1154/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1154/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1154/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ζαχόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Δ. Π., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α. Παπαθανάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 25-4-2005 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1370/2006, 1113/2007 μη οριστικές, 970/2009 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι προορισμένοι για την κοινή χρήση δρόμοι, οι οποίοι, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή την Κοινότητα, ανήκουν στο Δημόσιο. Ένα ακίνητο μπορεί να αποκτήσει την κατά τα ανωτέρω ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, συνακολούθως δε να περιέλθει στην κυριότητα του οικείου Ο.Τ.Α, και με την βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά τους όρους του άρθρου 1033 ΑΚ (αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση), ή με διάταξη τελευταίας βούλησης, ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα προς τον σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση απαιτείται να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1134, 1169, 1187 και 1319 ΑΚ, ως εκ της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Παρόμοιο αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει εμμέσως με την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του γενικού δόλου (exceptio doli qeneralis) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο Ο.Τ.Α με χρησικτησία αλλ' απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου.
Εξάλλου, ο κύριος εδαφικής έκτασης, κειμένης εκτός σχεδίου πόλης, που διαιρεί αυτή σε μερικότερα αυτοτελή οικόπεδα, τα οποία πωλεί σε τρίτους, αφήνει δε μεταξύ των οικοπέδων ιδιωτικούς δρόμους για την εξυπηρέτηση των αγοραστών και όχι για κοινή χρήση, δεν χάνει, λόγω παραίτησης, την κυριότητά του επί των εδαφικών λωρίδων που άφησε για τη δημιουργία των εν λόγω ιδιωτικών δρόμων, εκτός αν, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει περιληφθεί δήλωση περί παραίτησής του από αυτή στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια και έχουν αυτά μεταγραφεί.
Επίσης, στο άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Νικολάου Παπαναστασόπουλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οι διάδικοι, οι οποίοι είναι αδέλφια, έγιναν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μιας αγροτικής έκτασης, που βρίσκεται εντός του οικισμού "..." της περιφέρειας της τότε Κοινότητας ...
και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., εμβαδού 5445 Μ2, η οποία συνορεύει βόρεια με τη δημόσια οδό ...-..., νότια με αιγιαλό, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Σ. και δυτικά με ρέμα. Κατά το 1980 οι διάδικοι προέβησαν σε κατάτμηση της έκτασης αυτής σε δώδεκα μικρότερα αυτοτελή, πολεοδομικώς άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα, όπως αυτά αποτυπώνονται με τους αριθμούς … έως και … στο από 20-12-1980 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Γ., το οποίο προσαρτήθηκε στο ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Προκειμένου να επιτύχουν την οικοπεδοποίηση των τεμαχίων αυτών, στα οποία διαίρεσαν την προαναφερόμενη έκταση και για την εξυπηρέτηση των ιδιοκτησιών τους, οι διάδικοι διάνοιξαν σ' αυτήν κατά τον ίδιο χρόνο μία οδό πλάτους 6 μέτρων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 20-12-1980 τοπογραφικό διάγραμμα και την οποία χαρακτήρισαν ως κοινοτική οδό.
Με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο οι τελευταίοι μεταβίβασαν παράλληλα, λόγω δωρεάς στον Δ. Π., σύζυγο της εκκαλούσας- ενάγουσας, το τεμάχιο … της ανωτέρω έκτασης, ενώ την ίδια ημέρα συντάχθηκαν από τον ίδιο συμβολαιογράφο και τα κατωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια, τα οποία επίσης έχουν νόμιμα μεταγραφεί: α) Το ...
συμβόλαιο, το οποίο διορθώθηκε με το ... συμβόλαιο και με το οποίο οι διάδικοι μεταβίβασαν, λόγω δωρεάς, στο γιο της εκκαλούσας-ενάγουσας Α. το τεμάχιο …, β) το 8595/20-12-1980 συμβόλαιο, με το οποίο μεταβίβασαν λόγω δωρεάς, στη θυγατέρα της εκκαλούσας Ο. το τεμάχιο …, γ) το ... συμβόλαιο, το οποίο διορθώθηκε με το ...
συμβόλαιο και με το οποίο ο εφεσίβλητος-εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στην εκκαλούσα- ενάγουσα το μερίδιό του στα τεμάχια … και … και δ) το ... συμβόλαιο με το οποίο οι διάδικοι μεταβίβασαν στη μητέρα τους Ο. τα τεμάχια …, … και …. Εν συνεχεία καταρτίσθηκαν τα ... και ... συμβόλαια γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, τα οποία επίσης μεταγράφηκαν νόμιμα και με τα οποία η μητέρα των διαδίκων, εκπροσωπούμενη από την εκκαλούσα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής αφενός μεν στον εναγόμενο την ψιλή κυριότητα των τεμαχίων … και …, αφετέρου δε στα τέκνα του τελευταίου Ο. - Α.
και Ο. την ψιλή κυριότητα του τεμαχίου …. Σε όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαια αναφέρεται ρητά ότι τα μεταβιβαζόμενα τεμάχια συνορεύουν τα μεν … και … ανατολικά, τα δε υπόλοιπα δυτικά, με κοινοτική οδό πλάτους 6 μέτρων, που είναι η προαναφερόμενη επίδικη έκταση. Περαιτέρω, η εκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της ...
οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου ... της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, προέβη στην ανέγερση διώροφης οικοδομής στο τεμάχιο …, το οποίο, σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την άδεια αυτή, καθώς και το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την ... άδεια οικοδομής, έχει πρόσωπο, στην ανατολική του πλευρά, σε δρόμο πλάτους 6 μέτρων.
Ο εφεσίβλητος-εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με την ... οικοδομική άδεια του ίδιου Πολεοδομικού Γραφείου προέβη στην ανέγερση, μονώροφης οικοδομής με υπόγειο και δώμα στο τεμάχιο …, το οποίο, επίσης, σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την ως άνω άδεια, έχει πρόσωπο, στη δυτική του πλευρά δρόμο πλάτους 6 μέτρων.
Επίσης, στην πράξη ..., η οποία συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο ... Ειρήνη Νικολάου και έχει νόμιμα μεταγραφεί και με την οποίαν η εκκαλούσα ενάγουσα συνέστησε οριζόντιες ιδιοκτησίες στα προαναφερόμενα … και … τεμάχια, αναφέρεται ότι αυτά συνορεύουν στην ανατολική πλευρά με δημοτική οδό. Εξάλλου, η ενάγουσα με την περιεχόμενη στην ...
πράξη του συμβολαιογράφου ... Νικολάου Παπαναστασόπουλου δήλωσή της, η οποία έγινε πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας ..., πλην όμως δεν είχε μεταγραφεί, όπως έπρεπε, δήλωσε ότι αφήνει στην κοινή χρήση και ελεύθερη κυκλοφορία το δρόμο που βρίσκεται μπροστά από το οικόπεδο …, καθόλο το πρόσωπο του οικοπέδου και καθόλο το πλάτος του δρόμου και ότι η Κοινότητα μπορούσε να προβεί στη διαμόρφωσή του.
Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα δεν ήταν αποκλειστική κυρία του τμήματος αυτού του δρόμου και δεν μπορούσε να δεσμεύσει και το συγκύριο του εναγόμενο αδελφό της, ο οποίος δεν είχε προβεί σε ανάλογη δήλωση για το ιδανικό μερίδιό του επί της επίδικης εδαφικής έκτασης. Τη δήλωσή της αυτή ωστόσο η εκκαλούσα -ενάγουσα ανακάλεσε με νεώτερη, η οποία περιέχεται στη ...
πράξη της συμβολαιογράφου ... Ειρήνης Νικολάου και η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Παρά τις ανωτέρω κατά καιρούς δηλώσεις τους στα προαναφερόμενα συμβόλαια, οι διάδικοι ουδέποτε άφησαν την επίδικη λωρίδα εδάφους σε κοινή χρήση τρίτων, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε κατά λέξη ότι "....ο δρόμος αυτός ουδέποτε αφέθηκε στην κοινή χρήση τρίτων ..." και ότι "....
Η επίδικη εδαφική λωρίδα ήταν περιφραγμένη με μεταλλική μπάρα από την πλευρά της εθνικής οδού ... - ... ...", ενώ επί του ιδίου θέματος ο μάρτυρας του εναγομένου κατέθεσε ότι η μπάρα τοποθετήθηκε πριν από δέκα χρόνια στην είσοδο προς το δρόμο και ότι τη μπάρα τοποθέτησαν αυτοί που είχαν τις ιδιοκτησίες. Ο ίδιος μάρτυρας (εναγομένου) επίσης κατέθεσε ότι "με τον επίδικο δρόμο των διαδίκων δεν θίγονται τα συμφέροντα του δήμου, ακούστηκε ότι περνούσαν από εκεί", χωρίς να έχει ο ίδιος άμεση αντίληψη γι' αυτό.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε το Δημοτικό Συμβούλιο ..., με την ... απόφασή του, αποφάσισε να μην ορίσει δικηγόρο για τη διερεύνηση του ζητήματος, αν ο προαναφερόμενος δρόμος είναι ή όχι δημοτικός και να αναμείνει την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ενώ η από 4-5-2005 προσφυγή του εφεσίβλητου εναγομένου κατά της αμέσως ανωτέρω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου ..., απορρίφθηκε με την 40/2005 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 18 του ν. 2218/1994.
Επίσης, ο Δήμος ... δεν άσκησε παρέμβαση κατά την εκδίκαση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε ή εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υπήρχε βεβαιότητα σχετικά με τον χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής έκτασης. Ενώ περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ... πρακτικό συμβιβασμού ενώπιον της συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Ασπασίας Καρατζογιάννη, ο εφεσίβλητος- εναγόμενος μεταξύ άλλων είχε δηλώσει ότι "ο δρόμος αυτός ουδέποτε αφέθηκε στην κοινή χρήση τρίτων, αλλά χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τα συμβαλλόμενα μέρη και συνεπώς ο δρόμος αυτός δεν είναι κοινόχρηστος...", ενώ στη συνέχεια στο ίδιο πρακτικό συμβιβασμού ο ανωτέρω δρόμος χαρακτηρίζεται ως "εικονική οδός".
Αξιοσημείωτος επίσης κρίνεται και ο διαχωρισμός τμήματος του δρόμου αυτού στο εν λόγω πρακτικό και συγκεκριμένα η διανομή τμήματος αυτού, μήκους 19 μέτρων, ήτοι από τον αιγιαλό έως το ύψος των οικοδομών τους. Έτσι, αναφέρεται ότι "σε απόσταση 19 μέτρων περίπου από τον αιγιαλό θα μοιρασθεί ως προς τη χρήση κατά το ήμισυ (3+3) η λωρίδα εδάφους (δρόμος), δηλαδή η Α.
Π. θα χρησιμοποιεί με την προς νότο συνεχόμενη ιδιοκτησία της την ως άνω λωρίδα πλάτους 3 μέτρων, ο δε Α. Π. θα χρησιμοποιεί με την προς βορρά συνεχόμενη ιδιοκτησία του το άλλο τμήμα της ως άνω λωρίδας, πλάτους 3 μέτρων", διακανονισμός που δεν θα προβλεπόταν, εάν η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να αποτελέσει πράγματι η επίδικη εδαφική λωρίδα, κοινόχρηστη οδό.
Ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου- εναγομένου ότι οι ανωτέρω καταχωρισθείσες στο πρακτικό συμβιβασμού δηλώσεις του είναι προϊόν απειλής, η οποία ασκήθηκε από την ενάγουσα και το σύζυγό της, δεν κρίνεται βάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Έτσι, η επίδικη εδαφική λωρίδα, που υπάρχει μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, εξακολουθεί να ανήκει κατ' ίσα ιδανικά μέρη σ'αυτούς.
Εφόσον δε, ο δρόμος αυτός δεν παραχωρήθηκε για διαρκή, άμεση και γενική χρήση, η ένσταση του γενικού δόλου, με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, η οποία έχει προβληθεί από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο, για να επιτευχθεί με τον τρόπο αυτό ο χαρακτηρισμός του δρόμου αυτού ως κοινοχρήστου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Εξάλλου, ούτε οι δυσμενείς επιπτώσεις που επικαλείται ο εναγόμενος σε σχέση με τη νομιμότητα της οικοδομής που ανήγειρε στο τεμάχιο ΕΙ 2, συναρτώνται με τον χαρακτηρισμό του δρόμου αυτού ως μη κοινόχρηστου, ούτε από κάποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι δημιουργήθηκε στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της διανομής της εδαφικής λωρίδας, την οποίαν καταλαμβάνει ο δρόμος αυτός, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι, πριν από την άσκηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και συγκεκριμένα στις 19-5-2004 ο εναγόμενος συμφώνησε με το προαναφερόμενο πρακτικό συμβιβασμού για την κατά χρήση διανομή τμήματος του δρόμου αυτού, σε απόσταση 19 μέτρων από τον αιγιαλό, ανατρέποντας έτσι το διαρκή σκοπό του για την εξυπηρέτηση όλων των ιδιοκτησιών που δημιουργήθηκαν από την προαναφερθείσα κατάτμηση.
Έτσι, αποδεικνύεται ότι η άσκηση από την ενάγουσα του δικαιώματος της διανομής της επίδικης έκτασης, δεν είναι καταχρηστική. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που έκρινε ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, απορρίπτοντας τις ενστάσεις του εναγομένου περί κοινοχρήστου, του γενικού δόλου και της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, δεν παραβίασε, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 και 281 ΑΚ, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και έκτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ 1 του ίδιου Κώδικα, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ'αντίθετα. Επίσης οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος του που με αυτό ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561παρ.1ΚΠολΔ).
2. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία αναφορικά με τις (επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα) δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων - διαδίκων, στο προαναφερθέν 8593/1980 συμβόλαιο καθώς και σε εκείνα (συμβόλαια) που ακολούθησαν και αναφέρονται παραπάνω, για παραίτησή αυτών-διαδίκων- από το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με σκοπό να καταστεί αυτή κοινόχρηστη.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι, αν και διαπίστωσε (εμμέσως) κενό ως προς τις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων αναφορικά με την παραίτησή τους από το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επί του επίδικου ακινήτου, ώστε αυτό να καταστεί κοινόχρηστο, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
3.- Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσης της αγωγής ή της ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δέχθηκε περιστατικά, τα οποία δεν αποτελούσαν στοιχεία της βάσης της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα δέχθηκε: α) Την εκ μέρους αυτών (διαδίκων) κατάτμηση της αγορασθείσας αρχικής όλης αγροτικής έκτασης σε δώδεκα άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα με άφεση μεταξύ αυτών, για την εξυπηρέτησή τους, της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ως οδού κοινής χρήσης, για να είναι δυνατό να λάβει χώρα η κατάτμηση και να επιτευχθεί η ανέγερση οικοδομής σε κάθε επί μέρους οικόπεδο, β) την εν συνεχεία μεταβίβαση των προαναφερθέντων αυτοτελών αρτίων και οικοδομήσιμων οικοπέδων σε τρίτους με πρόσωπο σε κοινοτικό δρόμο, γ) την έκδοση των ανωτέρω αναφερομένων οικοδομικών αδειών με πρόσωπο στον επίδικο κοινοτικό δρόμο και την έκδοση αδείας από την αναιρεσίβλητη για την προσθήκη ορόφου με πρόσωπο επίσης της οικοδομής στον επίδικο κοινοτικό δρόμο και δ) την αποτύπωση του εν λόγω δρόμου ως κοινοτικού στα σχετικά διαγράμματα των οικοπέδων τα οποία μεταβιβάστηκαν σε τρίτους (και τα οποία έχουν επισυναφθεί στα αντίστοιχα καταρτισθέντα συμβόλαια) και στα τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία υποβλήθηκαν στις αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες για την έκδοση των ως άνω οικοδομικών αδειών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτος, αφού τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, από τις αποδείξεις και παρατέθηκαν προς αποδυνάμωση της ένστασης περί κοινοχρήστου, την οποία ο αναιρεσείων πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε νομοτύπως στο Εφετείο.
4.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, ότι το επίδικο ακίνητο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την χορηγηθείσα σ' αυτόν βεβαίωση της τότε Κοινότητας ... για την έκδοση της ... οικοδομικής άδειας, 2) την 2-3-1983 βεβαίωση της ίδιας Κοινότητας που χορηγήθηκε στην αναιρεσίβλητη για την έκδοση οικοδομικής άδειας, 3) την υπ'αριθ. πρωτ. 1123/30-10-2002 βεβαίωση του Τμήματος Πολ.
Εφαρμογών της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, δ) το υπ'αριθ. πρωτ. 3062/12-10-2005 έγγραφο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου ... και ε) την υπ'αριθ. πρωτ. 2149/12-7-2006 βεβαίωση του Δήμου .... Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και (όλα) τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι το επίδικο ακίνητο δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-1-2010 αίτηση του Α. Ο. Π. για αναίρεση της 970/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ