Legislator Case Law & Legislation
1154/2012 AI generated

1154/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1154/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/01/2004, 22/12/2004, 14/1/2005 και 5/1/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Επί των αγωγών εκδόθηκε η 625/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 371/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2192/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 9/2/2010 κλήση τους επί της οποίας εκδόθηκε η 986/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 31/10/2011 κλήση τους.

Legislator headnote

AI generated

1154/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1154 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1154/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Μ. του Ε., 2) Α. Λ. του Ν., 3) Σ. Φ. του Ι., 4) Μ. Τ. του Ν., 5) Ι. Γ. του Ε., κατοίκων ..., 6) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 7) Π. Γ. του Ι., κατοίκου ... και 8) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ... . Οι 2η, 3η, 4ος, 5ος και 7ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τσιώνη. Οι 1η, 6η και 8ος των αναιρεσειόντων δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ - ΛΑΣΙΘΙΟΥ ΑΕ ΕΠΙΒΑΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΚΡΗΤΗΣ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δαμιανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/01/2004, 22/12/2004, 14/1/2005 και 5/1/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Επί των αγωγών εκδόθηκε η 625/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 371/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2192/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 9/2/2010 κλήση τους επί της οποίας εκδόθηκε η 986/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 31/10/2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 371/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από τους αναιρεσείοντες Μ. Μ., Μ. Κ. και Κ. Μ. δεν εμφανίσθηκαν, κατά τη νόμιμη, από τη σειρά του οικείου πινακίου, εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως και εφόσον η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ. την από 31-10-2011 κλήση τους, με την επ' αυτής πράξη του Προέδρου του Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 29/5/2012), πρέπει να δικασθούν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σΛ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ ΑΠ.Ολ. 7/2011, Α.Π. 123/2012, Α.Π. 16/2012).

Περαιτέρω, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου Φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδαφίου α' του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου.

Στις ρυθμίσεις αυτές, εξάλλου, υπάγονται και εργαζόμενοι με συμβάσεις "ορισμένου χρόνου" σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ. 164/2004 και 51 παρ.1γ του Ν. 1892/1990 (για επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα).

Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ.γ' του Π.Δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός, που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ.81/2003.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 16 του Ν. 2963/2001 (οργάνωση μεταφορών με λεωφορεία κ.λπ.), 4 και 9 Ν.Δ 102/1973 (ΚΤΕΛ-Αστική και Υπεραστική συγκοινωνία με λεωφορεία),προκύπτει ότι τα ΚΤΕΛ (Κοινά Ταμεία Εισπράξεως Λεωφορείων), που λειτουργούν με την μορφή ανώνυμης εταιρείας,' περιλαμβάνονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ανωτέρω προσδιορίζεται, καθόσον έχει ανατεθεί από το Δημόσιο σ' αυτά η εκτέλεση έργου δημοσίου χαρακτήρα και ειδικότερα "η εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών γραμμών" άρθρο 2 Ν. 2963 και 4 Ν.Δ. 102/1973), αποτελούν δε ιδιότυπες κερδοσκοπικές συγκοινωνιακές επιχειρήσεις, κοινής ωφέλειας.

Υπάγονται, επομένως, και αυτές στις ρυθμίσεις της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας και των προαναφερθέντων Π.Δ/των, καθόσον αφορά τους "συμβασιούχους", ήτοι τους εργαζομένους σ' αυτές, οι οποίοι έχουν προσληφθεί με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι από τις ανωτέρω διατάξεις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μπορεί να ζητηθεί έννομη δικαστική προστασία από τους έχοντες έννομο συμφέρον εργαζομένους και να αναγνωρισθεί ο χαρακτήρας των συμβάσεων τους, ως αορίστου χρόνου, με τις εκ του χαρακτηρισμού αυτού συνέπειες, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ, που τέθηκε σε ισχύ με το άρθρο 5 του Π.Δ. 229/1994, προβλέπει ότι η πρόσληψη, για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού, γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, το δε έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες, ότι η για ορισμένο χρόνο πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται, εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού, για αόριστο χρόνο, καθόσον, οι διατάξεις των προαναφερθέντων Π.Δ. και Οδηγίας, είναι μεταγενέστερες των εν λόγω ρυθμίσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ένδικες αγωγές, που συνεκδικάσθηκαν, οι ενάγοντες ιστορούν ότι, με βάση "διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου", προσλήφθηκαν από την εναγομένη "ΚΤΕΛ ΛΑΣΙΘΙΟΥ ΑΕ", προκειμένου να εργασθούν για λογαριασμό της, ως εκδότες εισιτηρίων. Ότι η εργασία τους στην εναγομένη κάλυπτε διαρκείς και πάγιες ανάγκες αυτής και ότι, κατά τα αναλυτικά, για τον κάθε ενάγοντα αναφερόμενα, εργάσθηκαν για συνολικό χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 24 μηνών, μέχρι την 30-9-2004 η πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσα, 31-10-2004 οι 3η, 5ος, 6ος και 7ος, 15-11-2004 ο 4ος και 6-11-2004 ο 8ος.

Ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, μετά τις ανωτέρω χρονολογίες, έπαυσε να δέχεται την εργασία τους, επικαλούμενη την ύπαρξη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δηλαδή κατήγγειλε τις εν λόγω συμβάσεις, χωρίς, όμως, να τηρήσει τα προβλεπόμενα για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου (έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης), αφού, στην πραγματικότητα, οι συμβάσεις τους αυτές είχαν καταστεί αορίστου χρόνου.

Ζητούσαν, στη συνέχεια, να αναγνωρισθεί ότι α) οι συμβάσεις αυτές είχαν χαρακτήρα αορίστου χρόνου, β) η ακυρότητα της καταγγελίας τους και γ) η υποχρέωση της εναγομένης να δέχεται τις υπηρεσίες τους. Με το περιεχόμενο αυτό οι ένδικες αγωγές, είναι νόμιμες, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηριζόμενες στις ως άνω διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου, τις διατάξεις των άρθρων 648, 671 Α.Κ., των άρθρων 70 Κ.Πολ.Δικ., 8 παρ.3.

Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες, κατά την 31-7-2004 είχαν συμπληρώσει 24 μήνες εργασίας στην εναγομένη και, γενικά, πληρούσαν τις προϋποθέσεις, που θέτει το άρθρο 11, ώστε οι εν λόγω εργασιακές σχέσεις, να συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου. Επομένως το εφετείο που δέχθηκε τα αντίθετα, ήτοι ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι οι συμβάσεις αυτές είχαν χαρακτήρα ορισμένου χρόνου, υποχρεωτικά, με βάση τον Κανονισμό Λειτουργίας της εναγομένης, με αποτέλεσμα να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αυτή και, στη συνέχεια, να την απορρίψει, ως μη νόμιμη, παρεβίασε τις ως άνω περί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου διατάξεις, όπως αυτές προπαρατέθηκαν τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες και, συνεπώς, κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, με την οποία και με το σύνολο των λόγων αυτής αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι, για τις εταιρείες και επιχειρήσεις, γενικότερα, που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα, εφαρμογή έχουν, καθόσον αφορά το είδος και τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας, οι διατάξεις του Π.Δ. 81/2003, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, σχετικά με τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (σε συνδυασμό και με αυτές του Α.Κ. και των ειδικών νόμων, που διέπουν τη σύμβαση εργασίας, κατά το μέρος που περιέχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους), στην οποία και ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ. 3 αυτής ορίζονται (μεταξύ άλλων), ότι "σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου".

Συνεπώς και στην περίπτωση ακόμη που, όπως υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, αυτή δεν υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά είχε χαρακτήρα καθαρά ιδιωτικό, πάλι οι ένδικες αγωγές θα ήταν νόμιμες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 81/2003 και άρθρου 8 του Ν. 2112/1920.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 371/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη αναιρεσειόντων, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ