Greek Supreme Court dismisses State's appeal as inadmissible due to negative opinion from the State Council.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final labor court judgment awarding back pay to former employees. The State argued that the lower court incorrectly applied the principle of res judicata regarding the transfer of employment terms, but the State Council had previously issued a negative opinion on the merits of these arguments. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the State Council's opinion rendered the appeal futile, ordering the State to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(1) and (2) of Law 2298/1995; Article 576 of the Code of Civil Procedure: An appeal by the State is inadmissible if the competent State Council section issues a negative opinion on the merits, rendering the appeal futile.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1154/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., 2)..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μανζουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ..., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2471/2005 όπως αυτή διορθώθηκε με την 1779/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4033/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, ως απαράδεκτης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 17-3-2009, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, εφόσον δεν εκπροσωπήθηκε αυτό κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτής, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν παρόντα όλα τα διάδικα μέρη (άρθρο 576 Κ.Πολ.Δικ.).
Επειδή με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 12 Ν. 2298|1995,όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με την παρ. 3 του άρθρου 28 Ν. 2579|1998 και 42 Ν. 2721|1999, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, από μέρους του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή από μέλη του, το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ.
αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλομένων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κυρίας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων. 2. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ, μέσα σε τρείς (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το, κατά τη γνώμη του, παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου.
Αν μέσα στην προθεσμία των τριών μηνών, ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο, που απευθύνεται.
Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνον ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και τους τυχόν προσθέτους λόγους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους". Στην προκειμένη περίπτωση αναιρεσείον είναι το Ελληνικό Δημόσιο και με την ένδικη αίτησή του προσβάλλει την υπ' αριθμ. 4033|2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκαν στους ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι για την ένδικη διαφορά υπάρχει δεδικασμένο, από προγενέστερες, τελεσίδικες αποφάσεις του, με τις οποίες κρίθηκαν :α) ότι οι εργασιακές σχέσεις των εναγόντων, μεταβιβάσθηκαν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, όπως είχαν διαμορφωθεί, μέχρι τη λύση και θέση υπό εκκαθάριση της εταιρείας "ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", στην οποία μέχρι τότε εργάζονταν, β) ότι η μεταβίβαση αυτή αφορά το σύνολο των όρων εργασίας και των δικαιωμάτων, που είχαν οι ενάγοντες, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, γ) ότι το μισθολόγιό τους, όπως είχε διαμορφωθεί ήταν δεσμευτικό και για την Υ.Π.Α.
και δ) ότι για την χορήγηση του επιδόματος υποστήριξης Υπηρεσιών Αερολιμένος από την ΥΠΑ στους ενάγοντες, έπρεπε να υπολογίζεται και η προϋπηρεσία τους, που είχε αναγνωρισθεί στην εταιρία "ΑΕΡΟΛΙΜΗΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ". Με βάση αυτά, επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, που εδικαιούντο, ως μισθολογικές διαφορές, για τα έτη 1998 και 1999.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των περί δεδικασμένου διατάξεων, το οποίο, κατ' αυτό δεν συντρέχει, αφενός και αφετέρου των περί μεταβίβασης επιχειρήσεως διατάξεων και των εξ αυτών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εργαζομένων και εργοδοτών.
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η από 11-3-2008 γνωμοδότηση του Γ' Τμήματος του Ν.Σ.Κ., η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 17-3-2008 και με την οποία γνωμοδότησε "υπέρ του παραδεκτού μεν της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, (υπέρ) του αβασίμου, όμως, του πρώτου λόγου αυτής, καθόσον το δεδικασμένο της προηγούμενης εφετειακής απόφασης καλύπτει και τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών των εναγόντων και για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθισταμένης, έτσι, αλυσιτελούς, κατόπιν αυτού της εξετάσεως των λοιπών αναιρετικών λόγων".
Σύμφωνα, επομένως, με αυτά, υπάρχει αρνητική γνωμοδότηση του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ., σχετικά με το βάσιμο των λόγων της ενδίκου αιτήσεως, η οποία, επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί το αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου. Kαι,
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Aπριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ