Supreme Court dismisses appeal on work injury liability, upholding lower court's finding of employer fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a workplace accident. The appellant argued the lower court failed to declare the lawsuit inadmissible due to vague claims and did not clearly admit a contractual relationship, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the employer's liability was established by clear findings of fact and that the appellant's arguments were either inadmissible or irrelevant to the established liability.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 551/1915; Art. 914 Civil Code: A workplace accident is any injury resulting from a violent and sudden external cause unrelated to the victim's organization but linked to work execution, and liability requires a wrongful act, illegality, fault, and causal link.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1154/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Κανελλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ά. (A.) Ν. (N.) του Ν. (D.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Πασχάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 19-8-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή - προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης του Ε. Γ. (εναγομένου στην κυρία αγωγή, και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου.
Εκδόθηκαν η 198/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 288/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α’ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ("εργατικό ατύχημα"), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ’ αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής.
2. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς, γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας).
Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330 εδ. β’ ), αποτελεί αόριστη νομική έννοια της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία.
Υποχρέωση προς ενέργεια απορρέει και από τη διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται στον εργοδότη να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο πρόνοιας, χάριν προστασίας της ζωής ή της υγείας του εργαζόμενου. Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.
3. Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ’ αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε ειδικές δεσμευτικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπουν μια γενική εποπτεία. Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρο 922 ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του.
Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή των υπ’ εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες του και θεωρείται ως προστηθείς του εργοδότη (ΑΠ 1048/2018).
4. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/ 1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν διατάξεις για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι’ αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).
Ως εκ τούτου, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ’ αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 959/2018).
Ομοίως, η διάταξη του άρθρου 16 παρ.4 του ν. 551/1915, κατά την οποία το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται μόνον εάν αφορά σε παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών, που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Ως εκ τούτου, για τον προσδιορισμό της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, που συνεκτιμάται με τις λοιπές περιστάσεις (ΑΠ 1524/2005).
5. Επί οικοδομικών εν γένει εργασιών, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων (προεχόντως) του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού - μέτρα ασφαλείας", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του π.δ. 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-6-1992 "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια".
Από τις διατάξεις των ως άνω νόμων συνάγεται ότι α) σε περίπτωση που ο κύριος του έργου έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, β) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου ή στον εργολάβο ή στον κατά περίπτωση υπεργολάβο για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφάλειας προς πρόληψη ατυχήματος και γ) ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου και ο προστηθείς από αυτόν υπεργολάβος τμήματος αυτού έχει, επίσης, νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία, ανεξάρτητα προς το αν δόθηκαν ή μη σ’ αυτόν σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό.
Και ειδικότερα, αν το έργο πρόκειται να εκτελεσθεί σε επαφή ή με προσέγγιση των εργαζομένων σε πλησίον διερχόμενο ηλεκτροφόρο αγωγό, πρέπει να ληφθούν μέτρα που να αποβλέπουν είτε στην εξουδετέρωση του αγωγού (μετατόπιση αυτού ή διακοπή της παροχής με παρέμβαση της αρμόδιας υπηρεσίας, εγκιβωτισμός με πρωτοβουλία του εργοδότη ή των προστηθέντων) είτε στην αποτροπή βλάβης των εργαζομένων από την τυχαία επαφή με τον αγωγό (συμβουλευτική ενημέρωση και χορήγηση προστατευτικού εξοπλισμού από τα ως άνω πρόσωπα), ανεξαρτήτως του αν προ της ενάρξεως των εργασιών ενημερώθηκε ή όχι η αρμόδια υπηρεσία από τον έχοντα την υποχρέωση να λάβει τα μέτρα ασφαλείας (ΑΠ 855/2010, ΑΠ 1511/2008).
6. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Ότι ο πρώτος εναγόμενος, Ε. Γ., που δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη, προτιθέμενος κατά το έτος 2006 να ανεγείρει διώροφη οικοδομή σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, στα ..., ανέθεσε στο δεύτερο εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό Χ.
Κ., που επίσης δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη, την εκπόνηση μελέτης προς έκδοση της οικοδομικής άδειας και την επίβλεψη του έργου που επρόκειτο να εκτελεσθεί. Ότι, παράλληλα, ο ως άνω κύριος του έργου, μη διαθέτοντας τις προς τούτο απαιτούμενες γνώσεις και διαμένοντας μόνιμα στην Αθήνα, κατόπιν υποδείξεως του επιβλέποντος μηχανικού, ανέθεσε στον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, εργολάβο οικοδομών Σ.
Β., κάτοικο ..., να κατασκευάσει με δικά του μέσα και εργατοτεχνικό προσωπικό τον φέροντα οργανισμό της οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ότι το έργο που ανέλαβε ο αναιρεσείων περιλάμβανε την κατασκευή του ξυλοτύπου, την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού και τη ρίψη του σκυροδέματος. Ότι ο αναιρεσείων, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, ανέθεσε την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού στον τέταρτο εναγόμενο, υπεργολάβο σιδερά Κ.
Α., που επίσης δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη. Ότι ο τελευταίος είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απασχολούσε στο συνεργείο του τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο. Ότι ο κύριος του έργου ουδεμία ανάμειξη είχε στην επιλογή του υπεργολάβου και του προσωπικού που εκείνος θα χρησιμοποιούσε, ούτε είχε σχέση με τους εργαζόμενους στο έργο, με τους οποίους ούτε προσωπική γνωριμία είχε ούτε σε κάποια συμφωνία είχε έλθει.
Ότι ο κύριος του έργου είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή για τις εργασίες του καλουπώματος και σιδερώματος (40.000 ευρώ, για εργατικά, υλικά, ασφάλιστρα κλπ, συν το εργολαβικό κέρδος) στον αναιρεσείοντα εργολάβο, ο οποίος θα πλήρωνε τον υπεργολάβο κατά τη μεταξύ τους συμφωνία.
Ότι το συνεργείο του αναιρεσείοντος και το συνεργείο του υπεργολάβου σιδηρού οπλισμού, δουλεύοντας εκ περιτροπής, κατασκεύασαν το υπόγειο της οικοδομής, ήτοι δάπεδο υπογείου, σκελετό υπογείου και οροφή υπογείου και στη συνέχεια κατασκεύασαν τον ξυλότυπο του σκελετού και της οροφής του υπερυψωμένου ισογείου.
Ότι ο αναιρεσίβλητος, ως μέλος του συνεργείου του υπεργολάβου σιδηρού οπλισμού, την 3-5-2007 συμμετείχε στις εργασίες σιδερώματος στο σκελετό και στην οροφή του υπερυψωμένου ισογείου της οικοδομής. Ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, χρειάστηκε να μεταφέρει μια δεσμίδα που αποτελείτο από 8 σιδερόβεργες και είχε διάμετρο οκτώ (8) εκατοστών και μήκος πέντε (5) μέτρων περίπου, για να την κατεβάσει από το επίπεδο του πρώτου ορόφου, μέσω της καλουπωμένης κλίμακας της οικοδομής, στο δάπεδο του ισογείου.
Ότι κρατούσε τις σιδερόβεργες με το δεξί του χέρι, τις ακουμπούσε στο δεξιό του ώμο και τις στήριζε με το αριστερό του χέρι. Ότι κατά τη μεταφορά οι σιδερόβεργες ακούμπησαν σε ρευματοφόρο αγωγό μέσης τάσης, που διερχόταν άνωθεν της οικοδομής και εγκάρσια αυτής, σε απόσταση τριών (3) περίπου μέτρων από το επίπεδο του πρώτου ορόφου.
Ότι εξ αυτού ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηλεκτροπληξία. Ότι μετά την παροχή πρώτων βοηθειών, ο αναιρεσίβλητος χρειάσθηκε νοσηλεία μέχρι την 1-8-2007, διότι όπως διαπιστώθηκε είχε υποστεί σοβαρό ηλεκτρικό έγκαυμα στα κάτω άκρα άμφω (έγινε ακρωτηριασμός του αριστερού ποδιού, κάτω από το γόνατο, λόγω ισχαιμικής νέκρωσης), καθώς και στη δεξιά τραχηλική χώρα (επήλθε αποκάλυψη της γνάθου) και στο πρόσωπο δεξιά.
Ότι παρά τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις και τις εν γένει προσπάθειες αποκατάστασης, κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 80%, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 7-12-2007 έως 31-12-2010. Ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος υπήρξε αποτέλεσμα συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος εργολάβου, του επιβλέποντος μηχανικού και του υπεργολάβου σιδερά, συνιστάμενης στο ότι αυτοί, αν και είχαν νομική υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, α) πριν από την έναρξη εργασιών, δεν ειδοποίησαν εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία (ΔΕΗ) ως προς τη διέλευση ρευματοφόρου αγωγού μέσης τάσης άνωθεν της οικοδομής, προκειμένου να διερευνηθεί η λήψη μέτρων για να εργαστούν με ασφάλεια οι οικοδόμοι και, ειδικότερα, δεν ζήτησαν διακοπή της διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος από το συγκεκριμένο αγωγό κατά το χρόνο που θα εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες στην οροφή του ισογείου (άρθρα 78 και 79 του π.δ. 1073/1981) και β) κατά τη διάρκεια των εργασιών, δεν κάλυψαν με σανίδωμα το ρευματοφόρο αγωγό, δεν εφοδίασαν με αντιηλεκτροπληξιακό εξοπλισμό (μονωτικά γάντια, πλαστικές μπότες και κράνος) τους εργαζόμενους και δη τον αναιρεσίβλητο και δεν είχαν διαρκή επίβλεψη αυτού, ώστε να αποφευχθεί η επαφή τού υπ’ αυτού μετακινούμενου σιδηρού οπλισμού με το ρευματοφόρο αγωγό (άρθρα 78, 102, 103 και 111 του π.δ. 1073/1981).
Ότι, ειδικότερα, ο αναιρεσείων εργολάβος έχει ευθύνη για το ατύχημα ως προστήσας τον υπεργολάβο σιδερά, που ήταν ο φυσικός εργοδότης του παθόντος αναιρεσίβλητου, οπότε παραμένει νομικά αδιάφορο το αν αυτός, ως εργολάβος, είχε διαφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα να δίνει οδηγίες στον υπεργολάβο. Ότι, αντιθέτως, ο κύριος του έργου δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό του την επίβλεψη και διεύθυνση της εκτέλεσης του έργου και για το λόγο αυτό δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του προστήσαντος έναντι του αναιρεσείοντος εργολάβου, του επιβλέποντος μηχανικού και του υπεργολάβου σιδερά.
Ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που θεμελιώνουν αμέλεια του παθόντος αναιρεσίβλητου ως προς την επέλευση του ατυχήματος. Ότι, ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος μετέφερε τις σιδερόβεργες κατόπιν εντολής του υπεργολάβου και, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως οικονομικός μετανάστης παρέχων εξαρτημένη εργασία δεν είχε την ευχέρεια ούτε να διαμαρτυρηθεί για την επικινδυνότητα της μεταφοράς ούτε να την εκτελέσει με ασφαλέστερο τρόπο, αφού για να περάσει τις σιδερόβεργες από την καλουπωμένη κλίμακα που οδηγούσε στο δάπεδο του ισογείου, λόγω του μεγάλου μήκους αυτών, έπρεπε οπωσδήποτε να τις υψώσει κάθετα ή να προσδώσει σ’ αυτές πολύ μεγάλη κλίση σε σχέση με το δάπεδο, με συνέπεια η έκθεσή του στον κίνδυνο της επαφής τού ενός άκρου αυτών με το ρευματοφόρο αγωγό, ακόμη και αν τον είχε αντιληφθεί, να γίνει αναπόφευκτη.
7. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι πρόκειται για εργατικό ατύχημα στην επέλευση του οποίου συνέβαλε συγκλίνουσα αμέλεια του επιβλέποντος μηχανικού, του εργολάβου και ήδη αναιρεσείοντος και του υπεργολάβου σιδερά, χωρίς συνυπαιτιότητα του εργαζόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου και α) απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση του εργαζόμενου, β) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση τη έφεσης του υπεργολάβου σιδερά, γ) έκανε κατ’ ουσίαν δεκτές τις εφέσεις του επιβλέποντος μηχανικού και του εργολάβου, δ) εξαφάνισε εν μέρει την τότε εκκαλουμένη 198/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου ως προς τους ως άνω τρεις υπευθύνους, με συνέπεια αυτή να παραμείνει ισχυρή μόνο κατά το μέρος με το οποίο είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως προς τον κύριο του έργου και ε) δίκασε εκ νέου και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς τους ως άνω τρεις υπευθύνους, τους οποίους, ύστερα από νέα στάθμιση του εύλογου ποσού, υποχρέωσε εις ολόκληρο να καταβάλουν στον εργαζόμενο 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από το ατύχημα (το πρωτοδικείου είχε επιδικάσει 300.000 ευρώ).
Με την κρίση αυτή, το εφετείο υπήγαγε προσηκόντως τις πραγματικές του παραδοχές, τις οποίες με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα δε, ως προς την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το περιεχόμενο τόσο του εξεταζόμενου λόγου όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε στα διδάγματα αυτά όχι για να προβεί στην ερμηνεία κανόνος δικαίου ή στην υπαγωγή των παραδοχών του σ’ αυτόν, οπότε και μόνο ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος, αλλά για να αξιολογήσει τη συμπεριφορά του παθόντος και να αποκλείσει οποιοδήποτε πταίσμα αυτού στην επέλευση του ατυχήματος, οπότε πρόκειται για αναιρετικώς ανέλεγκτη στάθμιση της ουσίας της υποθέσεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 115/2010).
8. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο το εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής ως αόριστης, διότι δεν γινόταν στο εισαγωγικό δικόγραφο επίκληση του περιστατικού ότι ο κύριος του έργου, που ήταν εναγόμενος μαζί με τον επιβλέποντα μηχανικό, τον εργολάβο και ήδη αναιρεσείοντα και τον υπεργολάβο σιδερά, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης των εργασιών. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 68) να επικαλεσθεί το τυχόν απαράδεκτο της αγωγής έναντι ενός εκ των απλών ομοδίκων εναγομένων, η απαγγελία του οποίου εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας δεν επρόκειτο να ωφελήσει ούτε τον ίδιο ούτε τους λοιπούς ομοδίκους.
9. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το εφετείο δεν διαλαμβάνει σαφή παραδοχή ως προς το αν δέχεται ή όχι σχέση πρόστησης μεταξύ του κυρίου του έργου και αυτού του ιδίου, ως εργολάβου. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, πέραν του ότι η σχετική, αποφατική παραδοχή είναι σαφής (βλ. παραπάνω, αρ.6), για την κατάφαση της ευθύνης του αναιρεσείοντος ήταν αρκετή η παραδοχή της ιδιότητας αυτού ως εργολάβου της κατασκευής του εξ οπλισμένου σκυροδέματος σκελετού της οικοδομής, κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε το ένδικο ατύχημα. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση του κυρίου του έργου να λαμβάνει μέτρα ασφαλείας. Ο λόγος είναι αβάσιμος, ως αλυσιτελής, διότι, πέραν του ότι υπάρχει σαφής παραδοχή ως προς το ότι ο κύριος του έργου είχε αναθέσει την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών στον επιβλέποντα μηχανικό και στον εργολάβο, η τυχόν παράλληλη ευθύνη του κυρίου του έργου, την οποία αιτιολογημένως απέκλεισε το δικαστήριο της ουσίας δεχθέν ότι δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης ή εποπτείας των εργασιών, δεν επηρεάζει την ευθύνη του αναιρεσείοντος ως εργολάβου.
10. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμοι αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 288/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου και την 22α Μαΐου 2018. Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ