το πιο πάνω άρθρο.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού η ένδικη αγωγή στηρίζεται, αποκλειστικά, στην κτήση κυριότητας της ενάγουσας με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ) και όχι σε εκείνες, περί προίκας, που ίσχυαν πριν την εισαγωγή του ΑΚ.

Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των άνω διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ, και, ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα με πρωτότυπο τρόπο, (έκτακτη χρησικτησία) επειδή δεν χρησιδέσποσε σ'αυτήν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 01/09/1988 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008, που αποτελούσε, αποκλειστικά, την βάση της αγωγής, και δεν συνιστά αντίφαση, το ότι, από προφανή παραδρομή, στο τέλος των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αναφέρεται, κατά λέξη: "Επομένως, η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμη".

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που .προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 210/2020, 430/2018, 879/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν με το αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που επανέφερε με λόγο εφέσεως, για την προσμέτρηση στο δικό της χρόνο νομής επί του επιδίκου και εκείνου των δικαιοπαρόχων της, πατέρα της Δ.

Α. και παππού της Ε. Α., που θεμελίωναν την επί του επιδίκου κτήση της κυριότητάς της με έκτακτη χρησικτησία. Η αποδιδόμενη με τον ανωτέρω λόγο αιτίαση απαραδέκτως προτείνεται, διότι, όπως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει, αυτή (αγωγή), όπως ήδη έχει αναφερθεί στον δεύτερο αναιρετικό λόγο, στηρίζεται, αποκλειστικά, στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, (έκτακτη χρησικτησία) με την επίκληση της άσκησης από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα διακατοχικών πράξεων νομής επί του επιδίκου για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών από 1ης Σεπτεμβρίου 1988 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008 (φύλλο 9 αγωγής), διηγηματικά δε μόνο, προς ενδυνάμωση των απόψεών της, και όχι για να θεμελιώσει την νομική και ιστορική βάση της αγωγής, γίνεται αναφορά στις πράξεις νομής και του φερόμενου ως άμεσου δικαιοπαρόχου της (πατέρα της) και, μάλιστα, όχι επί του επιδίκου διαμερίσματος, αλλά επί του οικοπέδου στο οποίο , κατά τους ισχυρισμούς της, ανηγέρθη η οικοδομή, στην οποία βρίσκεται τούτο (επίδικο), αναφορά που δεν συνιστά "πράγμα", υπό την εκτιθέμενη στην νομική σκέψη έννοια, και, συνεπώς, καμιά υποχρέωση δεν είχε το Εφετείο να συνυπολογίσει στη χρησικτησία της ενάγουσας και εκείνη του δικαιοπαρόχου της.

Επίσης, με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, ειδικότερα, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι, με αντιφατική αιτιολογία, απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό της και τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως της περί προσμέτρησης στον δικό της χρόνο νομής εκείνου των δικαιοπαρόχων της, διαλαμβάνοντας κατά λέξη στο σκεπτικό: "Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το τμήμα του οικοπέδου εκτάσεως 80 τμ, είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχο και παππού της Ε.

Α. Α., δυνάμει των υπ' αρίθμ. .../1941 και ...1952 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, νομίμως μεταγεγραμμένων, κρίνεται άνευ νομίμου επιρροής, καθόσον η ίδια η ενάγουσα εδράζει με την ένδικη αγωγή της το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο διαμέρισμα, στις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 Α.Κ.), κατά τις οποίες δεν απαιτείται τίτλος κυριότητας", χωρίς να εξηγεί σε τι εμποδίζει, την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, ο παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου της, (παππού της Ε.

Α.). Οι εν λόγω αιτιάσεις, πρωτίστως, είναι απαράδεκτες, διότι αντιφάσκουν με την διαλαμβανόμενη στο πρώτο μέρος του ίδιου λόγου αιτίαση, "ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που επανέφερε με λόγο εφέσεως, για την προσμέτρηση στο δικό της χρόνο νομής επί του επιδίκου και εκείνου των δικαιοπαρόχων της, πατέρα της Δ.

Α. και παππού της Ε. Α., που θεμελίωναν την επί του της κυριότητάς της με έκτακτη χρησικτησία" δεδομένου ότι δεν είναι νοητή η μη λήψη υπόψη του πιο πάνω ισχυρισμού και η ταυτόχρονη απόρριψη με αντιφατική αιτιολογία του ίδιου ισχυρισμού από το Εφετείο. Σε κάθε όμως περίπτωση οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/11/2018 αίτηση για αναίρεση της 54/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ