Legislator Case Law & Legislation
1154/2019 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against municipal court ruling on property value and tort liability.

Case Number 1154/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a municipal court decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly declared a supplementary claim inadmissible and applied substantive law provisions too strictly. The court found these arguments valid, noting the lower court erred in dismissing the tort claim and demanding excessive evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 536 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a legal interest exists based on harm caused by a procedural error, and a second-instance court cannot issue a more adverse decision without the opposing party appealing, unless the case is tried on the merits after the first-instance judgment disappears.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal procedural error tort liability property value partial remittal civil procedure code municipal liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 68 and 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 536 of the Code of Civil Procedure
Article 559 nos. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 para. 2 of the Code of Municipalities and Communities
Article 285 of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 1/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1154 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1154/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πατρέων, που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Κουλούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 662/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-1-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για την άσκηση της αναιρέσεως, όπως και κάθε κατ' ιδίαν λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ). Τούτο κρίνεται με βάση την προκαλούμενη στον αναιρεσείοντα βλάβη από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εξ άλλου, το άρθρο 536 ΚΠολΔ. ορίζει ότι "1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει έφεση ή αντέφεση 2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ` ουσία". Από το συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει ότι μόνο το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ δεν ιδρύει και λόγο αναιρέσεως, εκτός αν με το παραγόμενο δεδικασμένο επέρχεται βλάβη του διαδίκου και δικαιολογείται έτσι το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναιρέσεως (ΑΠ 1/2003).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι η από 13-11-2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς την κύρια βάση της - περί αναγνωρίσεως ότι η πραγματική (αγοραστική) αξία του αναφερομένου ακινήτου ( οικοπέδου) του, που πωλήθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο ανερχόταν, κατά το χρόνο καταρτίσεως του συμβολαίου, στο ποσό των 473.150 ευρώ - ήταν μη νόμιμη. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως - με τον οποίο επιδιώκεται εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία αυτής βάση ως απαράδεκτη, δεχθείσα ότι αφ' ενός δεν υπάρχει έννομη σχέση, της οποίας να ζητείται αναγνώριση, αφ' ετέρου ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον για την ως άνω αναγνώριση - αντικαθιστώντας την αιτιολογία περί απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής πρωτοδίκως ως απαραδέκτου, χωρίς να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση. Παρά την ως άνω υιοθέτηση αιτιολογίας διάφορης νομικής κατηγορίας από εκείνης του Πρωτοδικείου, το Εφετείο δεν κατέληξε σε επιβλαβέστερο κατ' αποτέλεσμα για τον αναιρεσείοντα διατακτικό, εφ' όσον, υφ' οιανδήποτε των ως άνω απορριπτικών αιτιολογιών, το δυσμενές για αυτόν δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση, δηλαδή και υπό τις δύο εκδοχές αποκλείεται εξίσου η επανάσκηση από αυτόν της ανωτέρω βάσεως της αγωγής.

Συνεπώς, ελλείπει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος-εκκαλούντος προς άσκηση αναιρέσεως, εντεύθεν οι πρώτος και τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό (ΑΠ 356/2013). Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την ως άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, που υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 508/2013). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως (ΑΠ 941/1997). Μεμονωμένα δηλαδή στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής( ΑΠ 134 / 2015).

Εν προκειμένω, με το τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθμού 1, ΚΠολΔ, καθ' όσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 70 ΚΠολΔ, 361 κι 873 Α.Κ. Από την επισκόπηση(άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε τα εξής: "...

Επειδή έχω προφανές έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο Σας, με βάση τα συμφωνηθέντα μετά του εναγόμενου Δήμου Πατρέων, ότι η πραγματική αγοραστική αξία του ανωτέρω αναφερομένου και περιγραφομένου ακινήτου μου που μεταβίβασα κατά πλήρη κυριότητά, νομή και κατοχή στον εναγόμενο ανερχόταν κατά το χρόνο μεταβιβάσεώς του στο αναφερόμενο ποσό των 473.150 ευρώ...

ΑΙΤΟΥΜΑΙ... Να αναγνωρισθεί ότι η πραγματική (αγοραστική) αξία του αναφερομένου ακινήτου (οικοπέδου) μου που πουλήθηκε στον εναγόμενο Δήμο με το υπ' αριθμ. …52/29-12-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Κ. κατά το χρόνο κατάρτισης τούτου (συμβολαίου) ανερχόταν στο ποσό των ...(473.150,00) ευρώ...", Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την αγωγή, κατά την κυρία αυτής βάση, ως νόμω αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: ''...

Από τη διατύπωση του αιτήματος σε συνδυασμό και με τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι πραγματικό αίτημα της κύριας βάσης της αγωγής είναι η αναγνώριση της ύπαρξης οφειλής του εναγομένου/εφεσιβλήτου προς τον ενάγοντα/εκκαλούντα της διαφοράς μεταξύ της αντικειμενικής αξίας και της φερομένης ως εμπορικής αξίας του επίδικου ακινήτου.

Εντούτοις, η βάση αυτή της αγωγής είναι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι δεν εκτίθεται σε αυτή το αναγκαίο για την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 70 του ΚΠολΔ στοιχείο, της έννομης σχέσης μεταξύ του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, η ύπαρξη ή μη της οποίας ή το ειδικότερο περιεχόμενό της θα αποτελέσει με τη μορφή διάγνωσης αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης ακινήτου, καθώς, ουδεμία αβεβαιότητα υφίσταται ως προς αυτήν σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ούτε, όμως, και ο όρος, που περιλήφθηκε στο συμβόλαιο σύμφωνα με τον οποίο " ....ο Δήμος - ήτοι ο εναγόμενος/εφεσίβλητος- δηλώνει ρητώς και ανεπιφυλάκτως ότι θα καταθέσει τυχόν επί πλέον ποσό που θα προκύψει από διαφορετική τιμή μονάδας που θα καθορισθεί με δικαστική απόφαση....", ο οποίος δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αιτιώδη ή αναιτιώδη σύμβαση αναγνώριση χρέους, κατ' άρθρα 361 και 873 του ΑΚ, αντίστοιχα, καθώς δεν αφορά υφιστάμενο χρέος, αλλά χρέος μελλοντικό και αβέβαιο ως προς το ύψος του, αφού αυτό εξαρτάται από την κρίση δικαστηρίου, που θα επιληφθεί της υπόθεσης καθορισμού τιμής μονάδος και δεν είναι βέβαιο εκ των προτέρων ότι θα ανέρχεται στο αιτούμενο από τον εκκαλούντα χρηματικό ποσό.

Με το παραπάνω περιεχόμενο, που εκτίθεται όπως προεκτέθηκε επί λέξει στην αγωγή, ώστε να εκτιμάται από το Δικαστήριο εάν είναι δυνατό να θεμελιώσει έννομη σχέση που αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, κατ' άρθρο 70 του ΚΠολΔ, ο όρος αυτός αποτελεί εξώδικη δήλωση του εφεσιβλήτου προς τον εκκαλούντα, με την οποία αυτός δηλώνει εκ των προτέρων την υποχρέωση να σεβαστεί τη δικαστική απόφαση καθορισμού μεγαλύτερης τιμής μονάδας και όχι να προσφύγει από κοινού με τον εκκαλούντα στα δικαστήρια για τον καθορισμό αυτής βάσει της οποίας θεμελιώνεται δικονομική σχέση, που δεν αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής...''.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή της, κρίνοντας την αγωγή ως μη νόμιμη. Τούτο δε διότι, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, με την αγωγή δεν ζητείται ως έδει κατά νόμο η αναγνώριση έννομης σχέσεως, αλλά η αναγνώριση πραγματικών γεγονότων.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Επίσης, το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως "το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον".

Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει ακόμα το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς.

Το κυριότερο δε κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται εάν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβασή της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (Ολ ΑΠ 967/1973). Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης( ΑΠ 1849/2017).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και ηδύνατο αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 8/2018). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, στο μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής κλπ., τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 99/2017). Αντιθέτως, νομική αοριστία της αγωγής , ανακοπής κλπ., η οποία στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωσή της στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ανακοπή κλπ. (ΑΠ 791/2018).

Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 27 /1998, ΑΠ 328/2018).

Εν προκειμένω, με τους δεύτερο, και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ με τον πέμπτο λόγο προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του εν λόγω άρθρου. Τούτο δε διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το μεν, κατά το θεωρηθέν ως ένα τμήμα αυτής, ως νομικώς αβάσιμη, καθ' όσον απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281,297,298, 914, 922 και 932 ΑΚ από εκείνα που απαιτούν οι ανωτέρω κανόνες δικαίου για τη γένεση των οικείων προβλεπομένων δικαιωμάτων, το δε, κατά το έτερο θεωρηθέν τμήμα αυτής, ως αόριστη.

Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθετε τα εξής: "...Το τίμημα της ανωτέρω πώλησης συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε σε μένα από μέρους του εναγόμενου στο ποσό της αντικειμενικής αξίας του πωληθέντος ακινήτου (οικοπέδου), ήτοι στο ποσό των 246.814,00 ευρώ.

Στην ανωτέρω πώληση και στο αναφερόμενο τίμημα, το οποίο θεωρούσα πολύ κατώτερο από την πραγματική (αγοραστική) τιμή πώλησης του ακινήτου μου, προχώρησα αποκλειστικά και μόνο μετά από διαβεβαιώσεις των αρμοδίων οργάνων του Δήμου ότι θα μου καταβάλλουν το επιπλέον του ποσού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου μου ποσό (χωρίς κανένα περιορισμό) το οποίο δεχθήκαμε να καθορισθεί από το Δικαστήριο, αφού επειγόταν ο εναγόμενος Δήμος να αγοράσει το ακίνητό μου για το οποίο μάλιστα υπήρχε και η σχετική πίστωση για το έτος 2008, η οποία επρόκειτο να χαθεί αφού τελείωνε το έτος (29-12-2008).

Μάλιστα με διαβεβαίωσαν οι υπεύθυνοι του εναγόμενου ότι ο Δήμος απαγορεύεται να αγοράσει ακίνητο από τρίτο με ελεύθερη συναλλαγή σε ποσό ανώτερο της αντικειμενικής του αξίας. Περαιτέρω δέχθηκαν ότι η αγοραστική αξία του ακινήτου μου στην ελεύθερη αγορά ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αντικειμενική του αξία, πλην όμως όπως μου είπαν χαρακτηριστικά "δεν μπορούσαν να μου δώσουν ούτε ένα (1) ευρώ πάνω από την αντικειμενική αξία".

Προκειμένου να κάμψουν τις έντονες αντιδράσεις, αφού είχα πολύ μεγαλύτερες προτάσεις για πώληση και να συναινέσω στην πώληση του ακινήτου μου στον εναγόμενο και με δεδομένο ότι γνώριζαν ότι η πραγματική του αξία, κατά το χρόνο καταρτίσεως του ανωτέρω συμβολαίου (29-12-2008) ήταν πολύ μεγαλύτερη, δέχθηκαν μετά από ακλόνητη απαίτησή μου, την οποία μάλιστα έθεσα ως απαραίτητη προϋπόθεση της συναλλαγής (πώλησης) λέγοντας χαρακτηριστικά "ότι αλλιώς δεν το πουλάω", να περιληφθεί στο συμβόλαιο πώλησης η εξής, κατά λέξη, επί μέρους συμφωνία - δήλωση του εναγόμενου, η οποία με βάση την ελευθερία των συμβάσεων είναι νόμιμη αφού δεν αντίκειται σε απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη: "ο Δήμος δηλώνει ρητώς και ανεπιφυλάκτως ότι θα καταθέσει τυχόν επί πλέον ποσό που θα προκόψει από τη διαφορετική τιμή μονάδας που θα καθοριστεί με δικαστική απόφαση".

Μετά την ανωτέρω συμφωνία υποχώρησα, θεωρώντας ότι καλύπτομαι πλήρως για το πέραν της αντικειμενικής αξίας ποσό για το ακίνητο και πώλησα στον εναγόμενο Δήμο στο ποσό των 246.814,00 ευρώ (αντικειμενική αξία). Καίτοι ο εναγόμενος Δήμος δέχθηκε, αυτόβουλα και χωρίς να πιεσθεί, αλλά και προκειμένου να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου μου (οικοπέδου) το οποίο διαφορετικά δεν θα μεταβίβαζα σ' αυτόν ή σε τρίτο με τίμημα μόνο την αντικειμενική του αξία (246.814 ευρώ, 473,15 τ.μ.

X 521,64 ευρώ για κάθε τ.μ.) και θα απαιτούσα την πραγματική αγοραστική του αξία η οποία την 29-12-2008 (ημερομηνία καταρτίσεως του σχετικού συμβολαίου πώλησης) ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό 473.150 ευρώ (473,15 τ.μ. X 1.000 ευρώ το κάθε τ.μ.), και κατάρτισε μαζί μου την ανωτέρω συμφωνία - δήλωση (361 ΑΚ). Εντούτοις καίτοι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δύο (2) περίπου ετών από την κατάρτιση του συμβολαίου και παρά τις έντονες οχλήσεις μου αρνείται να συναινέσει στην κοινή προσφυγή μας στο αρμόδιο Δικαστήριο, όπως συμφωνήσαμε, προκειμένου να καθοριστεί η πραγματική αγοραστική αξία του ακινήτου μου...

Επειδή επικουρικώς η άρνηση του εναγόμενου Δήμου Πατρέων να συναινέσει διά των αρμοδίων οργάνων του ώστε από κοινού να προσφύγουμε στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να καθοριστεί απ' αυτό η πραγματική αγοραστική αξία του πωληθέντος σ' αυτόν ακινήτου μου (οικοπέδου), καίτοι συμφώνησε ρητά προς τούτο με συμφωνία - δήλωση μάλιστα που περιελήφθη τον συμβολαιογραφικό τύπο, αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, η δε συμπεριφορά αυτή των αρμοδίων οργάνων του Δήμου Πατρέων είναι υπαίτια και παράνομη.

Επειδή, περαιτέρω, παράνομα και υπαίτια ο εναγόμενος Δήμος όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται δια των αρμοδίων οργάνων του, είχε προαποφασίσει (πριν την κατάρτιση του συμβολαίου) ναι μεν να συναινέσει (συμφωνήσει στο ανωτέρω συμβόλαιο) στην προσφυγή μας (από κοινού) στο Δικαστήριο για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου μου, παράλληλα όμως είχε προαποφασίσει και ποτέ να μην υλοποιήσει τη δέσμευσή του (υποχρέωση) αυτή, με συνέπεια η ανωτέρω αντισυμβατική, υπαίτια και παράνομη άρνηση των υπευθύνων του εναγόμενου να έχει προκαλέσει σε μένα ζημία, η οποία ανέρχεται στη διαφορά που είχε το ακίνητό μου κατά το χρόνο της μεταβιβάσεώς του (29-12-2008) μεταξύ της αντικειμενικής του αξίας (246.814,00 ευρώ) που αγοράστηκε και γράφτηκε στο συμβόλαιο και της πραγματικής του αξίας (473.150,00 ευρώ), που ο εναγόμενος υποσχέθηκε ρητά (έγγραφη συμβολαιογραφική συμφωνία) να μου καταβάλλει, ήτοι ποσού 226.336,00 ευρώ (473.150 - 246.814) Το ανωτέρω ποσό των 473.150 ευρώ εύκολα θα μπορούσα να επιτύχω ως τίμημα, τότε που πούλησα το ακίνητό μου στον εναγόμενο Δήμο πουλώντας αυτό σε τρίτους με βάση την έκταση, θέση, κάλυψη, δόμηση, χρήση της περιοχής του ως αμιγούς κατοικίας, θέα του στο λιμάνι των Πατρών και τον Πατραϊκό κόλπο κλπ.

Επειδή περαιτέρω ο εναγόμενος μου κατέβαλλε έναντι της ανωτέρω αναφερομένης αγοραστικής αξίας του ακινήτου μου (473.150,00 ευρώ) μόνο το ποσό της αντικειμενικής του αξίας (246.814,00 ευρώ) που αναγράφεται στο συμβόλαιο ως τιμή πώλησης και μετά την άρνησή του να προσφύγουμε από κοινού στο Δικαστήριο για τον καθορισμό της πραγματικής (αγοραστικής) αξίας του, η οποία ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 473.150,00 ευρώ πρέπει να υποχρεωθεί να μου καταβάλει τη διαφορά ποσού 226.336,00 ευρώ (473.150,00 ευρώ πραγματική αξία - 246.814,00 ευρώ αντικειμενική αξία) με το νόμιμο τόκο...

Επειδή λόγω της αδικοπραξίας των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου Δήμου Πατρέων προκλήθηκε σε μένα ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της βλάβης μου, του βαθμού πταίσματος των αρμοδίων οργάνων του Δήμου και της δικής μου οικονομικής κατάστασης αφενός και αφετέρου του εναγόμενου Δήμου Πατρέων (ένας από τους πλέον εύρωστους οικονομικά Δήμους της Ελλάδος) πρέπει να επιδικασθεί σε μένα ως εύλογη χρηματική ικανοποίησή μου το ποσό των 50.000,00 ευρώ εντόκως...".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την νομική θεμελίωση της αγωγής, κατά την επικουρική της βάση, διέλαβε τα ακόλουθα: ''... Με το δεύτερο λόγο έφεσης ο ενάγων/εκκαλών (νυν αναιρεσείων) παραπονείται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του κατά το σκέλος της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντα λόγω παράβασης της αρχής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ.

Ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της αγωγής η επικουρική βάση ως προς το ανωτέρω σκέλος της είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ... διότι μόνη η άρνηση των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου/εφεσίβλητου να συναινέσουν σε κοινή με τον ενάγοντα/εκκαλούντα προσφυγή στα δικαστήρια για καθορισμό ανώτερης του τιμήματος πώλησης του ακινήτου τιμής μονάδας αυτού δεν συνιστά παράνομη πράξη, διότι όπως προεκτέθηκε δεν είχαν τέτοια υποχρέωση, ούτε όμως, μόνη η συμπεριφορά τους αυτή, χωρίς άλλη επίκληση άλλων πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων να καθίσταται σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη πιο συμφέρουσα λύση για τον εκκαλούντα από την ατομική του προσφυγή στη Δικαιοσύνη, αρκεί για να θεμελιωθεί υπαίτια παραβίαση από μέρους τους της γενικής υποχρέωσης ασφάλειας και προστασίας του ενάγοντα/εκκαλούντα και, κατά συνέπεια, υποχρέωση αποζημίωσής του.

Επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο που την απέρριψε ως μη νόμιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση (534 του ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι ... και ο τρίτος λόγος της έφεσης που πλήττει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης με το οποίο απορρίφθηκε λόγω αοριστίας η επικουρική βάση της αγωγής κατά το σκέλος της που επιχειρούσε ο ενάγων/εκκαλών να θεμελιώσει απαίτηση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης σε απάτη, διότι από την αξιολόγηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι ο ενάγων/εκκαλών δεν εκθέτει στην αγωγή του κρίσιμα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων να θεμελιώνεται πρόκληση, ενίσχυση ή διατήρηση από μέρους των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου/εφεσίβλητου πεπλανημένης αντίληψης σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων συνεπεία της οποίας προέβη στο επίδικο συμβόλαιο πώλησης ακινήτου και χωρίς την οποία δεν θα προέβαινε σ' αυτό, καθώς το κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αποφασιστικό για τη δήλωση βούλησής του απατηλό μέσο, που χρησιμοποιήθηκε, ήτοι η συμφωνία για από κοινού δικαστική προσφυγή μεγαλύτερης τιμής μονάδας δεν θεμελιώνεται στα λοιπά αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αφού με τον επίμαχο όρο, όπως προεκτέθηκε, ο εφεσίβλητος στα πλαίσια μιας δικονομικής σχέσης αναλαμβάνει την υποχρέωση να σεβαστεί τη δικαστική απόφαση καθορισμού μεγαλύτερης τιμής μονάδας και όχι να προσφύγει από κοινού με τον εκκαλούντα στα δικαστήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτοντας την επικουρική βάση ως αόριστη με παρόμοια αιτιολογία δεν έσφαλε, καθώς δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ για τη γέννηση και τη θεμελίωση απαίτησης από αδικοπραξία υπό τη μορφή απάτη ...''.

Ακολούθως , θεωρώντας ότι η θεμελίωση της επικουρικής βάσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη, απέρριψε το μεν ως, απαράδεκτη λόγω αοριστίας, το δε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την επί των αδικοπραξιών διατάξεις ερειδομένη επικουρική βάση της, ως προς τα κονδύλια της αποζημιώσεως και καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το μεν, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την επικουρική βάση της αγωγής, την ερειδομένη επί των διατάξεων περί αδικοπραξιών, το δε εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 297,298, 914, 919, 922 και 932 ΑΚ, καθ' όσον απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων από εκείνα που απαιτούν οι ανωτέρω κανόνες δικαίου για τη γένεση των σχετικώς προβλεπομένων δικαιωμάτων.

Τούτο δε διότι: α) στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνονται όλα τα από τις ανωτέρω διατάξεις απαιτούμενα και στη μείζονα πρόταση αναφερόμενα για την πληρότητά του στοιχεία, η δε κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αγωγικής αξιώσεως πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά το νόμο την αγωγή, β) τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν ενιαία και συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου Δήμου, διά των οργάνων του, η οποία ηδύνατο να θεωρηθεί, ότι ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εντεύθεν πρόσφορη, και ηδύνατο αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, , πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση - μόνο ως προς τις διατάξεις της που αφορούν στην αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική βάση της αγωγής - και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα τού αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 183 και 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ),μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με άρθρο 285 ν.3852/2010 όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 12/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ