1154/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 774/ΕΙΜ/108/2001, 649/ΕΙΜ/75/2002, 42/ΕΙΜ/4/2002 ΚΑΙ 939/ΕΙΜ/103/2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1834/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1154/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν (η έκτη δια του νομίμου εκπροσώπου της) κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1154 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1154/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Βασιλακάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG (ΟΥΝΙΒΕΡΣΑ ΑΛΓΚΕΜΑΪΝΕ ΦΕΡΖΙΧΕΡΟΥΝΓΚ ΑΓΚΕ), που εδρεύει στη Νυερμβέργη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2.Χ1 3. Ψ2, 4. Ψ3, 5. Ψ4 και 6. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 774/ΕΙΜ/108/2001, 649/ΕΙΜ/75/2002, 42/ΕΙΜ/4/2002 ΚΑΙ 939/ΕΙΜ/103/2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1834/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες και η 1η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ'αριθμούς 13901/29-5-2006, 13900/29-5-2006, 13899/29-5-2006, 13906/1-6-2006 και 359 α/7-4-2006 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείου Κιλκίς ....... οι τέσσαρες πρώτες και Θεσσαλονίκης .......η πέμπτη από αυτές αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από΄14-12-2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την καταχωρημένη στο τέλος της πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση (26-1-2007) και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, επιδόηκαν με επιμέλεια του πληρεξουσίου των αιτούντων νομίμως και εμπροθέσμως στους δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Συνεπώς, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν (η έκτη δια του νομίμου εκπροσώπου της) κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 25 παρ. 11 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργείου Εμπορίου (ΦΕΚ 795/5-4-1978) αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία προξενούμενη "καθ' όν χρόνον το όχημα μεταφέρει φορτίον ή επιβάτας πέραν του επιτρεπόμενου ανωτάτου ορίου εκ της αδείας κυκλοφορίας του ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, εφ' όσον η υπέρβασις συνετέλεσεν εις την επέλευσιν ή εις την επαύξησιν της ζημίας κατά το μέτρον της επαυξήσεως".
Και ναι μεν, η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, καθόσον αφορά τη σχέση του ασφαλιστή και του παθόντος τρίτου ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, αφού με αυτήν δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα, υπέρ του ασφαλιστή, μπορεί επιτρεπτώς να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος, στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189 και 192 ΕμπΝ και ήδη άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997), οπότε ισχύει στη σχέση ασφαλιστή και ασφαλισμένου και επομένως ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως το δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη και να ζητήσει την απόρριψη της κατ' αυτού αγωγής του ασφαλισμένου, σε περίπτωση που ο τελευταίος ικανοποιήσει τον παθόντα.
Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στη σύμβαση ασφάλισης είτε αυτοτελώς είτε με αναφορά στην άνω ΑΥΕ, ενώ ως επαρκής παραπομπή θεωρείται και η απλή αναφορά του αριθμού του ΦΕΚ στο οποίο έχει δημοσιευθεί η εν λόγω ΑΥΕ, χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού της, αφού με την παραπομπή αυτή στο ΦΕΚ είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της ΑΥΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη, η επί των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 ν. 489/1976, 489 ΑΚ και 25 περ. 11 της Α.Υ.Ε. Κ4/585/5-4-1978 (ΦΕΚ 795/8-4-1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ) ερειδομένη από 8.1.2002 παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία αυτή, επικαλούμενη, ότι οι : 1) Ψ1, 2) Ψ2και 3) Ψ3, πατέρας, μητέρα και αδελφός, αντιστοίχως, του Ψ θανατωθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του δευτέρου από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους (Χ1) κατά την οδήγηση του υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ....... ΙΧΦ αυτοκινήτου, κυριότητος της πρώτης τούτων (Χ2), άσκησαν εναντίον της, ως ασφαλιστικής εταιρείας η οποία κατόπιν συμβάσεως μετά της δευτέρας τούτων είχε ασφαλίσει την έναντι των τρίτων ευθύνην της εκ της λειτουργίας του, την από 15.6.2001 αγωγή αποζημιώσεως για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν συνεπεία του θανάτου του άνω υιού και αδελφού των, αλλ' ότι η μεταξύ αυτών και ταύτης (αναιρεσίβλητης) ασφαλιστική σύμβαση δεν καλύπτει την αιτία εκ της οποίας θανατώθηκε ο άνω παθών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), να πληρώσουν σ' αυτήν, οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί η εταιρεία αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, ως ασφαλίστρια εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε σχετικώς τα ακόλουθα: Η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG", είχε καταρτίσει με τους (παρεμπιπτόντως) εναγομένους, σύμβαση ασφαλίσεως και ειδικότερα με την εκ των εναγομένων Χ2 ως αντισυμβαλλομένη της και τον Χ1 ως ασφαλισμένο της δυνάμει του υπ' αριθ. .......
ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, με το οποίο ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της κυκλοφορίας του ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες από την κυκλοφορία του για το από 16.1.2001 έως 16.7.2001 χρονικό διάστημα. Στο άρθρο 15 περ. 11 των εντύπων όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου διαλαμβάνεται ο όρος ότι "Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν - όταν το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο στην άδεια κυκλοφορίας του, ανεξαρτήτως αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος", ενώ στους γενικούς όρους ασφάλισης διαλαμβάνεται ότι "η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν.
Δ/τος 400/70, του Ν. 489/1976 όπως ισχύει, της ΥΑ Κ4/585/1978 ΦΕΚ 795 όπως ισχύει, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρ. 6 του Ν. 489/976 και του Ν. 2496/1997 όπου δεν τροποποιείται από τους ως άνω ειδικούς νόμους". Οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, που κατάρτισαν με την (παρεμπιπτόντως) ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία την ανωτέρω σύμβαση ασφαλίσεως έλαβαν γνώση των παραπάνω όρων, αφού παρέλαβαν το σήμα ασφαλίσεως και ο εναγόμενος οδηγός δήλωσε κατά την επέλευση του ατυχήματος περί της ασφάλισης του ως άνω οχήματος που οδηγούσε, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα.
Ο τελευταίος αυτός οδηγός, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, καθ' υπέρβαση του προβλεπομένου στην άδεια κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου, αριθμού των επιβατών, ήτοι ενός επιβάτη πέραν του οδηγού (αρθρ. 33 παρ. 1 ΚΟΚ), προέβη και σε επιβίβαση του άτυχου Ψ στην καρότσα του φορτηγού, όπου δεν υπήρχε κάθισμα, πολύ δε περισσότερο ούτε ζώνη ασφαλείας, με αποτέλεσμα, η ανεπίτρεπτη μεταφορά του εν λόγω επιβάτη να γίνεται κατά τρόπο επικίνδυνο και συνεπώς η υπέρβαση αυτή του προβλεπομένου στην άδεια κυκλοφορίας του ζημιογόνου φορτηγού, αριθμού επιβατών συνετέλεσε κυρίως στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, δηλαδή στην θανάτωση του ως άνω επιβάτη Ψ.
Εξ άλλου η επιβίβαση ενός επί πλέον επιβάτη, στο ανωτέρω ζημιογόνο φορτηγό αυτοκίνητο, καθιστούσε επισφαλή την οδήγηση αυτού, αφού εκ του προσθέτου βάρους εδημιουργούντο δυσχέρειες τροχοπεδήσεως και λοιπών χειρισμών αυτού, και έτσι η υπέρβαση αυτή μαζί με την υπερβολική σε στροφή ταχύτητα που ανέπτυξε ο εναγόμενος οδηγός Χ1, συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος.
Άλλωστε στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ως δεν αμφισβητείται, υπήρχε ρήτρα αποκλεισμού της ασφαλιστικής κάλυψης της ασφαλιστικής εταιρίας, στην περίπτωση υπερβάσεως του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου επιβατών, του προβλεπομένου υπό της αδείας κυκλοφορίας και ανεξάρτητα εάν η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε στην επέλευση ή στην επαύξηση της ζημίας και η ασφαλιστική σύμβαση ρητά παραπέμπει στους όρους που διαλαμβάνονται στο ΦΕΚ 795/8-4-1978.
Επομένως οι ζημίες ως ανωτέρω που προκλήθηκαν τόσον στους ενάγοντες της υπ' αριθμ. 108/2001 αγωγής (έμμεσες) όσον και στον ενάγοντα της υπ' αριθμ. 75/2002 αγωγής, εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη, η δε ασφαλιστική εταιρία δεν μπορεί μεν να προβάλει την εξαίρεση αυτή κατά των τρίτων ζημιωθέντων, μπορεί όμως ν' απαιτήσει από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους (ασφαλισμένο υπαίτιο οδηγό και αντισυμβαλλόμενη ιδιοκτήτρια του ασφαλισμένου ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου) να της καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών.
Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο έκρινε ότι είναι βάσιμη η ως άνω από 2/7/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ενόψει τούτων το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν.489/1976 με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτών των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ή με εσφαλμένη εφαρμογή αυτής. Αλλ' ούτε και τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 11 της ΚΑ/585/1978 ΑΥΕ που ορίζει ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι καθ' όον χρόνον το όχημα μεταφέρει φορτίον ή επιβάτας, πέραν του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου εκ της αδείας κυκλοφορίας του ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, εφόσον η υπέρβασις συνετέλεσεν εις την επέλευσιν ή εις την επαύξησιν της ζημίας κατά το μέτρον της επαυξήσεως" παραβίασε το Εφετείο, ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού σαφώς δέχεται ότι η άνω απαλλακτική ρήτρα της ασφαλίστριας συμπεριλήφθηκε, ως συμβατικός όρος, στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε η ασφαλίστρια μπορεί να ζητήσει από τον ασφαλισμένο οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα, κατά του οποίου δεν μπορεί να αντιτάξει την άνω ένσταση.
Ενόψει τούτων οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του της διατάξεως των άρθρων 361 ΑΚ 11 παρ. 1 ν. 489/1976 και 25 παρ. 11 της Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Εξάλλου στο αναιρετήριο δεν προβάλλεται, όπως θα έπρεπε (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι η καταχρηστικότητα του όρου του άρθρου 25 αρ.11 της Κ 14/585/1978 ΑΥΕ, λόγω αντιθέσεως στο άρθρο 2 παρ.7 περ. 1γ' του Ν.2251/1994 προβλήθηκε στο Εφετείο και επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω αναιρετικού λόγου (559 αριθ.1 ΚΠολΔ) διότι δεν θεώρησε ανίσχυρο τον όρο αυτό, λόγω της αντιθέσεως αυτής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω το Εφετείο, με τις άνω αναφερόμενες παραδοχές του αναφορικά με την εκ μέρους του ασφαλισμένου (αναιρεσιβλήτων) παραβίαση του συμβατικού όρου του ασφαλιστηρίου (άρθρο 15 περ. 11 των εντύπων όρων αυτού) δυνάμει του οποίου συνομολογήθηκε ότι "δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν...όταν το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο στην άδεια κυκλοφορίας ανεξαρτήτως αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος", διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της εξαιρέσεως της ασφαλιστικής καλύψεως του ενδίκου ατυχήματος εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και του εντεύθεν δικαιώματός της να αναζητήσει από τους αναιρεσείοντες οποιοδήποτε ποσό που ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους ζημιωθέντες εξ αυτού (ατυχήματος) τρίτους.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. "Πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, αιτίαση ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 πλημμέλεια, γιατί, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς να προταθούν και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ότι "η επιβίβαση ενός επί πλέον επιβάτη στο ζημιογόνο φορτηγό αυτοκίνητο καθιστούσε επισφαλή την οδήγηση αυτού, αφού εκ το8υ προσθέτου βάρους του εδημιουργούντο δυσχέρειες τροχοπεδήσεως και λοιπών χειρισμών αυτού".
Όμως από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι σ' αυτό περιέχεται, σαφώς και ορισμένως, ο ισχυρισμός αυτός. Ειδικότερα ρητά αναφέρεται στον υπό στοιχ. Ε' λόγον εφέσεως ότι "η ενέργεια του θανόντα να επιβιβασθεί σε σημείο του ασφαλισμένου οχήματος όπου δεν υπήρχε κάθισμα, ούτε ζώνη ασφαλείας και επομένως δεν είχε αυτός σταθερή και ασφαλή θέση εντός του οχήματος, πράγματι επηρέασε την οδική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οχήματος" και ότι "σε κάθε περίπτωση, αν η εκκαλουμένη είχε ορθά κρίνει, θα είχε διαγνώσει ότι, σύμφωνα με τον σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, υπάρχει εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη όταν το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο στην άδεια κυκλοφορίας του, ανεξαρτήτως αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, τον όρο δε αυτόν, όπως και τους υπόλοιπους, τον γνώριζαν και του είχαν ανεπιφύλακτα αποδεχθεί οι 5η και 6ος εφεσίβλητοι".
Επομένως το Εφετείο το οποίο έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς αυτούς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων που αποτελούσαν λόγο της εφέσεώς της και ήσαν σαφείς και ορισμένοι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ούτε εις αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 14 που προβάλλεται επικουρικώς με τον ίδιο λόγο, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙV. Όπως εκτίθεται ανωτέρω, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 25 περ. 11 της Κ4/585/5.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας περί αποκλεισμού από την ασφάλιση της ζημίας που προξενείται καθ' όν χρόνον το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου εκ της αδείας κυκλοφορίας είναι ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση.
Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στη σύμβαση είτε αυτοτελώς, είτε δι' αναφοράς στην ως άνω υπουργική απόφαση. Εξάλλου για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν αλλά αρκεί να καταβάλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο (ΑΠ 525/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό ότι "οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι που κατάρτισαν με την (παρεμπιπτόντως) ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία την ανωτέρω σύμβαση ασφαλίσεως, έλαβαν γνώση των παραπάνω όρων, αφού παρέλαβαν το σήμα ασφαλίσεως και ο εναγόμενος οδηγός δήλωσε κατά την επέλευση του ατυχήματος περί της ασφάλισης του ως άνω οχήματος που οδηγούσε, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 2 και 6 του ν. 489/1976 και 2 του ν. 2251/1994, ενώ, περαιτέρω, περιέλαβε σ' αυτήν περί του σχετικού ζητήματος πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές άλλως ότι τις παραβίασε εκ πλαγίου και υπέπεσε έτσι στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ΄ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2005 αίτηση των: α) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 1834/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης κατά τη συζήτηση πρώτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ