1154/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1154/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό.220/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως προς την πρώτη εναγόμενη επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 587,23 ευρώ, ως αμοιβή για την εργασία της κατά το Σάββατο και την Κυριακή, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1154/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Κοτσίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εμπορικής βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 2013/2015 και 1013/2016 διορθωτική αυτής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 2015/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 29.03.2013 (αυξ. αριθμ καταθ. …/2013) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μετά των εναγομένων, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως πωλήτρια στις επιχειρήσεις αυτών, ως και καταγγελία αυτής από την πρώτη εναγομένη, ζήτησε κατ' επιτρεπτό περιορισμό της αγωγής:
α) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 57.498,19 ευρώ ως αμοιβή της για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και κατά Κυριακές, αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες, εις ολόκληρον, άλλως μόνον η δεύτερη από αυτές να της καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 1.9272,72 ευρώ για υπερεργασία, απασχόληση κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και αποδοχές Μαρτίου 2013, γ) να υποχρεωθούν επίσης αμφότερες οι εναγόμενες να της καταβάλλουν το ποσό 3.240 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια του επιδόματος ανεργίας δ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης με βάση τη σύμβαση εργασίας της, την αδικοπραξία και τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επικουρικά όλες τις αξιώσεις της κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις.
Επιί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό.220/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως προς την πρώτη εναγόμενη επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 587,23 ευρώ, ως αμοιβή για την εργασία της κατά το Σάββατο και την Κυριακή, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην απόφαση.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας με την προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την δεύτερη εναγόμενη και έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσία ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε η αγωγή, και ακολούθως κατά εν μέρει παραδοχή αυτής υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.222,58 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ) ,είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Kατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 78/2016 ΤΝΠ Νόμος).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για παραμόρφωση εγγράφου (ΑΠ 765/2008 AΠ 477/2006, AΠ 1263/1998 ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 15/2006, 1/1999).
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 72/2014).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, είχε προσληφθεί στις 2-5-1999 από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΕ", για να παράσχει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια στο επί της οδού … αριθμός … υποκατάστημα της εργοδότριάς της στην …, με συμφωνημένο ωράριο 8 ωρών ημερησίως για 5 ημέρες την εβδομάδα, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν το Σάββατο, ενώ, εκτός των Κυριακών που δεν εργαζόταν (με εξαίρεση τις Κυριακές που θα αναφερθούν παρακάτω) συμφωνήθηκε να λαμβάνει ένα ακόμα ρεπό την εβδομάδα, ως δεύτερη ημέρα ανάπαυσης.
Ακολούθως η ενάγουσα, από 28-3-2000 παρέσχε τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση της Β. Κ., συζύγου του ομορρύθμου μέλους της αρχικής εργοδότριάς της, στην οδό … αριθμός … στην …, η οποία υπεισήλθε στις απορρέουσες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα από την συγκεκριμένη εργασιακή σύμβαση, ενώ στην συνέχεια μεταφέρθηκε εκ νέου από την εργοδότριά της, την 9-4-2002, με δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας στον ΟΑΕΔ …, με την οποία, επικαλούμενος την από 2-5-1999 σύμβαση εργασίας, γνωστοποίησε την τοιαύτη μεταφορά της ενάγουσας.
Ακολούθησαν διαδοχικές μεταφορές της ενάγουσας σε άλλες εταιρείες συμφερόντων της ίδιας οικογένειας, τελικά δε, από την 17-6-2010 στην πρώτη εναγομένη, η οποία προήλθε από συνένωση οκτώ εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η εταιρεία που την προσέλαβε, με τους ίδιους όρους κάθε φορά, συνεχιζομένης της αρχικής συμβάσεως εργασίας της, ως ενιαίας τοιαύτης.
Η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ως άνω, τελευταία εργοδότριά της, ενώ στην πορεία της ανατέθηκαν και αυξημένα καθήκοντα υπεύθυνης καταστήματος, μέχρι την 31-12-2012, κατά δε τον τελευταίο μήνα, είχε μεταφερθεί ατύπως στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης στο Ελληνικό, αλλά συνέχισε να λαμβάνει εντολές από την αρχική της εργοδότριά και να πληρώνεται από αυτή.
Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, συνταγέντος του με την ίδια ημερομηνία εγγράφου καταγγελίας, στο οποίο αναγράφεται τόσο η καταγγελία, όσο και η λήψη αποζημιώσεως ύψους 9.960,16 ευρώ.......... Στην κρίση...περί μη καταβολής της αποζημίωσης, συνηγορούν και τα ακόλουθα:
Α) η εναγόμενη κατέβαλλε τη μισθοδοσία στο προσωπικό της, μεταξύ του οποίου και στην ενάγουσα, μέσω τραπεζικού λογαριασμού, πράγμα που δεν έπραξε με την αποζημίωση, ικανού ύψους, β) ενώ φέρεται να κατέβαλε το μεγάλο αυτό ποσό σε μετρητά εκείνη την ημέρα, ωστόσο άφησε σε εκκρεμότητα το υπόλοιπο της μισθοδοσίας της ενάγουσας του συγκεκριμένου μηνός, ασήμαντου ποσού σε σχέση με την αποζημίωση, το οποίο κατέθεσε αρκετές ημέρες αργότερα στον τραπεζικό της λογαριασμό, γ) τέλος, ενώ φέρεται να κατέβαλε το ποσό αυτό σε μετρητά, το οποίο αυτονοήτως εκταμιεύτηκε από το ταμείο της επιχείρησης, δεν προσκομίσθηκε ανταποδεικτικώς, ούτε η ανάλυση του ταμείου της συγκεκριμένης ημέρας, ούτε η καρτέλλα πληρωμών της ενάγουσας, έγγραφα από τα οποία ευχερώς θα αποδεικνυόταν, αφ' ενός η εκταμίευση του ποσού, αφ' ετέρου η (λογιστική) πίστωσή του στο λογαριασμό της ενάγουσας.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που παρέσχε τις υπηρεσίες της στην πρώτη εναγομένη, και δη από της προσλήψεώς της μέχρι και την 31-12-2012, η ενάγουσα, κατά το διάστημα των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, λόγω φόρτου εργασίας των καταστημάτων της εναγομένης, εργαζόταν καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της, πραγματοποιώντας αντίστοιχα, υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, καθώς και τις ημέρες που είχε ρεπό, για δε την ως άνω απασχόλησή της δεν έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή.
Για την πραγματοποίηση των υπερωριών, δεν είχε προηγηθεί σχετική αναγγελία ή άδεια της αρχής. Επίσης, κατά τον υπόλοιπο |χρόνο, ελάμβανε, αντί τεσσάρων ρεπό τον μήνα, μόνον ένα, εργαζομένης καθ' όλες τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, πλην της Κυριακής συμπεριλαμβανομένου δε του Σαββάτου. Ειδικότερα, κατά την Μεγάλη Εβδομάδα εκάστου έτους, η ενάγουσα εργαζόταν, από Μ.
Δευτέρα έως και Μ. Πέμπτη από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ., την Μ. Παρασκευή από ώρα 11 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ. και το Μ. Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 6 μ.μ. κατά τα έτη 2008 έως και 2010, ενώ κατά τα έτη 2011 και 2012 εργαζόταν τις ίδιες ώρες τις υπόλοιπες ημέρες, κατά δε το Μ. Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 5 μ.μ. (1 ώρα λιγότερη).
Έτσι, κατά την εβδομάδα αυτή πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας κάθε έτος και 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τα έτη 2008 έως και 2010 και 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εφεξής. Κατά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες εκάστου έτους, η ενάγουσα εργαζόταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ.
και το Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 6 μ.μ. κατά τα έτη 2008 και 2009, ενώ κατά τα έτη 2010 έως και 2012 εργαζόταν τις ίδιες ώρες τις υπόλοιπες ημέρες, κατά δε το Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 5 μ.μ. (1 ώρα λιγότερη). Έτσι, κατά τις τρεις αυτές εβδομάδες εκάστου έτους, πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας κάθε έτος και 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τα έτη 2008 και 2009 και 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εφεξής.
Τέλος, η ενάγουσα εργάσθηκε και κάποιες Κυριακές, και δη από μία Κυριακή στο τέλος του έτους, κατά τα έτη 2008 έως και 2011 και 2 Κυριακές το 2012, και συνεπώς της οφείλεται για αυτές προσαύξηση κατά 75% επί του ημερομισθίου της, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, συνολικού ύψους 212,16 ευρώ - χωρίς να αμφισβητείται το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού της ως άνω προσαύξησης - , ενώ δεν αποδείχθηκε ότι δεν της χορηγήθηκε αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, ώστε να δικαιούται και το 1/25 του μισθού της.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η πραγματοποίηση υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριών σε άλλα χρονικά διαστήματα, πλην των προαναφερθέντων, και συνεπώς τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, και δη, είτε μηνιαίες αποδοχές, είτε αμοιβές από υπέρβαση του ωραρίου της.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε προσβλητική της προσωπικότητας της ενάγουσας συμπεριφορά της εκπροσώπου της, που να δικαιολογεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, και η πρώτη εναγομένη, διά του εκπροσώπου της, δεν αποδείχθηκε ότι μετήλθε συμπεριφορά προσβλητική για την προσωπικότητα της ενάγουσας, όπως η τελευταία ισχυρίζεται.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέγραψε το έγγραφο της καταγγελίας παρασυρθείσα από ψευδείς παραστάσεις του εκπροσώπου της εναγομένης σχετικά με το περιεχόμενό του, ενώ παρέμεινε ασαφές και συνεπώς μη αποδειχθέν το αν η πλάνη που της δημιουργήθηκε σχετικά με τις έννομες συνέπειες και την περαιτέρω χρήση του εγγράφου, προκλήθηκε υπαιτίως από τον ανωτέρω εκπρόσωπο της εργοδότριά της.
Συνεπώς, το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέο και ως προς την πρώτη εναγομένη. Με βάση, περαιτέρω, τα αμέσως ανωτέρω είναι αβάσιμο κατ' ουσία και το αίτημα της ενάγουσας για αποζημίωσή της λόγω στέρησης του επιδόματος ανεργίας, το οποίο στηρίζει στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, και ειδικότερα στην αποσιώπηση της απόλυσή της, καθ' όσον τέτοια συμπεριφορά δεν αποδείχθηκε.
Συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της για την δεύτερη εναγομένη ως ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη, οφείλει στην ενάγουσα τα εξής ποσά: Α) για την νόμιμη αποζημίωσή της: Όπως προελέχθη, η ενάγουσα είχε προσληφθεί την 2-5-1999, και συνεπώς κατά τον χρόνο της απόλυσής της (31-12-2012) είχε συμπληρώσει 13 χρόνια υπηρεσίας.
Συνεπώς, η αποζημίωσή της με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου προ της απολύσεώς της μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι των 1.067,16 ευρώ εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι παρείχε τακτικα και σταθερά υπερεργασία -ανερχόταν σε [(1.067,16 χ9) +1/6=] 11.205,18 Ευρώ, Β) Για υπερεργασία (άρθρο 1 παρ.1 ν. 3385/2005 έως 14-7-2010 και εφεξής 74 παρ. 10 ν.3863/2010) :
Με δεδομένο ότι οι αποδοχές της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-10-2008 ανερχόταν σε 1.035,92 εφεξής έως και 31-9-2009 σε 1.127,23 ευρώ, εφεξής έως και 31-3-2012 σε 1.270 ευρώ και εφεξής μέχρι το χρόνο της απόλυσή της σε 1.067,16 ευρώ, της οφείλονται: 1) Για την Μεγάλη Εβδομάδα 2008, ήτοι από 21-4-2008 έως 26-4-2008: [(1.035,92 ο μηνιαίος μισθός χ 0,006=) 6,21 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 38,80 ευρώ. 2) Για το διάστημα από 15-12-2008 έως 3-1-2009: [(1.127,23 ευρώ ο μηνιαίος μισθός χ 0,006=) 6,76 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες=] 126,75 ευρώ, 3) Για την Μεγ.
Εβδομάδα 2009, ήτοι από 13-4-2009 έως 18-4-2009: [6,76 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω χ 1,25 με την προσαύξηση Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 42,25 ευρώ., 4)Για το διάστημα από 14-12-2009 έως 2-1-2010: [(1.270 ευρώ ο μηνιαίος μισθός χ 0,006=) 7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 142,88 ευρώ., 5) Για την Μεγ.
Εβδομάδα 2010, ήτοι από 29-3-2010 έως 3-4-2010: [7,62 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 47,60 ευρώ., 6) Για το διάστημα από 13-12-2010 έως 31-12-2010: [(7,62 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα ως άνω Χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως χ3 εβδομάδες=] 137,16 ευρώ., 7) Για την Μεγ. Εβδομάδα 2011, ήτοι από 18-4-2011 έως 23-4-2011: [7,6 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 45,72 ευρώ. 8) Για το διάστημα από 12-12-2011 έως 31-12-2011: [(7,62 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα ως άνω χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίος χ3 εβδομάδες=] 137,16 ευρώ. 9)Για την Μεγ.
Εβδομάδα 2012, ήτοι από 9-4-2012 έως 14-4-2012: [(1.067,16 ευρώ ο μισθός χ 0,006=) 6,40 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 38,40 ευρώ. 10)Για το διάστημα από 10-12-2012 έως 29-12-2012: [(6,40 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω Χ 1.20 με την προσαύξηση Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες =] 115,20 ευρώ, ήτοι για υπερεργασία συνολικά 871,92 ευρώ.
Γ) Για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση (άρθρο 1 ν. 3385/2005 έως 14-7-2010 και εφεξής 74 παρ. 10 ν. 3863/2010) και με βάση τις ανωτέρω αποδοχές και τα αντίστοιχα ωρομίσθια όπως υπολογίστηκαν στο κεφάλαιο ΕΓ: 1)Για την Μεγάλη Εβδομάδα 2008, ήτοι από 21-4-2008 έως 26-4-2008: [6,21 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 14 ώρες εβδομαδιαίως=] 173,88 ευρώ. 2)Για το διάστημα από 15-12-2008 έως 3-1-2009: (6,76 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 16 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=) 648,96 ευρώ.,3) Για την Μεγ.
Εβδομάδα 2009, ήτοι από 13-4-2009 έως 18-4-2009: (6,76 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 14 ώρες εβδομαδιαίως =) 189,28 ευρώ. 4)Για το διάστημα από 14-12-2009 έως 2-1-2010: ( 7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 16 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 731,52 ευρώ. 5)Για την Μεγ. Εβδομάδα , ήτοι από 29.03.2010 έως 3-4-2010 (7,62 ευρώ το ημερομισθιο Χ 2 με την προσαυξηση Χ 14 ώρες εβδομαδιαίας = ) 213,36 ευρώ, 6)Για το διάστημα από 13-12-2010 έως 31-12-2010: (7,62 ευρώ τα ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=) 617,36 ευρώ, 7) Για την Μεγ.
Εβδομάδα 2011, ήτοι από 18-4-2011 έως 23-4-2011: (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση Χ 13 ώρες εβδομαδιαίως=] 178,31 ευρώ., 8)Για το διάστημα από 12-12-2011 έως 31-12-2011: (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 617,22 ευρώ, 9)Για την Μεγ. Εβδομάδα 2012, ήτοι από 9-4-2012 έως 14-4-2012: (6,40 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 13 ώρες εβδομαδιαίως=] 149,76 ευρώ. 10)Για το διάστημα από 10-12-2012 έως 29-12-2012: (6,40 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=) 518,40 ευρώ και συνολικά για ιδιόρρυθμες υπερωρίες το ποσό των 4.037,91 ευρώ.
Δ) Για την εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας μέχρι και την 31/5/2010, της οφείλεται 1/25 του κατώτατου νομίμου μισθού της για κάθε ημέρα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι κατά τον αντίστοιχο ποσό η εργοδότριά της κατέστη πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε υπό τις ίδιες συνθήκες στη θέση της ενάγουσας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις (προϋπηρεσία κλπ), ενώ από 1-6-2010 και εφεξής (άρθρο 8 ν.3 846/2010), της οφείλεται εκ του νόμου πλέον το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%: 1) Για το διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008, που ο κατώτατος νόμιμος μισθός, με βάση την από 30-7-2008, κηρυχθείσα υποχρεωτική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας ετών 2008-2009 (ΠΚ 103/5-8-2008), ανερχόταν σε 815,23 και το νόμιμο ημερομίσθιο σε 32,61 ευρώ , (28ημ.
X 32,61=) 913,08 ευρώ. 2) Για το διάστημα από 1-9-2008 έως 31-12-2008, που με βάση την ίδια ΣΣΕ ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 843,76 ευρώ και το νόμιμο ωρομίσθιο σε 33,75 ευρώ (8ημ X 33,75=) 270 ευρώ. 3) Για το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-8-2009, που με βάση την ίδια ΣΣΕ ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 860,64 ευρώ και το νόμιμο ωρομίσθιο σε 34,43 ευρώ (28 ημ.
X 34,43=) 964,04 ευρώ. 4) Για το διάστημα από 1-9-2009 έως 10-5-2010, που με βάση την ίδια ΣΣΕ ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 903,67 ευρώ και το νόμιμο ωρομίσθιο σε 36,15 ευρώ (21ημ. X 36,15 =) 759,15 ευρώ. 5) Για το διάστημα από 11-5-2010 έως 31-3-2012, υπό την ισχύ του ν. 3846/2010, που ο καταβαλλόμενος μισθός της ανερχόταν σε 1.270 ευρώ και το ημερομίσθιό της σε 50,8 ευρώ (68ημ.
X 50,80 X 1,30 μαζί με την προσαύξηση =) 4.490,72 ευρώ. 6) Για το διάστημα από 1-4-2012 έως 31-3-2012, που ο καταβαλλόμενος μισθός της ανερχόταν σε 1.067,16 ευρώ και το ημερομίσθιό της σε 42,69 ευρώ (27 ημ. X 42,69 X 1,30 μαζί με την προσαύξηση=) 1.498,42 ευρώ, συνολικά δε για την ανωτέρω απασχόλησή της την έκτη ημέρα, ποσό 8.895,41 ευρώ, ενώ για όλες τις προεκτεθείσες αιτίες οφείλονται (11.205,18 + 871,92 + 4.037,91 + 8.895,41 = ) 25.010,42 ευρώ, πλέον της προσαύξησης των Κυριακών, ύψους 212,16 ευρώ, ...ήτοι συνολικά 25.222,58 ευρώ.".
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κατέληξε στην παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η πραγματοποίηση υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριών σε άλλα χρονικά διαστήματα, πλην των αναφερθέντων από αυτήν και δη το Μ.
Σάββατο νια καθένα από τα έτη 2008-2010, δύο (2) Σάββατα κατά την περίοδο των Χριστουγέννων για καθένα από τα έτη 2008-2010, μια (1) Κυριακή για το έτος 2008, μία (1) Κυριακή νια το έτος 2011 και δύο (2) Κυριακές για το έτος 2012 και εσφαλμένα απέρριψε τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια. Και ότι περαιτέρω εσφαλμένα δέχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν οφείλει ούτε μισθό ούτε αποζημίωση για την παράνομη εργασία ούτε αποζημίωση για την υπερεργασία και τις υπερωρίες για το χρονικό διάστημα απασχολήσεως στη δεύτερη εναγόμενη (από 1/12/2012 μέχρι και 31/3/2013) στο κατάστημα του Ελληνικού.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της πλημμέλειας που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, πλήττει στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και ειδικότερα πλήττουν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο από τις αποδείξεις ότι δεν ευθύνεται η δεύτερη εναγόμενη και ότι δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες πέραν αυτών που διαλαμβάνονται στην απόφαση. Εξάλλου με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι ότι εσφαλμένα και λόγω κακής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων η προσβαλλόμενη απέρριψε το κονδύλιο για ηθική βλάβης, που επικαλείται ότι υπέστη από την συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η προβαλλόμενη αιτίαση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) γιατί ανάγεται σε εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του δικανικού συμπεράσματος και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απαραδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προσβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να μνημονεύει ειδικώς ή και να εξαιρεί ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας αυτών. Εκ τούτου, δεν έπεται ότι αγνοούνται κάποια άλλα αποδεικτικά μέσα, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι έχουν συνεκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ του Κ.Πολ.Δ., υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. ΚΠολΔ "το δικαστήριο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση.
Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Μαρτυρία που δόθηκε με άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 906/2013, 635/2008, 631/2004).
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο προβάλλει, κατ'εκτίμηση των όσων διαλαμβάνει το δικόγραφο της αναίρεσης, την αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) την υπεύθυνη δήλωση της Ρ. Μ., β) την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα (συζύγου της), γ) το αντίγραφο του παρουσιολογίου για τον μήνα Ιανουάριο του 2013, τα συνεχόμενα μπλοκ παραγγελιών για το διάστημα μετά τον Δεκέμβριο του 2012, τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν αυτή κατά την ώρα εργασίας και τα έγγραφα για την αναρρωτική άδεια που έλαβε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δ) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων και ε) τον ισχυρισμό που περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις ότι εργάσθηκε στην β' αναιρεσίβλητη μέχρι τον Μάρτιο του 2013.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 της Ρ. Μ., ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αυτό έκρινε ότι η ως άνω δήλωση λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά στην ένδικη και ως εκ τούτου αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1405/2014). Οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού ότι δηλαδή το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 31.03.2013 είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης παραπονείται για μη ορθή εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των επικαλούμενων μαρτυρικών καταθέσεων και ισχυρισμών. Επικαλείται δε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα της μη πραγματοποίησης υπερεργασίας και υπερωριών για όλα τα αναφερόμενα στην από 29.03.2013 χρονικά διαστήματα.
διαλαμβάνοντας ότι πραγματοποιούνταν υπερεργασία και υπερωριακή εργασία για συγκεκριμένα μόνο χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, η αιτίαση της αυτή αβασίμως προβάλλεται, καθώς η πλημμέλεια του αρ. 559 αρ. 19 αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση που έχει εξαχθεί από αυτές.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "κάνει γενική παραδοχή" για πραγματοποίηση υπερεργασίας, παράνομων υπερωριών και για μη λήψη ρεπό καθ' όλη τη διάρκεια του έτους είναι αβάσιμoς, αφού ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση στο 5° φύλλο (στίχο 4 από το τέλος) αναφέρεται "η ενάγουσα, κατά το διάστημα των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, λόγω φόρτου εργασίας των καταστημάτων της εναγομένης, εργαζόταν καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου εργασίας της, πραγματοποιώντας αντίστοιχα υπερεργασία και κατ' εξαίρεσιν υπερωρίες, καθώς και τις ημέρες που είχε ρεπό", δηλαδή επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις εξειδικεύει ότι οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας για υπερεργασία, παράνομη υπερωρία και μη λήψη αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης αφορούν μόνο το διάστημα των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα και μάλιστα στη 2η σελίδα του 5ου φύλλου κάνει αναλυτική και πλήρη αναφορά του ωραρίου της ενάγουσας για τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.
Επομένως, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.06.2016 και με αριθμό κατάθεσης …/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2013/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ