Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1153/2024 AI generated

1153/2024 · 1153/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1153/2024
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1153 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1153/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1153/2024

Απόφαση 1153 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1153/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ... του Δήμου Κατερίνης Πιερίας και 2) Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ... του Δήμου Κατερίνης Πιερίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γεωργόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: ... (...) του Κ., κατοίκου ... του Δήμου Κατερίνης Πιερίας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Κωτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 715/2022 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 22-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 715/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 444/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που είχε απορρίψει την από 24-6-2017 αγωγή της, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 65.000 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική (απάτη) συμπεριφορά των εναγομένων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Από τα άρθρο 147 εδ. α' και β', 149, 298, 361, 914 και 938 ΑΚ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 513, 534, 535, 540, 543, 547, 559 και 561 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παρασύρθηκε με απάτη άλλου, σε σύναψη σύμβασης έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της συμβάσεως, ή, να ζητήσει από τον άλλο, τη σύναψη σχετικής ανατρεπτικής συμβάσεως, δηλαδή σύμβαση για το ότι η προηγούμενη σύμβαση λογίζεται σαν να μη είχε ποτέ συναφθεί. Παράλληλα δε, εκείνος έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον άλλο την ανόρθωση κάθε ζημίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις αδικοπραξίες, πράγμα που κατ` αρχήν, συμβαίνει εφ` όσον η απάτη συνιστά παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά, να ζητήσει δηλαδή, αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Συγκεκριμένα, δικαιούται να αποζημιωθεί, για το αρνητικό διαφέρον, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση κάθε ζημίας που θα απεφεύγετο αν δεν είχε εσφαλμένα πιστεύσει, ότι συνάπτει έγκυρη σύμβαση όπως είναι οι δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης ή το διαφυγόν κέρδος που θα πετύχαινε εκείνος από άλλη σύμβαση που θα συνήπτε, αν δεν απασχολούνταν με τη σύναψη της ακυρώσιμης σύμβασης. Επίσης, ο απατηθείς έχει δικαίωμα να αποδεχθεί τη σύμβαση, σ` αυτή δε την περίπτωση δικαιούται να αποζημιωθεί για κάθε ζημία θετική και αποθετική, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση από τον άλλο, κάθε ζημίας, που θα αποφευγόταν, αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ήταν όχι ψευδή, αλλά αληθή και η σύμβαση εκπληρωνόταν. Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη. Τέτοια υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συνάδοντα προς αυτήν συναλλακτικά ήθη, προς παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων και δη εκείνων που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, έχουν και οι διαπραγματευόμενοι την κατάρτιση συμβάσεως, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 Α.Κ (Α.Π.1458/2001). Τα δε προεκτιθέμενα ισχύουν και σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως πωλήσεως, αν ο αγοραστής, ο οποίος, αγνοώντας ότι στο πωλούμενο πράγμα λείπει συμφωνημένη ιδιότητα ή υπάρχει πραγματικό ελάττωμα, παρασύρθηκε από τον πωλητή, ο οποίος γνωρίζοντας την αντίστοιχη έλλειψη ή την ύπαρξη παρέστησε σε εκείνον ψευδές γεγονός ως αληθές, δηλαδή, ότι υπήρχε η ιδιότητα ή έλειπε το ελάττωμα και, έτσι, εκείνος συνήψε τη σύμβαση πωλήσεως (Α.Π. 649/2008, Α.Π.776/2004). Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 147, 148, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημιώσεως, εφ` όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής δηλαδή η ζημία, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της, με την απατηλή (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου, στοιχεία που κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 εδ. α' και β' πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής (Α.Π.3/2019, Α.Π.1046/2019, Α.Π.373/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία τυγχάνει Βρετανή υπήκοος με ελληνική καταγωγή, μετά την οριστική εγκατάστασή της στην Ελλάδα, αποφάσισε με το σύζυγό της, να προβούν στην αγορά μόνιμης κατοικίας στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Πιερίας. Έτσι, το έτος 2014, όταν έλαβε γνώση μέσω του διαδικτύου μιας διαφημιστικής ανάρτησης - αγγελίας του δευτέρου των εναγομένων (αναιρεσειόντων), ο οποίος διατηρεί μεσιτικό γραφείο στην Καλλιθέα της δημοτικής ενότητας Παραλίας δήμου Κατερίνης, για την πώληση μιας ημιτελούς μονοκατοικίας στην ίδια περιοχή, εμβαδού 140 τ.μ., σε οικόπεδο εμβαδού 2.000 τ.μ., έσπευσε να έλθει σε επαφή μαζί τους για να της παράσχουν περισσότερες πληροφορίες. Όταν επισκέφθηκε το μεσιτικό γραφείο ανεύρε αμφότερους τους εναγομένους (αναιρεσείοντες -πατέρα και υιό), οι οποίοι της συστήθηκαν ως επαγγελματίες εργολάβοι, μεσίτες και πωλητές ακινήτων και της παρουσίασαν την εν λόγω αγορά ως εξαιρετική ευκαιρία. Στη συνέχεια από κοινού επισκέφθηκαν την κατοικία, η οποία ήταν στο στάδιο των επιχρισμάτων και είχε ανεγερθεί σε γήπεδο (αγροτεμάχιο), ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, συνολικής έκτασης 5.627,75 τ.μ. μαζί με δύο άλλες όμοιες μονοκατοικίες, διηρημένες μεταξύ τους με πράξη σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας, και αφού την βρήκε της αρεσκείας της, μετά από διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν στην πώλησή της στην κατάσταση που βρισκόταν, έναντι τιμήματος 59.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων πολεοδομικής τακτοποίησης κάποιων παραβάσεων. Από την πρώτη στιγμή οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν την ενάγουσα ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας του ακινήτου ήταν σε απόλυτη τάξη και ότι δεν υπήρχαν βάρη και λοιπές πολεοδομικές παραβάσεις, εκτός από εκείνες για τις οποίες επρόκειτο να ρυθμιστούν. Μάλιστα την απέτρεψαν να απευθυνθεί σε δικηγόρο για να προβεί σε έλεγχο τίτλων, εμφανίζοντάς το ως περιττή ενέργεια, καθώς είχε προηγηθεί από τους ίδιους πλήρης τεχνικός και νομικός έλεγχος, την αρτιότητα του οποίου, εξάλλου, εγγυάτο η δικής τους επιλογής συμβολαιογράφος, η οποία θα συνέτασσε το σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Τα επιχειρήματα των εναγομένων δεν προκάλεσαν καμία υποψία στην ενάγουσα, η οποία έχοντας την εμπειρία παρόμοιων συναλλαγών στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου κατά το εκεί ισχύον σύστημα κτηματαγοράς, η δημόσια αναγγελία πώλησης ακινήτων προϋποθέτει τη νομική του αρτιότητα, έδωσε πίστη στις διαβεβαιώσεις τους και δεν ζήτησε τη συνδρομή δικηγόρου. Έτσι, προχώρησαν στην υλοποίηση της αγοραπωλησίας χωρίς έρευνα των τίτλων ιδιοκτησίας του πωλουμένου ακινήτου, οπότε οι εναγόμενοι της ζήτησαν να προκαταβάλει το τίμημα αγοράς πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου. Επειδή η ενάγουσα δεν διέθετε άμεσα το παραπάνω ποσό, συμφώνησαν στην τμηματική καταβολή του. Έτσι στις 17-12-2014, η ενάγουσα τους κατέβαλε αρχικά το ποσό των 40.000 ευρώ, για το οποίο συντάχθηκε το από 17-12-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης ακινήτου, στο οποίο αναγραφόταν συνοπτική περιγραφή του ακινήτου, οριζόταν ως συνολικό τίμημα αγοράς το ποσό των 59.000 ευρώ, ότι η ενάγουσα κατέβαλε αυθημερόν 40.000 ευρώ και οριζόταν προθεσμία για την κατάρτιση της οριστικής συμβολαιογραφικής πράξης έως την 31-3-2015, οπότε και θα έπρεπε να έχει καταβληθεί και το υπόλοιπο τίμημα. Στο ίδιο συμφωνητικό, το οποίο υπογράφηκε από την ενάγουσα ως αγοράστρια και από τον πρώτο εναγόμενο, ως πωλητή, ο τελευταίος εγγυήθηκε ρητά ότι το εν λόγω ακίνητο "θα μεταβιβαστεί στην αγοράστρια ελεύθερο από κάθε βάρος". Μετά από την παραπάνω προκαταβολή, η ενάγουσα, μέχρι την υπογραφή του συμβολαίου, η οποία έλαβε χώρα στις 2-4-2015, (προ)κατέβαλε ακόμα, στις 22-12-2014, το ποσό των 2.000 ευρώ, στις 24-3-2015 το ποσό των 2.500 ευρώ, στις 27-3-2015 το ποσό των 5.500 ευρώ και στις 1-4-2015 το ποσό των 3.350 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 53.350 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο τιμήματος 5.650 ευρώ (59.000 - 53.350). Στις 2-4-2015, η ενάγουσα κλήθηκε τηλεφωνικά από τους εναγομένους να μεταβεί εσπευσμένα στο συμβολαιογραφείο της Αναστασίας Γιαννιτσάρα στην Κατερίνη, για να υπογραφεί το συμβόλαιο αγοράς, με τη δικαιολογία ότι την ίδια ημέρα θα καταρτίζονταν και το συμβόλαιο σύστασης και για τις άλλες δύο κάθετες ιδιοκτησίες και δεν θα μπορούσε τούτο να γίνει σε άλλο χρόνο. Έκπληκτη η ενάγουσα για την αιφνιδιαστική ειδοποίηση, απευθύνθηκε στο δικηγόρο Κατερίνης Γ. Λ. και τον παρακάλεσε να προβεί άμεσα σε έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, προτού υπογράψει το συμβόλαιο. Πράγματι, ο άνω δικηγόρος μετέβη στο Υποθηκοφυλακείο Κατερίνης και, κατά την έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι το προς πώληση ακίνητο του πρώτου εναγομένου ήταν βεβαρημένο με προσημειώσεις υποθήκης και συγκεκριμένα με δύο προσημειώσεις ποσού 1.000.000 έκαστη, που είχαν εγγραφεί στις 2-11-2011 υπέρ της ......, στο υπ' αριθμ. 689 κληροτεμάχιο, εμβαδού 5.400 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα του επίδικου αγρού, εμβαδού 5.627,75 τ.μ. και με μια ακόμη, ποσού 50.780 ευρώ, η οποία είχε εγγραφεί στις 16-1-2012 υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς, επί τμήματος του αγρού, εμβαδού 227,75 τ.μ. από το 664 κληροτεμάχιο, το οποίο ενώθηκε με το προαναφερθέν 689 όμοιο και δημιουργήθηκε το συνολικό αγροτεμάχιο των 5.627,75 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει η επίδικη κάθετη ιδιοκτησία. Μετά τη διαπίστωση αυτή, ο παραπάνω δικηγόρος επικοινώνησε μαζί της, η οποία βρισκόταν ήδη στο γραφείο της συμβολαιογράφου Κ. Α. Γ. και της ανέφερε τον κίνδυνο που διέτρεχε από την υπογραφή του συμβολαίου. Τη στιγμή εκείνη, επειδή υπήρχε αδυναμία παραστάσεως πληρεξουσίου δικηγόρου κατά την υπογραφή του συμβολαίου, τη συμβούλευσε να απαιτήσει τουλάχιστον την καταχώριση στο συμβόλαιο πρόβλεψης περί δέσμευσης του πρώτου εναγομένου να προβεί σε άρση των βαρών του ακινήτου. Αμφότεροι οι εναγόμενοι, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά το χρονικό εκείνο σημείο, την καθησύχασαν, λέγοντάς της ότι το ζήτημα είναι διαδικαστικό και ότι θα το τακτοποιούσαν σύντομα, αφού διέθεταν αξιόλογη προσωπική περιουσία και επαρκές αξιόχρεο προς τις Τράπεζες και ότι είχαν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να προβούν στη διευθέτηση της εκκρεμότητας αυτής. Δέχθηκαν δε να περιληφθεί στο συμβόλαιο σχετικός όρος, με τον οποίο ο πρώτος εναγόμενος θα προέβαινε στην άρση των προσημειώσεων το αργότερο μέχρι το τέλος του έτους. Πειθόμενη στις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις των εναγομένων, η ενάγουσα δέχθηκε να καταρτιστεί το συμβόλαιο και κατέβαλε κατά την ημέρα της κατάρτισής του, επιπλέον 8.650 ευρώ, ήτοι συνολικά 62.000 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος (5.650 ευρώ), και τα συμβολαιογραφικά και λοιπά έξοδα, ποσού 3.000 ευρώ. Σχετικά δε με το επίμαχο ζήτημα της άρσης των προσημειώσεων, στο... υπ' αριθμ. 7317/2.4.2015 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κ. Α. Γ., περιλήφθηκε η ακόλουθη δήλωση του πωλητή (πρώτου εναγόμενου): "Ο πωλητής δήλωσε ακόμη και τα εξής, ότι: 1) ότι εγγυάται και υπόσχεται το παραπάνω ακίνητο με την αντίστοιχη αναλογία του στο χωράφι και στα υπόλοιπα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, κατάσχεση συντηρητική και αναγκαστική, δουλεία κάθε είδους, πραγματική και προσωπική, από φόρους και τέλη Δημόσια και Δημοτικά, από κληρονομικό δικαίωμα, ρυμοτομία και αποζημίωση δρόμων και παρόδιων γειτόνων, διεκδίκηση και γενικά από κάθε νομικό ελάττωμα και κάθε άλλη φιλονικία, αμφισβήτηση και διένεξη, πλην προσημειώσεων υποθήκης, τις οποίες ο πωλητής αναλαμβάνει με το συμβόλαιο αυτό να εξοφλήσει και εξαλείψει, αποκλειστικά με δικές του δαπάνες μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους 2015". Όμως παρά την ως άνω δέσμευση ο πρώτος εναγόμενος δεν φάνηκε συνεπής στις υποχρεώσεις του και μέχρι σήμερα δεν έχει προβεί στην άρση των παραπάνω προσημειώσεων, εκ των οποίων μάλιστα η δεύτερη (υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς), από τις 13-7-2016 έχει τραπεί σε υποθήκη. Από τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι, παρότι οι εναγόμενοι γνώριζαν καλώς (με βεβαιότητα και σιγουριά) τη νομική κατάσταση του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα την ύπαρξη πολλαπλάσιων της αξίας του βαρών (προσημειώσεων), τα οποία μηδένιζαν την εμπορική του αξία, αρχικά στις 17-12-2014, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όχι μόνο απέκρυψαν το προκείμενο νομικό ελάττωμα από την ενάγουσα, αλλά αντίθετα, επιδεικνύοντας την περιουσιακή τους επιφάνεια και επαγγελματική τους οντότητα και εκμεταλλευόμενοι την άγνοια που είχε από την ελληνική πραγματικότητα, της παρέστησαν ψευδώς ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν απολύτως ελεύθερο βαρών και διεκδικήσεων και την έπεισαν να τους δώσει ως προκαταβολή τα 2/3 της αξίας του συμφωνηθέντος τιμήματος (40.000 ευρώ) και την παρέσυραν να προβεί στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης. Αλλά και στη συνέχεια, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης, οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να αποκρύπτουν από την ενάγουσα την ύπαρξη των βαρών, παρότι είχαν νομική υποχρέωση προς τούτο, κατ' άρθρο 519 ΑΚ, συντηρώντας με τον τρόπο αυτό την πλάνη της, μέχρι που το νομικό ελάττωμα αποκαλύφθηκε λίγο πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, οπότε οι εναγόμενοι, για να την πείσουν να υπογράψει τη σύμβαση, της υποσχέθηκαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους θα προέβαιναν στην άρση των προσημειώσεων, παρουσιάζοντας και πάλι ως εχέγγυο την επαγγελματική και οικονομική τους επιφάνεια και έτσι με τα τεχνάσματα αυτά κατόρθωσαν να την παραπείσουν να προβεί στη δήλωση αγοράς του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο, αντί τιμήματος 59.000 ευρώ, παρότι αυτό, εξαιτίας των βαρών που έφερε είχε μηδενική αξία. Εάν δε γνώριζε η ενάγουσα την ακριβή νομική κατάσταση του ακινήτου ασφαλώς δεν θα προέβαινε στην αγορά του. Έτσι ο πρώτος εναγόμενος, ως πωλητής, τέλεσε, σε βάρος της ενάγουσας απάτη, που συνιστά βέβαια και αδικοπραξία (σημειωτέον ότι η αστική απάτη μπορεί να αφορά και μελλοντικά γεγονότα...), με τη συνέργεια του δεύτερου εναγόμενου, αφού ο τελευταίος παρέσχε στον πρώτο τη συνδρομή του ως μεσίτης από την αρχή των διαπραγματεύσεων μέχρι και την κατάρτιση της σύμβασης. Η ανωτέρω συνέργεια του δεύτερου εναγόμενου στην πράξη του πρώτου εξ αυτών εμπίπτει στην έννοια της "κοινής πράξεως" του άρθρου 926 εδ. α' περ. α' ΑΚ και καθιδρύει την εις ολόκληρον αδικοπρακτική ευθύνη αμφοτέρων των εναγομένων για τις ζημίες και την ηθική βλάβη που προκάλεσε στην ενάγουσα η επίδικη αδικοπραξία (απάτη). Εξαιτίας της παραπάνω αδικοπραξίας, η ενάγουσα υπέστη περιουσιακή ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 62.000 ευρώ, συνιστάμενη κατά το ποσό των 59.000 ευρώ στο τίμημα αγοράς που κατέβαλε και κατά το ποσό των 3.000 ευρώ στα καταβληθέντα έξοδα για την κατάρτιση του συμβολαίου. Περαιτέρω, η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων προκάλεσε έντονη απογοήτευση στην ενάγουσα για την εκμετάλλευση που υπέστη και για την απώλεια της περιουσίας της και συνακόλουθα σοβαρή ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Μετά ταύτα, το δικαστήριο, εκτιμώντας το είδος της εν λόγω προσβολής, τη βαρύτητά της, την έκταση της βλάβης της ενάγουσας, τις συνθήκες τέλεσης αυτής, τη βαρύτητα του πταίσματος των εναγομένων (δόλου), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι προσήκει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση η καταβολή του ποσού των 3.000 ευρώ, το ποσό δε αυτό οφείλουν να το καταβάλουν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι στην ενάγουσα, δεν ενέχει δε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, όπως έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υιοθετείται σταθερά από τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου..., θέτοντας παράλληλα ως μέτρο ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας χαμηλό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας διά της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης.... Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι πέραν της αστικής ευθύνης, σε βάρος των εναγομένων, για την ίδια πράξη της απάτης, έχει καταφαθεί και ποινική ευθύνη, δυνάμει της με αριθμό 19/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και τους έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης 20 μηνών στον καθένα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεχόμενο ότι η εν λόγω αγωγή (κατά την κύρια βάση της, αδικοπραξία) είναι νόμιμη, δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης και την έφεση στο σύνολό της, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει μη νόμιμη την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 65.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149, 197, 198, 297, 298, 914, 932 και 926 του Α.Κ., αφού, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία, αφού ήταν πράγματι ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες, ενεργώντας ο πρώτος ως αυτουργός και ο δεύτερος ως άμεσος συνεργός, αρχικά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, με την εν γνώσει τους ψευδή παράσταση προς την αναιρεσίβλητη ότι η πωλούμενη ιδιοκτησία του πρώτου αναιρεσείοντος (πατέρα του δευτέρου) δεν έχει βάρη και, στη συνέχεια, κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, με την ψευδή διαβεβαίωση ότι οι αποκαλυφθείσες από την ίδια (αναιρεσίβλητη) προσημειώσεις υποθηκών επρόκειτο να αρθούν σύντομα από αυτούς, καθότι διέθεταν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και μπορούσαν να καλύψουν με αυτήν τις απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, παρέσυραν την αναιρεσίβλητη στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, η οποία, χωρίς τις αρχικές ψευδείς παραστάσεις και χωρίς τις μετέπειτα ψευδείς διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων, δεν θα είχε προβεί στην αγορά του ακινήτου. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι οι εναγόμενοι, γνωρίζοντας καλά τη νομική κατάσταση του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα την ύπαρξη πολλαπλασίων της αξίας του βαρών (προσημειώσεων), τα οποία μηδένιζαν την εμπορική του αξία, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, αφενός απέκρυψαν το προκείμενο νομικό ελάττωμα από την ενάγουσα και αφετέρου, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια που είχε από την ελληνική πραγματικότητα, παρέστησαν ψευδώς ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν απολύτως ελεύθερο βαρών και διεκδικήσεων και ότι οι ίδιοι διαθέτουν αξιόλογη περιουσιακή επιφάνεια και επαγγελματική οντότητα και την έπεισαν να τους δώσει ως προκαταβολή τα 2/3 του συμφωνηθέντος τιμήματος, ήτοι 40.000 ευρώ. β) Κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης πώλησης, οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να αποκρύπτουν από την ενάγουσα την ύπαρξη των βαρών επί του επιδίκου ακινήτου, συντηρώντας με τον τρόπο αυτό την πλάνη της, όταν δε η ενάγουσα, κατόπιν έρευνας που διενήργησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της στο Υποθηκοφυλάκειο, αποκάλυψε, λίγο πριν από την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, το νομικό ελάττωμα του ακινήτου, οι εναγόμενοι της υποσχέθηκαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους θα προέβαιναν στην άρση των προσημειώσεων, παρουσιάζοντας και πάλι ως εχέγγυο την επαγγελματική και οικονομική τους επιφάνεια και έτσι την έπεισαν να προβεί στην κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο αντί τιμήματος 59.000 ευρώ, παρότι η αξία του, εξαιτίας των βαρών που έφερε, ήταν μηδενική. γ) Ότι η ενάγουσα, εάν γνώριζε την ακριβή νομική κατάσταση του ακινήτου, δεν θα προέβαινε στην αγορά του. δ) Ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως πωλητής, τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας αδικοπραξία (απάτη) με τη συνδρομή του δευτέρου εναγομένου, αφού ο τελευταίος από την αρχή, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, και κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, συνέδραμε αυτόν, ως μεσίτης και υιός αυτού (πρώτου εναγομένου), στην από κοινού τέλεση της ως άνω απάτης. Και ε) Ότι η ενάγουσα, από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη περιουσιακή ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 62.000 ευρώ (59.000 ευρώ τίμημα αγοράς + 3.000 ευρώ λοιπά έξοδα) καθώς και ηθική βλάβη για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 3.000 ευρώ. Επομένως, ο δεύτερος, κατά αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ειδικότερα επιδίκαση περισσότερο του αιτηθέντος συντρέχει και στην περίπτωση που, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει σαν να ήταν καταψηφιστική (Α.Π.1406/2021, Α.Π.1013/2013, Α.Π. 708/2008), οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος με το οποίο το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καταψήφιση (Ολ.Α.Π.9/2002, Α.Π.1406/2021, Α.Π.750/2020, Α.Π.537/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος καθότι, με διάταξή της, τους υποχρέωσε να καταβάλουν τα επιδικασθέντα στην ενάγουσα ποσά, παρόλο που η τελευταία και ήδη αναιρεσίβλητη κατά την συζήτηση της αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, είχε περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό στο σύνολό του. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμό 444/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στις έγγραφες προτάσεις της, δήλωσε ότι περιορίζει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να διαλάβει στο διατακτικό της απόφασής του διάταξη, με την οποία υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τα ανωτέρω ποσά αντί να περιορισθεί στην αναγνώριση μόνο της υποχρέωσης καταβολής τους, επιδίκασε περισσότερο του αιτηθέντος, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Kατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που προέβη στην καταψήφιση των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών, να κρατηθεί δε η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ενόψει δε της δεσμευτικής για το Εφετείο ενέργειας της παρούσας απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της απόφασης αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης. Κατόπιν αυτού, εφόσον η απόφαση αναιρείται, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, ανάλογα της έκτασης της ήττας της (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 715/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της ουσίας κατά το αναιρούμενο μέρος.

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας στην ενάγουσα -εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ