Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of appeal and mandatory co-appellee requirements under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible and unfounded. The appellant argued the appeal was defective for lacking a valid ground and failed to include the subcontractor as a co-appellee, while the appellees contended the appeal was properly filed. The court held that an appeal against a default judgment does not require a specific ground, and the subcontractor was not a mandatory co-appellee, thus rejecting both procedural objections.
Legislator headnote
AI generatedArt. 528, Art. 517, Art. 559 nos. 14, 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment is admissible without a specific ground, and a party is not required to appeal against all co-appellees unless mandatory co-appellability exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1154/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α'1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε - Εισηγητή, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόφιλος Παπαδόπουλος.
Των αναιρεσιβλήτων :Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου ΨΨ4, Ψ5, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου ΨΨ4 και Ψ6, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου ΨΨ4, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Χατζόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.03.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 10/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 417/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 08.10.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 23.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 19/3/2003 αγωγή του ο αναιρεσείων στράφηκε αφενός κατά του Α, ζητώντας, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 5.000.000 δραχμών που αυτός είχε λάβει από τον ενάγοντα έναντι τιμήματος ματαιωθείσας πωλήσεως διαμερίσματος πολυώροφης οικοδομής, αφετέρου δε κατά των αναιρεσιβλήτων, ασκώντας πλαγιαστικώς απαίτηση που έχει κατ' αυτών ο ως άνω οφειλέτης του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα με την πλαγιαστική αγωγή ισχυρίσθηκε ότι ο οφειλέτης του Α συνδεόταν με τους αναιρεσίβλητους με σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας αυτός (Α) ως εργολάβος, είχε αναλάβει την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο των αντισυμβαλλομένων του εργοδοτών, με το σύστημα της αντιπαροχής. ότι οι εργοδότες υπαναχώρησαν από τη σύμβαση όταν ήδη ο εργολάβος είχε εκτελέσει το έργο κατά μεγάλο μέρος.
ότι το ποσό που κατά τα ανωτέρω προκατέβαλε ο ενάγων στον εργολάβο Α αφορούσε την αγορά διαμερίσματος της εν λόγω οικοδομής από αυτά που κατά την εργολαβική σύμβαση θα περιεχόταν στον εργολάβο ως αμοιβή του (αντιπαροχή). ότι ο τελευταίος δαπάνησε το ποσό αυτό για την κατασκευή της οικοδομής. ότι ο εργολάβος, μετά την υπαναχώρηση των εργοδοτών, έχει κατ' αυτών αξίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την ωφέλεια που απέκτησαν, δεδομένου ότι απέκτησαν το εν λόγω διαμέρισμα, στο οποίο ενσωματώθηκε η αξία του δαπανηθέντος για την κατασκευή του ποσού των 5.000.000 δραχμών.
Κατ' ακολουθίαν του ιστορικού αυτού ζήτησε ο ενάγων, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι ο οφειλέτης του Α αδρανεί και δεν ασκεί το δικαίωμά του προς απόδοση του πλουτισμού αυτού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον Α το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι αποδοτέα κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η ωφέλεια που οι εργοδότες απέκτησαν από το εκτελεσθέν μέρος του έργου και όχι το ζητούμενο ποσό, που παριστά "μία από τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εργολάβος για την εκτέλεση του έργου".
Με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, θεωρώντας ότι ο ενάγων άσκησε πλαγιαστικώς αξιώσεις του εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση "για μέρος του έργου που εκτελέσθηκε", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 686, 387 § 2, 389 § 2 και 390 ΑΚ, και απορρίπτοντας την αγωγή, ως νόμω και, επικουρικά, ως ουσία αβάσιμη, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού η αγωγή αφορούσε απαίτηση "από αδικαιολόγητο πλουτισμό μέσα από την υπαναχώρηση..." και "μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 455 ΑΚ)".
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Διότι το Εφετείο, κατά τα προαναφερόμενα, απέρριψε την αγωγή εφαρμόζοντας τις διατάξεις για το αδικαιολόγητο πλουτισμό, στις οποίες παραπέμπει ο νόμος (άρθρα 387 §2 και 389 § 2 ΑΚ), κρίνοντας ειδικότερα ότι για την κατά τις διατάξεις αυτές έννοια της ωφέλειας, ως στοιχείον του πλουτισμού, δεν αρκούσαν τα υποβληθέντα με την αγωγή στοιχεία (νομική αοριστία).
Περαιτέρω για τον ίδιο λόγο προεχόντως είναι απορριπτέος και ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που επικουρικώς απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, στερείται νόμιμης βάσεως σε σχέση με την ως άνω κρίση της. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και τους προς στήριξή της προσβαλλόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος .
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, κατά τα προδιαληφθέντα, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη βάση αυτή και την απέρριψε (Ολ. ΑΠ 12/1991).
Από το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 § 4 ν. 2915/2001, προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος επιφέρει την εξαφάνιση της αποφάσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν υποβληθέντες πρόσθετους λόγους εφέσεως, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να περιέχει η έφεση παραδεκτό και βάσιμο λόγο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που οι διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, αν δε υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη, συνάγεται ότι επί απλής ομοδικίας ο αντίδικος των ομοδίκων δεν είναι υποχρεωμένος να στρέψει την έφεσή του εναντίον όλων αυτών, αλλά, κατ' επιλογήν του, εναντίον εκείνων των ομοδίκων που επιθυμεί. Τέλος, μεταξύ του εναγομένου για ορισμένη απαίτηση και του πλαγιαστικώς, κατ' άρθρο 72 ΚΠολΔ, με το ίδιο δικόγραφο συνεναγομένου, για άλλη απαίτηση οφειλέτη του δεν υφίσταται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, αφού καμία από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 76 ΚΠολΔ περιπτώσεις τέτοιας ομοδικίας δεν συντρέχει.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, σε συνδυασμό με τον τρίτο (όπως αυτός εκτιμάται) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των αναιρεσιβλήτων, παρόλο που αυτή α) δεν περιέχει παραδεκτό και βάσιμο λόγο εφέσεως και β) δεν στράφηκε και κατά του πλαγιαστικώς συνεναχθέντος εργολάβου Α. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα μέρη του. Διότι η έφεση των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε κατά αποφάσεως που εκδόθηκε χωρίς την παρουσία τους και έτσι δεν απαιτούνται να περιέχει λόγο εφέσεως παραδεκτό και βάσιμο, ενώ η μη απεύθυνσή της κατά του Α δεν δημιουργεί απαράδεκτο, αφού αυτός δεν είναι αναγκαίος ομόδικος των εφεσιβλήτων.
Έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο αυτό, είναι τα κατά τα άρθρα 339, 432, 445 - 449 του ίδιου Κώδικα χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής, εφέσεως οι προτάσεις των διαδίκων ή τα πρακτικά των δικαστηρίων, κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20, για το λόγο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.10.2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 417/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ